| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45118 | σασί | σα-σί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. πλαίσιο, σκελετός αυτοκινήτου ή γενικότ. οχήματος και κατ' επέκτ. κάθε συσκευής. Πβ. χωροδικτύωμα. Βλ. αμάξωμα, ζαμφόρ.|| Το ~ του υπολογιστή. [< γαλλ. châssis] | |
| 45119 | σασίμι | σα-σί-μι ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. ιαπωνικό φαγητό από κομμάτια ωμού ψαριού ή (σπανιότ.) θαλασσινών, που σερβίρονται συνήθ. με σάλτσα σόγιας: ~ σολομού/τόνου. Βλ. σούσι. [< γαλλ. sashimi, 1970] | |
| 45120 | σασμάν | σα-σμάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σαζμάν: ΤΕΧΝΟΛ. κιβώτιο ταχυτήτων αυτοκινήτου: αυτόματο/σειριακό ~. [< γαλλ. changement (de vitesse)] | |
| 45121 | σασπένς | σα-σπένς ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (για ταινίες, θεάματα με αβέβαιη έκβαση) αγωνία για την εξέλιξη: κινηματογραφικό ~. Θρίλερ/ματς/φινάλε με ~. Βαρετό δίωρο χωρίς ~. (Η ιστορία) δεν έχει ~. [< αγγλ. suspense, γαλλ. ~, 1951] | |
| 45122 | σαστίζω | σα-στί-ζω ρ. (αμτβ.) {σάστι-σα, -σμένος, σαστίζ-οντας}: ξαφνιάζομαι, τα χάνω: ~σε μόλις τον είδε. Προς στιγμή ~σε. ~σα τόσο πολύ που δεν ήξερα τι να πω. ~ει ο νους. Παρακολουθούσε ~σμένη. Απάντησε ~σμένα. Πβ. βραχυκυκλώνω, κομπλάρω, πελαγ-, ψαρ-ώνω.|| (σπάν. μτβ.) Έμπηξε μια φωνή που τον ~σε. [< μεσν. σαστίζω < τουρκ. şaştιm αόρ. του şaşmak] | |
| 45123 | σαστιμάρα | σα-στι-μά-ρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σαστισμάρα (προφ.): ξάφνιασμα, σύγχυση, ταραχή: Έμεινε με το στόμα ανοιχτό από τη ~. Μετά την/μόλις πέρασε η πρώτη ~ και το σοκ ... Μέσα στη ~ μου ξεχάστηκα. | |
| 45124 | σάστισμα | σά-στι-σμα ουσ. (ουδ.): σαστιμάρα: Ξεπέρασαν το αρχικό ~ και ... Ήταν τέτοιο το ~ά μου που ... Πβ. πελάγωμα. | |
| 45125 | ΣΑΤ | (το): Σύστημα Άυλων Τίτλων. | |
| 45126 | σατανάς | [σατανᾶς] σα-τα-νάς ουσ. (αρσ.) {σαταν-άδες} 1. ΘΕΟΛ. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Σ) ο διάβολος. ΣΥΝ. άρχοντας του σκότους 2. (μτφ.) άνθρωπος που είναι ή θεωρείται πολύ πονηρός, πανούργος ή ύπουλος: σκέτος/σωστός ~.|| (ειδικότ.-χαϊδευτ., για πολύ ζωηρό παιδί) Μικρός ~. Πβ. διαβολάκι. ● ΦΡ.: πίσω μου σ' έχω σατανά! (συχνά χιουμορ.): αναφώνηση από κάποιον που θέλει να αποφύγει έναν πειρασμό, μια πρόκληση ή μια αμαρτωλή πράξη., ύπαγε οπίσω μου Σατανά (ΚΔ): προκειμένου να αποφύγουμε κάποιον που μας βάζει στον πειρασμό να κάνουμε κάτι που δεν θέλουμε ή δεν επιτρέπεται. [< μτγν. Σατανᾶς, γαλλ.-αγγλ. Satan] | |
| 45127 | σατανικός | , ή, ό σα-τα-νι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από πανουργία, μοχθηρότητα: ~ή: σκέψη. ~ό: βλέμμα/γέλιο (πβ. σαρδόνιος)/μυαλό. ~ά: σχέδια (= καταχθόνια, πανούργα, ύπουλα). Πβ. δαιμον-, διαβολ-, εωσφορ-, μεφιστοφελ-ικός. Βλ. αγγελικός. 2. που σχετίζεται με τον σατανά: ~ή: λατρεία. ~ές: τελετές. ~ά: σύμβολα. Πβ. σατανιστικός. ● επίρρ.: σατανικά ● ΣΥΜΠΛ.: διαβολική/σατανική σύμπτωση βλ. σύμπτωση [< μτγν. σατανικός, γαλλ. satanique , αγγλ. satanic] | |
| 45128 | σατανικότητα | σα-τα-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μοχθηρία και δολιότητα: η ~ του σχεδίου της. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. διαβολικότητα | |
| 45129 | σατανισμός | σα-τα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): η λατρεία του σατανά και η επίκλησή του σε ειδικές τελετές. Βλ. -ισμός, αποκρυφισμός, μαγεία. [< γαλλ. satanisme, αγγλ. satanism] | |
| 45130 | σατανιστής | σα-τα-νι-στής επίθ./ουσ. {σπανιότ. θηλ. σατανίστρια}: οπαδός του σατανισμού. [< γαλλ. sataniste, αγγλ. satanist] | |
| 45131 | σατανιστικός | , ή, ό σα-τα-νι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον σατανισμό ή τον σατανιστή: ~ές: τελετές. Πβ. σατανικός. [< αγγλ. satanistic] | |
| 45132 | σατέν | σα-τέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: απαλό και γυαλιστερό μεταξωτό ύφασμα και κατ' επέκτ. κάθε ύφασμα με στιλπνή όψη: νυφικό από ~. (κ. ως επίθ.) ~ κορδέλα/σεντόνια/φόρεμα. Πβ. ατλάζι.|| Βαμβακερό ~. [< γαλλ. satin] | |
| 45133 | σατινάρισμα | σα-τι-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): λείανση και γυάλισμα. Βλ. -ισμα, λουστράρισμα, στίλβωση. [< γαλλ. satinage] | |
| 45134 | σατινέ | σα-τι-νέ επίθ. {άκλ.}: απαλός και γυαλιστερός, όπως το σατέν: ~ βερνίκι/ύφασμα/φινίρισμα/(φωτογραφικό) χαρτί (= ιλουστρασιόν)/χρώμα. ΑΝΤ. ματ2 [< γαλλ. satiné] | |
| 45135 | σάτιρα | σά-τι-ρα ουσ. (θηλ.): λογοτεχνικό, θεατρικό, κινηματογραφικό έργο ή τηλεοπτική εκπομπή που διακωμωδεί με καυστικό τρόπο πρόσωπα και καταστάσεις της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής: ανελέητη/αποκαλυπτική/αριστοφανική/εύστοχη/κοινωνική/λεπτή/πικρή/πνευματώδης/πολιτική ~. Ανατρεπτική ~ με έξυπνους διαλόγους. ~ ηθών. Μιούζικαλ/μυθιστόρημα/ταινία που αποτελεί ~ της σύγχρονης ζωής. Τα όρια της ~ας. Κάνει ~. Πβ. διακωμώδηση, παρωδία. [< ιταλ. satira] | |
| 45136 | σατιρίζω | σα-τι-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {σατίρι-σα, σατιρί-στηκε, -στεί, σατιρίζ-οντας}: διακωμωδώ με καυστικό τρόπο πρόσωπα και καταστάσεις, κάνοντας σάτιρα: ~σε την επικαιρότητα/την πολιτική/τα κακώς κείμενα. ~στηκε με γελοιογραφίες. Πβ. παρωδώ. [< γαλλ. satiriser] | |
| 45137 | σατιρικός | , ή, ό σα-τι-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σάτιρα: ~ός: λόγος/ποιητής/συγγραφέας/Τύπος. ~ή: διάθεση/εκπομπή/κωμωδία/στήλη (σε εφημερίδα ή περιοδικό). ~ό: θέατρο (βλ. επιθεώρηση)/σκίτσο/τραγούδι. ~οί: στίχοι. ~ά: άρματα (: στο καρναβάλι)/δρώμενα. Πβ. παρωδιακός, σκωπτικός.|| (ως ουσ.) Οι σημαντικότεροι ~οί (ενν. λογοτέχνες). ● επίρρ.: σατιρικά ● βλ. σατυρικός [< γαλλ. satirique] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ