| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45129 | σατανισμός | σα-τα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): η λατρεία του σατανά και η επίκλησή του σε ειδικές τελετές. Βλ. -ισμός, αποκρυφισμός, μαγεία. [< γαλλ. satanisme, αγγλ. satanism] | |
| 45130 | σατανιστής | σα-τα-νι-στής επίθ./ουσ. {σπανιότ. θηλ. σατανίστρια}: οπαδός του σατανισμού. [< γαλλ. sataniste, αγγλ. satanist] | |
| 45131 | σατανιστικός | , ή, ό σα-τα-νι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον σατανισμό ή τον σατανιστή: ~ές: τελετές. Πβ. σατανικός. [< αγγλ. satanistic] | |
| 45132 | σατέν | σα-τέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: απαλό και γυαλιστερό μεταξωτό ύφασμα και κατ' επέκτ. κάθε ύφασμα με στιλπνή όψη: νυφικό από ~. (κ. ως επίθ.) ~ κορδέλα/σεντόνια/φόρεμα. Πβ. ατλάζι.|| Βαμβακερό ~. [< γαλλ. satin] | |
| 45133 | σατινάρισμα | σα-τι-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): λείανση και γυάλισμα. Βλ. -ισμα, λουστράρισμα, στίλβωση. [< γαλλ. satinage] | |
| 45134 | σατινέ | σα-τι-νέ επίθ. {άκλ.}: απαλός και γυαλιστερός, όπως το σατέν: ~ βερνίκι/ύφασμα/φινίρισμα/(φωτογραφικό) χαρτί (= ιλουστρασιόν)/χρώμα. ΑΝΤ. ματ2 [< γαλλ. satiné] | |
| 45135 | σάτιρα | σά-τι-ρα ουσ. (θηλ.): λογοτεχνικό, θεατρικό, κινηματογραφικό έργο ή τηλεοπτική εκπομπή που διακωμωδεί με καυστικό τρόπο πρόσωπα και καταστάσεις της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής: ανελέητη/αποκαλυπτική/αριστοφανική/εύστοχη/κοινωνική/λεπτή/πικρή/πνευματώδης/πολιτική ~. Ανατρεπτική ~ με έξυπνους διαλόγους. ~ ηθών. Μιούζικαλ/μυθιστόρημα/ταινία που αποτελεί ~ της σύγχρονης ζωής. Τα όρια της ~ας. Κάνει ~. Πβ. διακωμώδηση, παρωδία. [< ιταλ. satira] | |
| 45136 | σατιρίζω | σα-τι-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {σατίρι-σα, σατιρί-στηκε, -στεί, σατιρίζ-οντας}: διακωμωδώ με καυστικό τρόπο πρόσωπα και καταστάσεις, κάνοντας σάτιρα: ~σε την επικαιρότητα/την πολιτική/τα κακώς κείμενα. ~στηκε με γελοιογραφίες. Πβ. παρωδώ. [< γαλλ. satiriser] | |
| 45137 | σατιρικός | , ή, ό σα-τι-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σάτιρα: ~ός: λόγος/ποιητής/συγγραφέας/Τύπος. ~ή: διάθεση/εκπομπή/κωμωδία/στήλη (σε εφημερίδα ή περιοδικό). ~ό: θέατρο (βλ. επιθεώρηση)/σκίτσο/τραγούδι. ~οί: στίχοι. ~ά: άρματα (: στο καρναβάλι)/δρώμενα. Πβ. παρωδιακός, σκωπτικός.|| (ως ουσ.) Οι σημαντικότεροι ~οί (ενν. λογοτέχνες). ● επίρρ.: σατιρικά ● βλ. σατυρικός [< γαλλ. satirique] | |
| 45138 | σατιρισμός | σα-τι-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σατιρίζω: Βλ. -ισμός. | |
| 45139 | σατιριστής | σα-τι-ρι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασχολείται, συνήθ. επαγγελματικά, με τη σάτιρα: ανελέητος/πολιτικός ~. [< γαλλ. satiriste] | |
| 45140 | σατομπριάν | σα-το-μπρι-άν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. βοδινό φιλέτο στη σχάρα. [< γαλλ. chateaubriand ή châteaubriant] | |
| 45141 | σατραπεία | σα-τρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΣΤ. επαρχία της αρχαίας περσικής αυτοκρατορίας· συνεκδ. το αξίωμα του διοικητή της και ο χρόνος της θητείας του. [< αρχ. σατραπεία] | |
| 45142 | σατράπης | σα-τρά-πης ουσ. (αρσ.) {σατράπ-ες κ. -ηδες} 1. {σπάν. θηλ. σατράπισσα} (μτφ.) τύραννος, δυνάστης: Συμπεριφέρεται σαν ~. ΣΥΝ. δερβέναγας (1), δικτάτορας (2) 2. ΙΣΤ. διοικητής σατραπείας. ● Υποκ.: σατραπίσκος (ο) [< 1: γαλλ. satrape 2: αρχ. σατράπης] | |
| 45143 | σατραπικός | , ή, ό σα-τρα-πι-κός επίθ. & (προφ.) σατράπικος, η, ο: αυταρχικός, τυραννικός: ~ή: νοοτροπία/συμπεριφορά. ~ή και αλαζονική διοίκηση. Πβ. δεσποτικός. [< αρχ. σατραπικός 'που ανήκει σε σατράπη, πολυτελής', γαλλ. satrapique] | |
| 45144 | σατραπισμός | σα-τρα-πι-σμός ουσ. (αρσ.): αυταρχισμός. Πβ. δεσποτισμός. Βλ. -ισμός. | |
| 45145 | σατυρικός | , ή, ό σα-τυ-ρι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σατυρικό δράμα: ΦΙΛΟΛ. ένα από τα τρία είδη του αρχαίου ελληνικού δράματος, με βασικά χαρακτηριστικά τον χορό των Σατύρων (ακολούθων του θεού Διονύσου), την κωμική πλοκή, το εύθυμο και περιπαικτικό ύφος. Βλ. κωμωδία, τραγωδία. ● βλ. σατιρικός [< αρχ. Σατυρικός, γαλλ. satyrique, αγγλ. satyric] | |
| 45146 | σάτυρος | σά-τυ-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύρου} (μετωνυμ.): άντρας ακόλαστος, έκφυλος, που ασελγεί συνήθ. σε βάρος ανηλίκου. Πβ. λάγνος. [< μτγν. Σάτυρος, γαλλ. satyre, αγγλ. satyr] | |
| 45147 | σαύρα | σαύ-ρα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. μικρό ερπετό (υποτάξη Lacertilia) με τέσσερα πόδια και μακριά ουρά, το δέρμα του οποίου καλύπτεται από φολίδες: εντομοφάγες ~ες. Πβ. γουστέρα, σκίγκος. Βλ. ακονάκι, γενειοφόρος δράκος, γκέκο, χαμαιλέων. ● Υποκ.: σαυράκι (το), σαυρούλα & σαυρίτσα (η) [< αρχ. σαύρα] | |
| 45148 | σαυρίδι | σαυ-ρί-δι ουσ. (ουδ.) & σαφρίδι: ΙΧΘΥΟΛ. μικρό αφρόψαρο (επιστ. ονομασ. Τrachurus trachurus) με μακρόστενο σώμα και γκρίζα ράχη. Βλ. κοκάλι. ● Υποκ.: σαυριδάκι [< μεσν. σαυρίδιν < αρχ. σαῦρος, σαύρα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ