Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [45700-45720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45149σαυροειδής, ής, ές σαυ-ρο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει στο σχήμα ή/και την όψη με σαύρα: ~ή: ερπετά.|| (ως ουσ.) Τα ~ή. Βλ. -ειδής. [< αρχ. σαυροειδής, γαλλ. sauroïde, αγγλ. sauroid]
45150σαφάρισα-φά-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. οργανωμένο ομαδικό κυνήγι άγριων ζώων, κυρ. στην Αφρική: πάρκο ~. 2. (μτφ.) εκστρατεία από κρατικές υπηρεσίες για την πάταξη παρανομιών: ~ της Αστυνομίας/Εφορίας. ~ ελέγχων για τα αυθαίρετα/στην αγορά. Βλ. φορο~.|| Μεταγραφικό ~. [< αγγλ.-γαλλ. safari]
45151σαφήνειασα-φή-νει-α ουσ. (θηλ.): καθαρότητα λόγου, έκφρασης, μηνύματος: η ~ των θέσεων/ιδεών/του κειμένου/των οδηγιών/προθέσεων/της πρότασης. ~ και ακρίβεια στην επικοινωνία. Διατυπώνουν/εκφράζουν την άποψή/τη γνώμη τους με απόλυτη ~. Απάντησε/γράφει/μιλά/τοποθετήθηκε με ~. Προσδιόρισε με ~ ότι ... Πληροφορίες που καθορίζουν με ~ τις προθεσμίες. Η ταινία δείχνει/παρουσιάζει με ~ την κατάσταση στη χώρα. Πβ. διαύγεια, ενάργεια, ευκρίνεια. ΑΝΤ. ασάφεια [< αρχ. σαφήνεια]
45152σαφηνίζωσα-φη-νί-ζω ρ. (μτβ.) {σαφήνι-σα, σαφηνί-στηκε, -σμένος} (λόγ.): διευκρινίζω, αποσαφηνίζω. ΣΥΝ. διασαφηνίζω [< αρχ. σαφηνίζω]
45153σαφήνισησα-φή-νι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διευκρίνιση, αποσαφήνιση: ~ εννοιών. ΣΥΝ. διασαφήνιση
45154σαφής, ής, ές σα-φής επίθ. {σαφ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· σαφέστ-ερος, -ατος} 1. που είναι εύκολα κατανοητός, χωρίς να αφήνει περιθώρια για παρανοήσεις, ξεκάθαρος: ~ής: νόμος/ορισµός/τίτλος. ~ής: γλώσσα/ερώτηση/οδηγία/πρόταση. ~ές: κείμενο/μήνυμα/περιεχόμενο/συμπέρασμα. ~είς: όροι. ~είς: απαντήσεις/πληροφορίες. Κάνω (κάτι) ~ές. (σπανιότ. για πρόσ.) Ήταν απόλυτα ~ στις δηλώσεις του. Γίνε πιο ~. Πβ. ακριβής.|| ~ής: αντίληψη/δέσμευση/διατύπωση/εικόνα/εντολή/κατηγορία/μαρτυρία/σήμανση/τοποθέτηση (: σε κάποιο θέμα). ~ές: σήμα/σχήµα. ~είς: προθέσεις. ~ καθορισμός αρμοδιοτήτων. ~ οριοθέτηση των δράσεων. ~ές πλαίσιο συνεργασίας. Δεν υπάρχει καμία ~ αναφορά στα γεγονότα. Έχει διαμορφωθεί ~ άποψη υπέρ του ... Πρέπει να γίνει ~ διάκριση μεταξύ ... Έλλειψη ~ούς προγραμματισμού. Έχω ~ή ιδέα (για κάτι). ΑΝΤ. ασαφής (2) 2. που γίνεται αμέσως αντιληπτός, φανερός, προφανής: ~ής: διαχωρισμός/σκοπός/στόχος. ~ής: αύξηση/βελτίωση/διαφορά/ένδειξη/μείωση/μεταστροφή/σχέση/τάση (ανανέωσης)/υπεροχή. ~ές: προβάδισμα. Είναι/καθίσταται ~ές ότι … ● επίρρ.: σαφώς [-ῶς] {σαφέστ-ατα}: Είμαι ~ κατά της βίας. ~ατα (= ασφαλώς) ναι/όχι.|| (επιτατ.) ~ μικρότερο κόστος. ● ΦΡ.: εμμέσως πλην σαφώς βλ. έμμεσος, σοφόν το σαφές βλ. σοφός [< αρχ. σαφής]
45155σαφράνσα-φράν ουσ. (ουδ.) & σαφράνι & (σπάν.) ζαφράν: ΜΑΓΕΙΡ. το φυτό κρόκος, το μπαχαρικό που προέρχεται από αυτό και η σχετική κίτρινη χρωστική ουσία: κόκκινο ~. Ίνες/κλωστές/σκόνη ~. Ρύζι/ψωμί με ~. ΣΥΝ. ζαφορά [< μεσν. σαφράν < γαλλ. safran]
45156σαφρίδιβλ. σαυρίδι
45157σαχουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σκακιστικός όρος που δηλώνει απειλή εναντίον του βασιλιά. Πβ. ματ, ρουά. [< γερμ. Schach]
45158σάχηςσά-χης ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): τίτλος βασιλιάδων κυρ. της Περσίας. [< μεσν. σάχης < περσ. shāh]
45159σαχλαμάρασα-χλα-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): λόγος ή πράξη που στερείται σοβαρότητας: Γράφει ~ες (= ανοησίες, σάχλες). Άκουγα ένα σωρό ~ες (= αρλούμπες, μπούρδες). Μην κάνεις ~ες. Πβ. βλακεία, κουταμάρα, χαζομάρα.|| (κατ' επέκτ., για καθετί κακής ποιότητας) Αγοράζουν όποια ~ δουν στις διαφημίσεις. ● Υποκ.: σαχλαμαρίτσα (η)
45161σαχλαμαρίζωσα-χλα-μα-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {σπάν. σαχλαμάρι-σα} (προφ.): λέω ή κάνω ανοησίες, κουταμάρες: Χαζογελούν και ~ουν.
45162σαχλαμπούχλασα-χλα-μπού-χλα ουσ. (θηλ.) (προφ.): σαχλαμάρα.
45164σάχλαςσά-χλας ουσ. (αρσ.) (προφ.): σαχλαμάρας. ΣΥΝ. σαχλαμπούχλας
45165σάχλεςσά-χλες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. σάχλα} (προφ.): ανοησίες, σαχλαμάρες: Λέει ~ (= μπαρούφες). ● Υποκ.: σαχλίτσες (οι)
45166σαχλός, ή, ό σα-χλός επίθ. (προφ.) 1. ανούσιος, που δεν έχει κανένα νόημα και ενδιαφέρον: ~ή: διαφήμιση/ερώτηση/ταινία. ~ό: τραγούδι. ~ά: αστεία (= ανάλατα, κρύα). Πβ. άνοστος, νερόβραστος. 2. (για πρόσ.) που λέει ή κάνει κουταμάρες, βλακείες: ~οί και γελοίοι. (υβριστ.) Α, να χαθείς ~έ! (= σαχλαμάρα, σάχλα). ΣΥΝ. ανόητος [< μεσν. σαχλός]
45167σαχνισίσα-χνι-σί ουσ. (ουδ.): (στη λαϊκή αρχιτεκτονική) στεγασμένη προεξοχή ορόφου. Βλ. χαγιάτι. [< τουρκ. şahnişin]
45168σάψαλοσά-ψα-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-μειωτ.): (για πρόσ.) σωματικά καταβεβλημένος, γερασμένος. Πβ. ραμολιμέντο, χούφταλο. Βλ. ερείπιο. [< τουρκ. şapşal]
45169σβάρνασβάρ-να ουσ. (θηλ.): γεωργικό εργαλείο με ακίδες, που σύρεται από τρακτέρ και χρησιμοποιείται για τον θρυμματισμό σβόλων, το ίσιωμα της επιφάνειας του οργωμένου εδάφους και το φύτεμα σπόρων: αλυσιδωτή/δονούμενη/οδοντωτή ~. Περιστροφικές ~ες. Βλ. δισκο~. ● ΦΡ.: παίρνω σβάρνα (μτφ.-λαϊκό) 1. πηγαίνω σε πολλά μέρη διαδοχικά: Πήρα ~ τα περίπτερα, για να βρω την εφημερίδα. (συχνά αρνητ. συνυποδ.) Παίρνουν ~ τα κανάλια και μιλούν επί παντός επιστητού.|| ~ ~ όλα τα σάιτ/φόρουμ. ΣΥΝ. παίρνω αμπάριζα (2) 2. παρασύρω κάτι ή κάποιον στο πέρασμά μου: Πήρε ~ ό,τι βρήκε μπροστά του. Βλ. σβαρνίζω.|| (μτφ.) Έχει πάρει ~ όλους τους αντιπάλους του (: τους έχει νικήσει). [< μεσν. σβάρνα]
45170σβαρνίζωσβαρ-νί-ζω ρ. (μτβ.) {σβάρνι-σα, σπάν. -στηκε, -σμένος} & (σπάν.) σβαρνώ (λαϊκό) 1. ΓΕΩΡΓ. διαλύω τους σβόλους οργωμένου χωραφιού με σβάρνα. 2. (μτφ.) ρίχνω κάποιον ή κάτι κάτω και το(ν) σέρνω. [< μεσν. σβαρνίζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.