| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45138 | σατιρισμός | σα-τι-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σατιρίζω: Βλ. -ισμός. | |
| 45139 | σατιριστής | σα-τι-ρι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασχολείται, συνήθ. επαγγελματικά, με τη σάτιρα: ανελέητος/πολιτικός ~. [< γαλλ. satiriste] | |
| 45140 | σατομπριάν | σα-το-μπρι-άν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. βοδινό φιλέτο στη σχάρα. [< γαλλ. chateaubriand ή châteaubriant] | |
| 45141 | σατραπεία | σα-τρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΣΤ. επαρχία της αρχαίας περσικής αυτοκρατορίας· συνεκδ. το αξίωμα του διοικητή της και ο χρόνος της θητείας του. [< αρχ. σατραπεία] | |
| 45142 | σατράπης | σα-τρά-πης ουσ. (αρσ.) {σατράπ-ες κ. -ηδες} 1. {σπάν. θηλ. σατράπισσα} (μτφ.) τύραννος, δυνάστης: Συμπεριφέρεται σαν ~. ΣΥΝ. δερβέναγας (1), δικτάτορας (2) 2. ΙΣΤ. διοικητής σατραπείας. ● Υποκ.: σατραπίσκος (ο) [< 1: γαλλ. satrape 2: αρχ. σατράπης] | |
| 45143 | σατραπικός | , ή, ό σα-τρα-πι-κός επίθ. & (προφ.) σατράπικος, η, ο: αυταρχικός, τυραννικός: ~ή: νοοτροπία/συμπεριφορά. ~ή και αλαζονική διοίκηση. Πβ. δεσποτικός. [< αρχ. σατραπικός 'που ανήκει σε σατράπη, πολυτελής', γαλλ. satrapique] | |
| 45144 | σατραπισμός | σα-τρα-πι-σμός ουσ. (αρσ.): αυταρχισμός. Πβ. δεσποτισμός. Βλ. -ισμός. | |
| 45145 | σατυρικός | , ή, ό σα-τυ-ρι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σατυρικό δράμα: ΦΙΛΟΛ. ένα από τα τρία είδη του αρχαίου ελληνικού δράματος, με βασικά χαρακτηριστικά τον χορό των Σατύρων (ακολούθων του θεού Διονύσου), την κωμική πλοκή, το εύθυμο και περιπαικτικό ύφος. Βλ. κωμωδία, τραγωδία. ● βλ. σατιρικός [< αρχ. Σατυρικός, γαλλ. satyrique, αγγλ. satyric] | |
| 45146 | σάτυρος | σά-τυ-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύρου} (μετωνυμ.): άντρας ακόλαστος, έκφυλος, που ασελγεί συνήθ. σε βάρος ανηλίκου. Πβ. λάγνος. [< μτγν. Σάτυρος, γαλλ. satyre, αγγλ. satyr] | |
| 45147 | σαύρα | σαύ-ρα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. μικρό ερπετό (υποτάξη Lacertilia) με τέσσερα πόδια και μακριά ουρά, το δέρμα του οποίου καλύπτεται από φολίδες: εντομοφάγες ~ες. Πβ. γουστέρα, σκίγκος. Βλ. ακονάκι, γενειοφόρος δράκος, γκέκο, χαμαιλέων. ● Υποκ.: σαυράκι (το), σαυρούλα & σαυρίτσα (η) [< αρχ. σαύρα] | |
| 45148 | σαυρίδι | σαυ-ρί-δι ουσ. (ουδ.) & σαφρίδι: ΙΧΘΥΟΛ. μικρό αφρόψαρο (επιστ. ονομασ. Τrachurus trachurus) με μακρόστενο σώμα και γκρίζα ράχη. Βλ. κοκάλι. ● Υποκ.: σαυριδάκι [< μεσν. σαυρίδιν < αρχ. σαῦρος, σαύρα] | |
| 45149 | σαυροειδής | , ής, ές σαυ-ρο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει στο σχήμα ή/και την όψη με σαύρα: ~ή: ερπετά.|| (ως ουσ.) Τα ~ή. Βλ. -ειδής. [< αρχ. σαυροειδής, γαλλ. sauroïde, αγγλ. sauroid] | |
| 45150 | σαφάρι | σα-φά-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. οργανωμένο ομαδικό κυνήγι άγριων ζώων, κυρ. στην Αφρική: πάρκο ~. 2. (μτφ.) εκστρατεία από κρατικές υπηρεσίες για την πάταξη παρανομιών: ~ της Αστυνομίας/Εφορίας. ~ ελέγχων για τα αυθαίρετα/στην αγορά. Βλ. φορο~.|| Μεταγραφικό ~. [< αγγλ.-γαλλ. safari] | |
| 45151 | σαφήνεια | σα-φή-νει-α ουσ. (θηλ.): καθαρότητα λόγου, έκφρασης, μηνύματος: η ~ των θέσεων/ιδεών/του κειμένου/των οδηγιών/προθέσεων/της πρότασης. ~ και ακρίβεια στην επικοινωνία. Διατυπώνουν/εκφράζουν την άποψή/τη γνώμη τους με απόλυτη ~. Απάντησε/γράφει/μιλά/τοποθετήθηκε με ~. Προσδιόρισε με ~ ότι ... Πληροφορίες που καθορίζουν με ~ τις προθεσμίες. Η ταινία δείχνει/παρουσιάζει με ~ την κατάσταση στη χώρα. Πβ. διαύγεια, ενάργεια, ευκρίνεια. ΑΝΤ. ασάφεια [< αρχ. σαφήνεια] | |
| 45152 | σαφηνίζω | σα-φη-νί-ζω ρ. (μτβ.) {σαφήνι-σα, σαφηνί-στηκε, -σμένος} (λόγ.): διευκρινίζω, αποσαφηνίζω. ΣΥΝ. διασαφηνίζω [< αρχ. σαφηνίζω] | |
| 45153 | σαφήνιση | σα-φή-νι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διευκρίνιση, αποσαφήνιση: ~ εννοιών. ΣΥΝ. διασαφήνιση | |
| 45154 | σαφής | , ής, ές σα-φής επίθ. {σαφ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· σαφέστ-ερος, -ατος} 1. που είναι εύκολα κατανοητός, χωρίς να αφήνει περιθώρια για παρανοήσεις, ξεκάθαρος: ~ής: νόμος/ορισµός/τίτλος. ~ής: γλώσσα/ερώτηση/οδηγία/πρόταση. ~ές: κείμενο/μήνυμα/περιεχόμενο/συμπέρασμα. ~είς: όροι. ~είς: απαντήσεις/πληροφορίες. Κάνω (κάτι) ~ές. (σπανιότ. για πρόσ.) Ήταν απόλυτα ~ στις δηλώσεις του. Γίνε πιο ~. Πβ. ακριβής.|| ~ής: αντίληψη/δέσμευση/διατύπωση/εικόνα/εντολή/κατηγορία/μαρτυρία/σήμανση/τοποθέτηση (: σε κάποιο θέμα). ~ές: σήμα/σχήµα. ~είς: προθέσεις. ~ καθορισμός αρμοδιοτήτων. ~ οριοθέτηση των δράσεων. ~ές πλαίσιο συνεργασίας. Δεν υπάρχει καμία ~ αναφορά στα γεγονότα. Έχει διαμορφωθεί ~ άποψη υπέρ του ... Πρέπει να γίνει ~ διάκριση μεταξύ ... Έλλειψη ~ούς προγραμματισμού. Έχω ~ή ιδέα (για κάτι). ΑΝΤ. ασαφής (2) 2. που γίνεται αμέσως αντιληπτός, φανερός, προφανής: ~ής: διαχωρισμός/σκοπός/στόχος. ~ής: αύξηση/βελτίωση/διαφορά/ένδειξη/μείωση/μεταστροφή/σχέση/τάση (ανανέωσης)/υπεροχή. ~ές: προβάδισμα. Είναι/καθίσταται ~ές ότι … ● επίρρ.: σαφώς [-ῶς] {σαφέστ-ατα}: Είμαι ~ κατά της βίας. ~ατα (= ασφαλώς) ναι/όχι.|| (επιτατ.) ~ μικρότερο κόστος. ● ΦΡ.: εμμέσως πλην σαφώς βλ. έμμεσος, σοφόν το σαφές βλ. σοφός [< αρχ. σαφής] | |
| 45155 | σαφράν | σα-φράν ουσ. (ουδ.) & σαφράνι & (σπάν.) ζαφράν: ΜΑΓΕΙΡ. το φυτό κρόκος, το μπαχαρικό που προέρχεται από αυτό και η σχετική κίτρινη χρωστική ουσία: κόκκινο ~. Ίνες/κλωστές/σκόνη ~. Ρύζι/ψωμί με ~. ΣΥΝ. ζαφορά [< μεσν. σαφράν < γαλλ. safran] | |
| 45156 | σαφρίδι | βλ. σαυρίδι | |
| 45157 | σαχ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σκακιστικός όρος που δηλώνει απειλή εναντίον του βασιλιά. Πβ. ματ, ρουά. [< γερμ. Schach] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ