| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45171 | σβάρνισμα | σβάρ-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΓΕΩΡΓ. θρυμμάτισμα σβόλων με σβάρνα: όργωμα, ~ και σπορά. | |
| 45172 | σβάστικα | σβά-στι-κα ουσ. (θηλ.): ο αγκυλωτός σταυρός ως σύμβολο κυρ. του ναζισμού: η γερμανική ~. [< γερμ. Swastika] | |
| 45173 | σβελτάδα | σβελ-τά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.) & (σπάν.) σβελτοσύνη: ταχύτητα και ευελιξία: Κινείται με ~. Πβ. γρηγοράδα, ευκινησία. Βλ. -άδα. ΑΝΤ. βραδύτητα | |
| 45174 | σβέλτος | , η, ο σβέλ-τος επίθ.: γρήγορος και ευέλικτος: ~η: οδήγηση. ~ες: κινήσεις. Πβ. ευκίνητος.|| ~ος: ρυθμός. ~ο: βήμα. Πβ. γοργός, ταχύς. ΑΝΤ. αργοκίνητος, βραδυκίνητος ● επίρρ.: σβέλτα: Άντε, ~! Έστρωσε στα ~ το τραπέζι. [< ιταλ. svelto] | |
| 45176 | σβέρκος | σβέρ-κος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) σβέρκο (το) (προφ.): αυχένας: χοντρός ~. Πιάστηκε/πόνεσε ο ~ μου. Έσπασε το(ν) ~ο του. Τον άρπαξε από το(ν) ~ο (= τον σβέρκωσε). Βλ. τράχηλος. ● ΦΡ.: του έχει καθίσει στον σβέρκο & τον έχει καβαλήσει στον σβέρκο (μτφ.-προφ.): έχει επιβληθεί με τη βία σε κάποιον, τον εξουσιάζει ή του έχει γίνει βάρος: Δεν θα δεχτώ να μου κάτσει ~., ψωνίζω από σβέρκο (μτφ.-προφ.): (συνήθ. για αγορά προϊόντος) παραπλανιέμαι ή αποτυγχάνω στην επιλογή μου: Τώρα, μάλιστα, ψώνισες ~ (= την πάτησες)., κόβω το(ν) λαιμό/το σβέρκο μου βλ. κόβω, μου ανεβαίνει κάποιος στο σβέρκο βλ. ανεβαίνω [< αλβ. zverk] | |
| 45177 | σβερκώνω | σβερ-κώ-νω ρ. (μτβ.) {σβέρκωσα} (οικ.): αρπάζω κάποιον από τον σβέρκο ή του δίνω μια σβερκιά. | |
| 45178 | σβέση | σβέ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σβήσιμο: ~ των λαμπτήρων/του φωτισμού. Πβ. κατά-, πυρό-σβεση. Βλ. έναυση. [< αρχ. σβέσις] | |
| 45179 | σβήνω | σβή-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσβην-α, έσβη-σα, σβή-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, σβήν-οντας} 1. κάνω κάτι να μην καίει άλλο, να μην είναι αναμμένο ή/και να μη φωτίζει: ~ το σπίρτο/τσιγάρο. Ο αέρας ~σε το κερί. ~σε τα κεράκια του (: για γενέθλια). Οι πυροσβεστικές δυνάμεις ~σαν την πυρκαγιά (πβ. κατέσβεσαν).|| ~ το πορτατίφ/φως. Σβήστε τη λάμπα/τους προβολείς!|| ~σε η δάδα/φλόγα/φωτιά. Ηφαίστειο που έχει ~σει (: είναι ανενεργό). ΑΝΤ. ανάβω (1) 2. διακόπτω τη λειτουργία μηχανής, συσκευής: ~ τον εκτυπωτή/το μάτι (της κουζίνας)/την τηλεόραση/τον φούρνο. Σβήσε τον θερμοσίφωνα! Πβ. κλείνω. ΑΝΤ. ανάβω, ανοίγω.|| ~σε ο κινητήρας/το κινητό/η οθόνη. ~σε ο υπολογιστής λόγω διακοπής ρεύματος. 3. {κυρ. στο γ' πρόσ. αορ.} (μτφ.) πεθαίνω: ~σε (ειρηνικά/ήρεμα) στα πενήντα του. Πβ. ξεψυχώ.|| (προφ., κυρ. στο α' πρόσ. ενεστ., λιποθυμώ:) Αχ, ~, χάνομαι! 4. διαγράφω κάτι που είναι γραμμένο ή υπάρχει σε ηλεκτρονική μορφή: Έγραφε κι ~ε. ~σαν το όνομά του από τη λίστα. Επιγραφές που έχουν ~στεί. (προφ.) Σβήσε τον πίνακα.|| ~ αντίγραφα/αρχεία/μηνύματα/ποστ/σχόλια. ~σαν το πρόγραμμα από τον υπολογιστή. Πβ. απαλείφω. 5. (μτφ.) εξαλείφω, εξαφανίζω: ~ τα ίχνη/τις κακές αναμνήσεις/το παρελθόν. ~σε (= χάθηκε) η ελπίδα/η ζωή/η πίστη/η προσδοκία/το όνειρο/το χαμόγελο (κάποιου). Εικόνα που δεν ~στηκε από τη μνήμη μου. 6. (μτφ.) κατευνάζω, καταπραΰνω: ~σε τη δίψα του (= δροσίστηκε, ξεδίψασε). Ήρθε η παρηγοριά να ~σει τον πόνο (πβ. απαλύνω). Τίποτα δεν μπορεί να ~σει τον πόθο για ελευθερία (πβ. κατασιγάζω, βλ. άσβεστος).|| ~σε το μίσος/η οργή. Πβ. καταλαγιάζει. 7. ΜΑΓΕΙΡ. προσθέτω υγρό, συνήθ. κρασί, στο φαγητό, λίγο πριν ολοκληρωθεί το μαγείρεμά του: ~ουμε (τα μανιτάρια/το κρέας) με κονιάκ/λεμόνι/ξίδι. 8. (μτφ.-προφ.) εξουδετερώνω, αντιμετωπίζω αποτελεσματικά αντίπαλο: Τους ~σε όλους! ● ΦΡ.: γράψε σβήσε/σβήσε γράψε (προφ.): διαρκείς διορθώσεις μέχρι να πάρει ένα κείμενο την επιθυμητή μορφή ή γενικότ. να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα., σβήνω την κλήση/το πρόστιμο (προφ.): ακυρώνω, διαγράφω κλήση ή πρόστιμο της Τροχαίας, συνήθ. παράνομα., ανατέλλει/μεσουρανεί, δύει/σβήνει το άστρο κάποιου βλ. άστρο, έσβησε το καντήλι του βλ. καντήλι, σβήνει/λιώνει σαν αγιοκέρι βλ. αγιοκέρι, σβήνω από το(ν) χάρτη βλ. χάρτης, στο άψε σβήσε βλ. άψε σβήσε ● βλ. σβησμένος [< μεσν. σβήνω < αρχ. σβέννυμι, γαλλ. éteindre, αγγλ. switch off] | |
| 45180 | σβήσιμο | σβή-σι-μο ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του σβήνω: ~ των κεριών/της πυρκαγιάς/της φωτιάς (πβ. κατάσβεση). Σταδιακό ~ του λαμπτήρα/των φώτων (Πβ. σβέση, ΑΝΤ. άναμμα).|| Αυτόματο ~ οθόνης (ΣΥΝ. κλείσιμο, ΑΝΤ. άνοιγμα). ~ του κινητήρα/υπολογιστή.|| Οριστικό ~ αρχείων/κειμένου/μηνυμάτων. ~ της κλήσης/των χρεών. Καθαρογραμμένη αίτηση χωρίς ~ίματα. Πβ. διαγραφή.|| (μτφ.) ~ της ελπίδας/του παρελθόντος. Πβ. εξάλειψη.|| ~ της δίψας/του πόνου. Πβ. ανακούφιση, καταπράυνση, κατευνασμός.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ με κρασί. [< μεσν. σβήσιμο(ν)] | |
| 45181 | σβησμένος | , η, ο σβη-σμέ-νος επίθ.: που έχει σβηστεί: ~η: λάμπα (= σβηστή)/φωτιά. ~ο: ηφαίστειο (= ανενεργό)/καντήλι/κάρβουνο.|| ~η: τηλεόραση (= κλειστή, ΑΝΤ. αναμμένη). Με ~η μηχανή.|| ~ο: αρχείο/σχόλιο. ΣΥΝ. διαγραμμένος.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Σάλτσα ~η με κρασί. ● ΣΥΜΠΛ.: σβησμένος ασβέστης βλ. ασβέστης ● βλ. σβήνω | |
| 45182 | σβηστήρας | σβη-στή-ρας ουσ. (αρσ.) & σβηστήρα (η) & σβήστρα (η) & σβηστήρι (το) (προφ.): γόμα. Βλ. -τήρας. ΣΥΝ. γομολάστιχα | |
| 45183 | σβηστός | , ή, ό σβη-στός επίθ. 1. σβησμένος: ~ή: λάμπα. ~ό: ηφαίστειο/κερί/τζάκι. ~ά φώτα αυτοκινήτου.|| (για μηχανή ή συσκευή) ~ή: οθόνη υπολογιστή/τηλεόραση (= κλειστή, ΑΝΤ. ανοιχτή). Με ~ό καλοριφέρ/κινητήρα. ΑΝΤ. αναμμένος (1) 2. (μτφ.) εξασθενημένος, ανίσχυρος, αδύναμος. [< μεσν. σβηστός, γαλλ. éteint] | |
| 45184 | σβίγκοι | σβί-γκοι ουσ. (αρσ.) (οι) & σβίγγοι: ΖΑΧΑΡ. γλυκό από μπαλάκια αφράτης ζύμης, που έχουν τηγανιστεί σε βούτυρο ή λάδι και περιχύνονται με σιρόπι ή μέλι. Πβ. λουκουμάς. | |
| 45185 | σβολιάζει | σβο-λιά-ζει ρ. (αμτβ.) {σβόλια-σε, -σμένος} & σβωλιάζει (προφ.): (συνήθ. για φαγητό) σχηματίζει σβόλους: ~σε η κουβερτούρα/μπεσαμέλ. Ανακατεύουμε καλά, για να μη ~σει (ενν. το μείγμα). ~σμένη: κρέμα.|| ~σμένο: χώμα. | |
| 45186 | σβόλιασμα | σβό-λια-σμα ουσ. (ουδ.) & σβώλιασμα (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σβολιάζω. | |
| 45187 | σβόλος | σβό-λος ουσ. (αρσ.) & σβώλος: βόλος: (ΓΕΩΠ.) ~οι με σπόρους. Αναδάσωση/σπορά με ~ους.|| Μείγμα/πουρές χωρίς ~ους. Κάνει ~ους (= σβολιάζει). ● Υποκ.: σβολάκι (το) | |
| 45188 | σβουνιά | σβου-νιά ουσ. (θηλ.) & βουνιά (λαϊκό): περίττωμα μεγάλου ζώου, κυρ. βοδιού. | |
| 45189 | σβούρα | σβού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ξύλινο, πλαστικό ή μεταλλικό παιχνίδι σε σχήμα ανεστραμμένου κώνου, με αιχμηρό άκρο, στο οποίο στηρίζεται, για να περιστραφεί με μεγάλη ταχύτητα: πολύχρωμη/φωτεινή ~. Βλ. γιογιό.|| Κάνει ~ες (: γύρες). 2. ΤΕΧΝΟΛ. ξυλουργικό μηχάνημα στο οποίο προσαρμόζονται κοπτήρες ή άλλα εργαλεία. ● Υποκ.: σβουρίτσα (η) ● ΦΡ.: γυρίζει σαν (τη) σβούρα & (σπάν.) στριφογυρίζει/κινείται σαν σβούρα: συνήθ. για άτομο υπερβολικά κινητικό ή δραστήριο. [< μεσν. *σβούρα, γαλλ. toupie] | |
| 45190 | σβουράκι | σβου-ρά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα με περιστρεφόμενο δίσκο, που χρησιμοποιείται για τη λείανση επιφανειών: ηλεκτρικό/περιστροφικό ~. Τρίψιμο με γυαλόχαρτο ή ~. Βλ. τροχός. 2. (σπάν.-υποκ.) μικρή σβούρα. | |
| 45191 | σβουρίζω | σβου-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σβούρ-ισα κ. -ιξα} 1. (προφ.) περιστρέφομαι, κινούμαι διαρκώς ή/και βουίζω όπως η σβούρα: ~ει στα εμπορικά καταστήματα.|| Ένα κουνούπι ~ει στ' αυτιά μου. 2. (μτφ.-λαϊκό) χαστουκίζω, καρπαζώνω: Του τη ~ιξε. [< μεσν. σβουρίζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ