Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [45720-45740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45158σάχηςσά-χης ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): τίτλος βασιλιάδων κυρ. της Περσίας. [< μεσν. σάχης < περσ. shāh]
45159σαχλαμάρασα-χλα-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): λόγος ή πράξη που στερείται σοβαρότητας: Γράφει ~ες (= ανοησίες, σάχλες). Άκουγα ένα σωρό ~ες (= αρλούμπες, μπούρδες). Μην κάνεις ~ες. Πβ. βλακεία, κουταμάρα, χαζομάρα.|| (κατ' επέκτ., για καθετί κακής ποιότητας) Αγοράζουν όποια ~ δουν στις διαφημίσεις. ● Υποκ.: σαχλαμαρίτσα (η)
45161σαχλαμαρίζωσα-χλα-μα-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {σπάν. σαχλαμάρι-σα} (προφ.): λέω ή κάνω ανοησίες, κουταμάρες: Χαζογελούν και ~ουν.
45162σαχλαμπούχλασα-χλα-μπού-χλα ουσ. (θηλ.) (προφ.): σαχλαμάρα.
45164σάχλαςσά-χλας ουσ. (αρσ.) (προφ.): σαχλαμάρας. ΣΥΝ. σαχλαμπούχλας
45165σάχλεςσά-χλες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. σάχλα} (προφ.): ανοησίες, σαχλαμάρες: Λέει ~ (= μπαρούφες). ● Υποκ.: σαχλίτσες (οι)
45166σαχλός, ή, ό σα-χλός επίθ. (προφ.) 1. ανούσιος, που δεν έχει κανένα νόημα και ενδιαφέρον: ~ή: διαφήμιση/ερώτηση/ταινία. ~ό: τραγούδι. ~ά: αστεία (= ανάλατα, κρύα). Πβ. άνοστος, νερόβραστος. 2. (για πρόσ.) που λέει ή κάνει κουταμάρες, βλακείες: ~οί και γελοίοι. (υβριστ.) Α, να χαθείς ~έ! (= σαχλαμάρα, σάχλα). ΣΥΝ. ανόητος [< μεσν. σαχλός]
45167σαχνισίσα-χνι-σί ουσ. (ουδ.): (στη λαϊκή αρχιτεκτονική) στεγασμένη προεξοχή ορόφου. Βλ. χαγιάτι. [< τουρκ. şahnişin]
45168σάψαλοσά-ψα-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-μειωτ.): (για πρόσ.) σωματικά καταβεβλημένος, γερασμένος. Πβ. ραμολιμέντο, χούφταλο. Βλ. ερείπιο. [< τουρκ. şapşal]
45169σβάρνασβάρ-να ουσ. (θηλ.): γεωργικό εργαλείο με ακίδες, που σύρεται από τρακτέρ και χρησιμοποιείται για τον θρυμματισμό σβόλων, το ίσιωμα της επιφάνειας του οργωμένου εδάφους και το φύτεμα σπόρων: αλυσιδωτή/δονούμενη/οδοντωτή ~. Περιστροφικές ~ες. Βλ. δισκο~. ● ΦΡ.: παίρνω σβάρνα (μτφ.-λαϊκό) 1. πηγαίνω σε πολλά μέρη διαδοχικά: Πήρα ~ τα περίπτερα, για να βρω την εφημερίδα. (συχνά αρνητ. συνυποδ.) Παίρνουν ~ τα κανάλια και μιλούν επί παντός επιστητού.|| ~ ~ όλα τα σάιτ/φόρουμ. ΣΥΝ. παίρνω αμπάριζα (2) 2. παρασύρω κάτι ή κάποιον στο πέρασμά μου: Πήρε ~ ό,τι βρήκε μπροστά του. Βλ. σβαρνίζω.|| (μτφ.) Έχει πάρει ~ όλους τους αντιπάλους του (: τους έχει νικήσει). [< μεσν. σβάρνα]
45170σβαρνίζωσβαρ-νί-ζω ρ. (μτβ.) {σβάρνι-σα, σπάν. -στηκε, -σμένος} & (σπάν.) σβαρνώ (λαϊκό) 1. ΓΕΩΡΓ. διαλύω τους σβόλους οργωμένου χωραφιού με σβάρνα. 2. (μτφ.) ρίχνω κάποιον ή κάτι κάτω και το(ν) σέρνω. [< μεσν. σβαρνίζω]
45171σβάρνισμασβάρ-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΓΕΩΡΓ. θρυμμάτισμα σβόλων με σβάρνα: όργωμα, ~ και σπορά.
45172σβάστικασβά-στι-κα ουσ. (θηλ.): ο αγκυλωτός σταυρός ως σύμβολο κυρ. του ναζισμού: η γερμανική ~. [< γερμ. Swastika]
45173σβελτάδασβελ-τά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.) & (σπάν.) σβελτοσύνη: ταχύτητα και ευελιξία: Κινείται με ~. Πβ. γρηγοράδα, ευκινησία. Βλ. -άδα. ΑΝΤ. βραδύτητα
45174σβέλτος, η, ο σβέλ-τος επίθ.: γρήγορος και ευέλικτος: ~η: οδήγηση. ~ες: κινήσεις. Πβ. ευκίνητος.|| ~ος: ρυθμός. ~ο: βήμα. Πβ. γοργός, ταχύς. ΑΝΤ. αργοκίνητος, βραδυκίνητος ● επίρρ.: σβέλτα: Άντε, ~! Έστρωσε στα ~ το τραπέζι. [< ιταλ. svelto]
45176σβέρκοςσβέρ-κος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) σβέρκο (το) (προφ.): αυχένας: χοντρός ~. Πιάστηκε/πόνεσε ο ~ μου. Έσπασε το(ν) ~ο του. Τον άρπαξε από το(ν) ~ο (= τον σβέρκωσε). Βλ. τράχηλος. ● ΦΡ.: του έχει καθίσει στον σβέρκο & τον έχει καβαλήσει στον σβέρκο (μτφ.-προφ.): έχει επιβληθεί με τη βία σε κάποιον, τον εξουσιάζει ή του έχει γίνει βάρος: Δεν θα δεχτώ να μου κάτσει ~., ψωνίζω από σβέρκο (μτφ.-προφ.): (συνήθ. για αγορά προϊόντος) παραπλανιέμαι ή αποτυγχάνω στην επιλογή μου: Τώρα, μάλιστα, ψώνισες ~ (= την πάτησες)., κόβω το(ν) λαιμό/το σβέρκο μου βλ. κόβω, μου ανεβαίνει κάποιος στο σβέρκο βλ. ανεβαίνω [< αλβ. zverk]
45177σβερκώνωσβερ-κώ-νω ρ. (μτβ.) {σβέρκωσα} (οικ.): αρπάζω κάποιον από τον σβέρκο ή του δίνω μια σβερκιά.
45178σβέσησβέ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σβήσιμο: ~ των λαμπτήρων/του φωτισμού. Πβ. κατά-, πυρό-σβεση. Βλ. έναυση. [< αρχ. σβέσις]
45179σβήνωσβή-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσβην-α, έσβη-σα, σβή-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, σβήν-οντας} 1. κάνω κάτι να μην καίει άλλο, να μην είναι αναμμένο ή/και να μη φωτίζει: ~ το σπίρτο/τσιγάρο. Ο αέρας ~σε το κερί. ~σε τα κεράκια του (: για γενέθλια). Οι πυροσβεστικές δυνάμεις ~σαν την πυρκαγιά (πβ. κατέσβεσαν).|| ~ το πορτατίφ/φως. Σβήστε τη λάμπα/τους προβολείς!|| ~σε η δάδα/φλόγα/φωτιά. Ηφαίστειο που έχει ~σει (: είναι ανενεργό). ΑΝΤ. ανάβω (1) 2. διακόπτω τη λειτουργία μηχανής, συσκευής: ~ τον εκτυπωτή/το μάτι (της κουζίνας)/την τηλεόραση/τον φούρνο. Σβήσε τον θερμοσίφωνα! Πβ. κλείνω. ΑΝΤ. ανάβω, ανοίγω.|| ~σε ο κινητήρας/το κινητό/η οθόνη. ~σε ο υπολογιστής λόγω διακοπής ρεύματος. 3. {κυρ. στο γ' πρόσ. αορ.} (μτφ.) πεθαίνω: ~σε (ειρηνικά/ήρεμα) στα πενήντα του. Πβ. ξεψυχώ.|| (προφ., κυρ. στο α' πρόσ. ενεστ., λιποθυμώ:) Αχ, ~, χάνομαι! 4. διαγράφω κάτι που είναι γραμμένο ή υπάρχει σε ηλεκτρονική μορφή: Έγραφε κι ~ε. ~σαν το όνομά του από τη λίστα. Επιγραφές που έχουν ~στεί. (προφ.) Σβήσε τον πίνακα.|| ~ αντίγραφα/αρχεία/μηνύματα/ποστ/σχόλια. ~σαν το πρόγραμμα από τον υπολογιστή. Πβ. απαλείφω. 5. (μτφ.) εξαλείφω, εξαφανίζω: ~ τα ίχνη/τις κακές αναμνήσεις/το παρελθόν. ~σε (= χάθηκε) η ελπίδα/η ζωή/η πίστη/η προσδοκία/το όνειρο/το χαμόγελο (κάποιου). Εικόνα που δεν ~στηκε από τη μνήμη μου. 6. (μτφ.) κατευνάζω, καταπραΰνω: ~σε τη δίψα του (= δροσίστηκε, ξεδίψασε). Ήρθε η παρηγοριά να ~σει τον πόνο (πβ. απαλύνω). Τίποτα δεν μπορεί να ~σει τον πόθο για ελευθερία (πβ. κατασιγάζω, βλ. άσβεστος).|| ~σε το μίσος/η οργή. Πβ. καταλαγιάζει. 7. ΜΑΓΕΙΡ. προσθέτω υγρό, συνήθ. κρασί, στο φαγητό, λίγο πριν ολοκληρωθεί το μαγείρεμά του: ~ουμε (τα μανιτάρια/το κρέας) με κονιάκ/λεμόνι/ξίδι. 8. (μτφ.-προφ.) εξουδετερώνω, αντιμετωπίζω αποτελεσματικά αντίπαλο: Τους ~σε όλους! ● ΦΡ.: γράψε σβήσε/σβήσε γράψε (προφ.): διαρκείς διορθώσεις μέχρι να πάρει ένα κείμενο την επιθυμητή μορφή ή γενικότ. να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα., σβήνω την κλήση/το πρόστιμο (προφ.): ακυρώνω, διαγράφω κλήση ή πρόστιμο της Τροχαίας, συνήθ. παράνομα., ανατέλλει/μεσουρανεί, δύει/σβήνει το άστρο κάποιου βλ. άστρο, έσβησε το καντήλι του βλ. καντήλι, σβήνει/λιώνει σαν αγιοκέρι βλ. αγιοκέρι, σβήνω από το(ν) χάρτη βλ. χάρτης, στο άψε σβήσε βλ. άψε σβήσε ● βλ. σβησμένος [< μεσν. σβήνω < αρχ. σβέννυμι, γαλλ. éteindre, αγγλ. switch off]
45180σβήσιμοσβή-σι-μο ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του σβήνω: ~ των κεριών/της πυρκαγιάς/της φωτιάς (πβ. κατάσβεση). Σταδιακό ~ του λαμπτήρα/των φώτων (Πβ. σβέση, ΑΝΤ. άναμμα).|| Αυτόματο ~ οθόνης (ΣΥΝ. κλείσιμο, ΑΝΤ. άνοιγμα). ~ του κινητήρα/υπολογιστή.|| Οριστικό ~ αρχείων/κειμένου/μηνυμάτων. ~ της κλήσης/των χρεών. Καθαρογραμμένη αίτηση χωρίς ~ίματα. Πβ. διαγραφή.|| (μτφ.) ~ της ελπίδας/του παρελθόντος. Πβ. εξάλειψη.|| ~ της δίψας/του πόνου. Πβ. ανακούφιση, καταπράυνση, κατευνασμός.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ με κρασί. [< μεσν. σβήσιμο(ν)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.