Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [45740-45760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45181σβησμένος, η, ο σβη-σμέ-νος επίθ.: που έχει σβηστεί: ~η: λάμπα (= σβηστή)/φωτιά. ~ο: ηφαίστειο (= ανενεργό)/καντήλι/κάρβουνο.|| ~η: τηλεόραση (= κλειστή, ΑΝΤ. αναμμένη). Με ~η μηχανή.|| ~ο: αρχείο/σχόλιο. ΣΥΝ. διαγραμμένος.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Σάλτσα ~η με κρασί. ● ΣΥΜΠΛ.: σβησμένος ασβέστης βλ. ασβέστης ● βλ. σβήνω
45182σβηστήραςσβη-στή-ρας ουσ. (αρσ.) & σβηστήρα (η) & σβήστρα (η) & σβηστήρι (το) (προφ.): γόμα. Βλ. -τήρας. ΣΥΝ. γομολάστιχα
45183σβηστός, ή, ό σβη-στός επίθ. 1. σβησμένος: ~ή: λάμπα. ~ό: ηφαίστειο/κερί/τζάκι. ~ά φώτα αυτοκινήτου.|| (για μηχανή ή συσκευή) ~ή: οθόνη υπολογιστή/τηλεόραση (= κλειστή, ΑΝΤ. ανοιχτή). Με ~ό καλοριφέρ/κινητήρα. ΑΝΤ. αναμμένος (1) 2. (μτφ.) εξασθενημένος, ανίσχυρος, αδύναμος. [< μεσν. σβηστός, γαλλ. éteint]
45184σβίγκοισβί-γκοι ουσ. (αρσ.) (οι) & σβίγγοι: ΖΑΧΑΡ. γλυκό από μπαλάκια αφράτης ζύμης, που έχουν τηγανιστεί σε βούτυρο ή λάδι και περιχύνονται με σιρόπι ή μέλι. Πβ. λουκουμάς.
45185σβολιάζεισβο-λιά-ζει ρ. (αμτβ.) {σβόλια-σε, -σμένος} & σβωλιάζει (προφ.): (συνήθ. για φαγητό) σχηματίζει σβόλους: ~σε η κουβερτούρα/μπεσαμέλ. Ανακατεύουμε καλά, για να μη ~σει (ενν. το μείγμα). ~σμένη: κρέμα.|| ~σμένο: χώμα.
45186σβόλιασμασβό-λια-σμα ουσ. (ουδ.) & σβώλιασμα (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σβολιάζω.
45187σβόλοςσβό-λος ουσ. (αρσ.) & σβώλος: βόλος: (ΓΕΩΠ.) ~οι με σπόρους. Αναδάσωση/σπορά με ~ους.|| Μείγμα/πουρές χωρίς ~ους. Κάνει ~ους (= σβολιάζει). ● Υποκ.: σβολάκι (το)
45188σβουνιάσβου-νιά ουσ. (θηλ.) & βουνιά (λαϊκό): περίττωμα μεγάλου ζώου, κυρ. βοδιού.
45189σβούρασβού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ξύλινο, πλαστικό ή μεταλλικό παιχνίδι σε σχήμα ανεστραμμένου κώνου, με αιχμηρό άκρο, στο οποίο στηρίζεται, για να περιστραφεί με μεγάλη ταχύτητα: πολύχρωμη/φωτεινή ~. Βλ. γιογιό.|| Κάνει ~ες (: γύρες). 2. ΤΕΧΝΟΛ. ξυλουργικό μηχάνημα στο οποίο προσαρμόζονται κοπτήρες ή άλλα εργαλεία. ● Υποκ.: σβουρίτσα (η) ● ΦΡ.: γυρίζει σαν (τη) σβούρα & (σπάν.) στριφογυρίζει/κινείται σαν σβούρα: συνήθ. για άτομο υπερβολικά κινητικό ή δραστήριο. [< μεσν. *σβούρα, γαλλ. toupie]
45190σβουράκισβου-ρά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα με περιστρεφόμενο δίσκο, που χρησιμοποιείται για τη λείανση επιφανειών: ηλεκτρικό/περιστροφικό ~. Τρίψιμο με γυαλόχαρτο ή ~. Βλ. τροχός. 2. (σπάν.-υποκ.) μικρή σβούρα.
45191σβουρίζωσβου-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σβούρ-ισα κ. -ιξα} 1. (προφ.) περιστρέφομαι, κινούμαι διαρκώς ή/και βουίζω όπως η σβούρα: ~ει στα εμπορικά καταστήματα.|| Ένα κουνούπι ~ει στ' αυτιά μου. 2. (μτφ.-λαϊκό) χαστουκίζω, καρπαζώνω: Του τη ~ιξε. [< μεσν. σβουρίζω]
45192σβούρισμασβού-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): γρήγορη και συνήθ. θορυβώδης περιστροφή.
45193σβουριχτός, ή, ό σβου-ρι-χτός επίθ. (προφ.): που γίνεται με ορμή, δύναμη: ~ή: σφαλιάρα/φάπα. ~ό: φιλί/χαστούκι.|| (ως ουσ.) Του 'δωσε/έφαγε μια ~ή (ενν. καρπαζιά).|| Πέρασε ~ δίπλα τους (: με μεγάλη ταχύτητα).
45194σβωλιάζειβλ. σβολιάζει
45195σβώλιασμαβλ. σβόλιασμα
45196σβώλοςβλ. σβόλος
45197σγουραίνωσγου-ραί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σγούρυνε, κυρ. στο γ' πρόσ.}: (για μαλλιά) κατσαρώνω, φριζάρω. [< μεσν. σγουραίνω’]
45198σγουρομάλλης, α, ικο σγου-ρο-μάλ-λης επίθ./ουσ. & σγουρόμαλλος, η, ο: που έχει σγουρά, κατσαρά μαλλιά. Βλ. -μάλλης. ΣΥΝ. κατσαρομάλλης [< μεσν. σγουρομάλης, σγουρόμαλος]
45199σγουρός, ή, ό σγου-ρός επίθ.: κατσαρός: ~ή: τρίχα. ~ά: γένια/μαλλιά (ΣΥΝ. μπουκλέ, ΑΝΤ. ίσια). ~ή και φουντωτή ουρά.|| (μτφ.) ~ός: βασιλικός. ~ή: σαλάτα (= ~ό μαρούλι). ΣΥΝ. φριζέ [< μεσν. σγουρός]
45200ΣΔ(η): Σοσιαλιστική Διεθνής.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.