| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45149 | σαυροειδής | , ής, ές σαυ-ρο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει στο σχήμα ή/και την όψη με σαύρα: ~ή: ερπετά.|| (ως ουσ.) Τα ~ή. Βλ. -ειδής. [< αρχ. σαυροειδής, γαλλ. sauroïde, αγγλ. sauroid] | |
| 45150 | σαφάρι | σα-φά-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. οργανωμένο ομαδικό κυνήγι άγριων ζώων, κυρ. στην Αφρική: πάρκο ~. 2. (μτφ.) εκστρατεία από κρατικές υπηρεσίες για την πάταξη παρανομιών: ~ της Αστυνομίας/Εφορίας. ~ ελέγχων για τα αυθαίρετα/στην αγορά. Βλ. φορο~.|| Μεταγραφικό ~. [< αγγλ.-γαλλ. safari] | |
| 45151 | σαφήνεια | σα-φή-νει-α ουσ. (θηλ.): καθαρότητα λόγου, έκφρασης, μηνύματος: η ~ των θέσεων/ιδεών/του κειμένου/των οδηγιών/προθέσεων/της πρότασης. ~ και ακρίβεια στην επικοινωνία. Διατυπώνουν/εκφράζουν την άποψή/τη γνώμη τους με απόλυτη ~. Απάντησε/γράφει/μιλά/τοποθετήθηκε με ~. Προσδιόρισε με ~ ότι ... Πληροφορίες που καθορίζουν με ~ τις προθεσμίες. Η ταινία δείχνει/παρουσιάζει με ~ την κατάσταση στη χώρα. Πβ. διαύγεια, ενάργεια, ευκρίνεια. ΑΝΤ. ασάφεια [< αρχ. σαφήνεια] | |
| 45152 | σαφηνίζω | σα-φη-νί-ζω ρ. (μτβ.) {σαφήνι-σα, σαφηνί-στηκε, -σμένος} (λόγ.): διευκρινίζω, αποσαφηνίζω. ΣΥΝ. διασαφηνίζω [< αρχ. σαφηνίζω] | |
| 45153 | σαφήνιση | σα-φή-νι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διευκρίνιση, αποσαφήνιση: ~ εννοιών. ΣΥΝ. διασαφήνιση | |
| 45154 | σαφής | , ής, ές σα-φής επίθ. {σαφ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· σαφέστ-ερος, -ατος} 1. που είναι εύκολα κατανοητός, χωρίς να αφήνει περιθώρια για παρανοήσεις, ξεκάθαρος: ~ής: νόμος/ορισµός/τίτλος. ~ής: γλώσσα/ερώτηση/οδηγία/πρόταση. ~ές: κείμενο/μήνυμα/περιεχόμενο/συμπέρασμα. ~είς: όροι. ~είς: απαντήσεις/πληροφορίες. Κάνω (κάτι) ~ές. (σπανιότ. για πρόσ.) Ήταν απόλυτα ~ στις δηλώσεις του. Γίνε πιο ~. Πβ. ακριβής.|| ~ής: αντίληψη/δέσμευση/διατύπωση/εικόνα/εντολή/κατηγορία/μαρτυρία/σήμανση/τοποθέτηση (: σε κάποιο θέμα). ~ές: σήμα/σχήµα. ~είς: προθέσεις. ~ καθορισμός αρμοδιοτήτων. ~ οριοθέτηση των δράσεων. ~ές πλαίσιο συνεργασίας. Δεν υπάρχει καμία ~ αναφορά στα γεγονότα. Έχει διαμορφωθεί ~ άποψη υπέρ του ... Πρέπει να γίνει ~ διάκριση μεταξύ ... Έλλειψη ~ούς προγραμματισμού. Έχω ~ή ιδέα (για κάτι). ΑΝΤ. ασαφής (2) 2. που γίνεται αμέσως αντιληπτός, φανερός, προφανής: ~ής: διαχωρισμός/σκοπός/στόχος. ~ής: αύξηση/βελτίωση/διαφορά/ένδειξη/μείωση/μεταστροφή/σχέση/τάση (ανανέωσης)/υπεροχή. ~ές: προβάδισμα. Είναι/καθίσταται ~ές ότι … ● επίρρ.: σαφώς [-ῶς] {σαφέστ-ατα}: Είμαι ~ κατά της βίας. ~ατα (= ασφαλώς) ναι/όχι.|| (επιτατ.) ~ μικρότερο κόστος. ● ΦΡ.: εμμέσως πλην σαφώς βλ. έμμεσος, σοφόν το σαφές βλ. σοφός [< αρχ. σαφής] | |
| 45155 | σαφράν | σα-φράν ουσ. (ουδ.) & σαφράνι & (σπάν.) ζαφράν: ΜΑΓΕΙΡ. το φυτό κρόκος, το μπαχαρικό που προέρχεται από αυτό και η σχετική κίτρινη χρωστική ουσία: κόκκινο ~. Ίνες/κλωστές/σκόνη ~. Ρύζι/ψωμί με ~. ΣΥΝ. ζαφορά [< μεσν. σαφράν < γαλλ. safran] | |
| 45156 | σαφρίδι | βλ. σαυρίδι | |
| 45157 | σαχ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σκακιστικός όρος που δηλώνει απειλή εναντίον του βασιλιά. Πβ. ματ, ρουά. [< γερμ. Schach] | |
| 45158 | σάχης | σά-χης ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): τίτλος βασιλιάδων κυρ. της Περσίας. [< μεσν. σάχης < περσ. shāh] | |
| 45159 | σαχλαμάρα | σα-χλα-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): λόγος ή πράξη που στερείται σοβαρότητας: Γράφει ~ες (= ανοησίες, σάχλες). Άκουγα ένα σωρό ~ες (= αρλούμπες, μπούρδες). Μην κάνεις ~ες. Πβ. βλακεία, κουταμάρα, χαζομάρα.|| (κατ' επέκτ., για καθετί κακής ποιότητας) Αγοράζουν όποια ~ δουν στις διαφημίσεις. ● Υποκ.: σαχλαμαρίτσα (η) | |
| 45161 | σαχλαμαρίζω | σα-χλα-μα-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {σπάν. σαχλαμάρι-σα} (προφ.): λέω ή κάνω ανοησίες, κουταμάρες: Χαζογελούν και ~ουν. | |
| 45162 | σαχλαμπούχλα | σα-χλα-μπού-χλα ουσ. (θηλ.) (προφ.): σαχλαμάρα. | |
| 45164 | σάχλας | σά-χλας ουσ. (αρσ.) (προφ.): σαχλαμάρας. ΣΥΝ. σαχλαμπούχλας | |
| 45165 | σάχλες | σά-χλες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. σάχλα} (προφ.): ανοησίες, σαχλαμάρες: Λέει ~ (= μπαρούφες). ● Υποκ.: σαχλίτσες (οι) | |
| 45166 | σαχλός | , ή, ό σα-χλός επίθ. (προφ.) 1. ανούσιος, που δεν έχει κανένα νόημα και ενδιαφέρον: ~ή: διαφήμιση/ερώτηση/ταινία. ~ό: τραγούδι. ~ά: αστεία (= ανάλατα, κρύα). Πβ. άνοστος, νερόβραστος. 2. (για πρόσ.) που λέει ή κάνει κουταμάρες, βλακείες: ~οί και γελοίοι. (υβριστ.) Α, να χαθείς ~έ! (= σαχλαμάρα, σάχλα). ΣΥΝ. ανόητος [< μεσν. σαχλός] | |
| 45167 | σαχνισί | σα-χνι-σί ουσ. (ουδ.): (στη λαϊκή αρχιτεκτονική) στεγασμένη προεξοχή ορόφου. Βλ. χαγιάτι. [< τουρκ. şahnişin] | |
| 45168 | σάψαλο | σά-ψα-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-μειωτ.): (για πρόσ.) σωματικά καταβεβλημένος, γερασμένος. Πβ. ραμολιμέντο, χούφταλο. Βλ. ερείπιο. [< τουρκ. şapşal] | |
| 45169 | σβάρνα | σβάρ-να ουσ. (θηλ.): γεωργικό εργαλείο με ακίδες, που σύρεται από τρακτέρ και χρησιμοποιείται για τον θρυμματισμό σβόλων, το ίσιωμα της επιφάνειας του οργωμένου εδάφους και το φύτεμα σπόρων: αλυσιδωτή/δονούμενη/οδοντωτή ~. Περιστροφικές ~ες. Βλ. δισκο~. ● ΦΡ.: παίρνω σβάρνα (μτφ.-λαϊκό) 1. πηγαίνω σε πολλά μέρη διαδοχικά: Πήρα ~ τα περίπτερα, για να βρω την εφημερίδα. (συχνά αρνητ. συνυποδ.) Παίρνουν ~ τα κανάλια και μιλούν επί παντός επιστητού.|| ~ ~ όλα τα σάιτ/φόρουμ. ΣΥΝ. παίρνω αμπάριζα (2) 2. παρασύρω κάτι ή κάποιον στο πέρασμά μου: Πήρε ~ ό,τι βρήκε μπροστά του. Βλ. σβαρνίζω.|| (μτφ.) Έχει πάρει ~ όλους τους αντιπάλους του (: τους έχει νικήσει). [< μεσν. σβάρνα] | |
| 45170 | σβαρνίζω | σβαρ-νί-ζω ρ. (μτβ.) {σβάρνι-σα, σπάν. -στηκε, -σμένος} & (σπάν.) σβαρνώ (λαϊκό) 1. ΓΕΩΡΓ. διαλύω τους σβόλους οργωμένου χωραφιού με σβάρνα. 2. (μτφ.) ρίχνω κάποιον ή κάτι κάτω και το(ν) σέρνω. [< μεσν. σβαρνίζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ