| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45212 | ΣΕΑΤΕΚ | (το): Συμβούλιο Επαγγελματικής Αναγνώρισης Τίτλων Εκπαίδευσης και Κατάρτισης. | |
| 45213 | ΣΕΒ | (ο): Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (πρώην Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών). | |
| 45214 | σέβας | σέ-βας ουσ. (ουδ.) {σέβη} (λόγ.): σεβασμός· κυρ. στις ● ΦΡ.: τα σέβη μου (επίσ.): πολύ ευγενικός και τιμητικός χαιρετισμός, συνήθ. προς υψηλά ιστάμενο πρόσωπο, μεγαλύτερης ηλικίας ή άξιο ιδιαίτερης τιμής: ~ ~ κύριε Πρόεδρε. ~ ~ στη μητέρα σας (πβ. χαιρετίσματα). ΣΥΝ. τα σεβάσματά μου [< γαλλ. mes respects] , υποβάλλω τα σέβη μου (σε κάποιον) βλ. υποβάλλω [< αρχ. σέβας] | |
| 45215 | σεβάσματα | σε-βά-σμα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): κυρ. στη ● ΦΡ.: τα σεβάσματά μου (επίσ.): τα σέβη μου: ~ ~ κύριε Γενικέ/Καθηγητά. [< μτγν. σέβασμα] | |
| 45216 | σεβάσμιος | , α, ο σε-βά-σμι-ος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): (συνήθ. για πρόσ. μεγάλης ηλικίας ή κληρικό) που εμπνέει σεβασμό: ~ος: γέροντας/δάσκαλος/ιερέας/μοναχός. ~α: μορφή.|| (για κάτι που θεωρείται ιερό) ~ος: χώρος. ~α: εικόνα (της Θεοτόκου). Πβ. αξιοσέβαστος, σεβαστός, σεπτός. [< μτγν. σεβάσμιος] | |
| 45217 | Σεβασμιότατος | Σε-βα-σμι-ό-τα-τος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -άτου} & (λόγ.) Σεβασμιώτατος: ΕΚΚΛΗΣ. προσφώνηση επισκόπου: ~ Μητροπολίτης. Πβ. Πανιερότατος. Βλ. μακαριότατος. [< μτγν. σεβασμιώτατος] | |
| 45218 | σεβασμιότητα | σε-βα-σμι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Σ) προσφώνηση μητροπολίτη: προς την Αυτού ~. 2. (λόγ.) η ιδιότητα του σεβάσμιου. Βλ. -ότητα. [< μτγν. σεβασμιότης ‘σεβασμός, τιμή, λατρεία’] | |
| 45219 | σεβασμός | σε-βα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. εκτίμηση και θαυμασμός για κάποιον λόγω των αρετών, των ικανοτήτων ή των επιτευγμάτων του· η εκδήλωση αυτού του αισθήματος, η αναγνώριση της αξίας και της προσωπικότητας του άλλου: αμοιβαίος (πβ. αλληλο~)/βαθύς/μεγάλος ~. Αισθάνομαι/νιώθω/τρέφω ~ό για ... Μας εμπνέει ~ό. Είναι άξιος ~ού (= αξιοσέβαστος). Με ~ (: στο τέλος επιστολής).|| Έκφραση/έλλειψη/ένδειξη ~ού. Τον ακούει/της μιλάει με ~ό. Δείχνει ~ό προς τον/απέναντι στον άνθρωπο/πολίτη. Με όλο τον ~ό στο πρόσωπό σας ... Με ~ό και αγάπη για τον δάσκαλό του.|| ~ των ατόμων με αναπηρίες/του καταναλωτή/του κοινού/του πελάτη. Σιώπησα από ~ό στον εαυτό μου (= αυτο~). Πβ. τιμή.|| (κατ' επέκτ., ευλάβεια, ευσέβεια:) ~ στον Θεό/στους νεκρούς. ΑΝΤ. ασέβεια 2. φροντίδα, προστασία για κάτι που θεωρείται ότι έχει σπουδαιότητα ή ιερότητα· τήρηση: ο ~ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων/της αξιοπρέπειας (των άλλων)/των αξιών/της αυτονομίας/του δημοσίου χρήματος/της διαφορετικότητας/της ζωής/του κοινού συμφέροντος/των μειονοτήτων/της προσωπικότητας. ~ της μνήμης (κάποιου). Λαός που τρέφει έντονο/μεγάλο ~ό για την παράδοσή του. Με πλήρη ~ό στις απόψεις/αρχές σας. Ο πολίτης οφείλει ~ό στους θεσμούς.|| Ο ~ του απορρήτου/της δεοντολογίας/των διατάξεων/της εκεχειρίας/των νόμων/του Συντάγματος. Ο ~ της διεθνούς νομιμότητας/της εδαφικής ακεραιότητας των κρατών/της ελευθερίας της έκφρασης/της έννομης τάξης. ΑΝΤ. παραβίαση. [< μτγν. σεβασμός, αγγλ.-γαλλ. respect] | |
| 45220 | σεβαστικός | , ή, ό σε-βα-στι-κός επίθ.: που δείχνει σεβασμό: ~ός: άνθρωπος. ~ή: στάση. ● επίρρ.: σεβαστικά [< μτγν. σεβαστικός, γαλλ. respectueux] | |
| 45221 | σεβαστός | , ή, ό σε-βα-στός επίθ. 1. (για πρόσ. μεγαλύτερης ηλικίας) αξιοσέβαστος, σεβάσμιος· (για κάτι) που αξίζει να του δοθεί προσοχή, σημασία ή πρέπει να τηρηθεί: ~ός: άνθρωπος/πατέρας. (ως προσφών., για να εκφραστεί απεριόριστη εκτίμηση) ~έ μου δάσκαλε/φίλε. Πβ. πολυσέβαστος.|| ~ός: θεσμός/κανόνας. ~ή: άποψη/γνώμη/επιθυμία. ~ό: αποτέλεσμα. ~ά: επιχειρήματα. Είναι ~ή η απόφασή/ετυμηγορία του. Δεν έχουν γίνει ~ά τα δικαιώματά τους. Έγινε ~ό το αίτημά του (πβ. αποδεκτό). 2. (λόγ., για ποσότητα ή μέγεθος) αρκετά σημαντικός, υπολογίσιμος, αξιόλογος: ~ό: εισόδημα/ποσό/ποσοστό. ~ές: απώλειες. ~ά: κέρδη. Ένας ~ αριθμός ατόμων/μαθημάτων. ΑΝΤ. αμελητέος, ασήμαντος [< μτγν. σεβαστός, γαλλ. respectable] | |
| 45222 | σέβεντις | σέ-βε-ντις ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (συνήθ. γράφεται 70s, κυρ. νεαν. αργκό): η δεκαετία του 1970: ροκ δίσκοι από τα ~. Στις αρχές των ~. Βλ. σίξτις, έιτις, νάιντις. [< αγγλ. seventies] | |
| 45223 | σεβιότ | σε-βι-ότ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μάλλινο σκωτσέζικο ύφασμα εξαιρετικής ποιότητας: ~ και τουίντ. [< γαλλ. cheviotte, αγγλ. cheviot] | |
| 45224 | σεβνταλής | σεβ-ντα-λής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. σεβνταλού} (λαϊκό): αυτός που έχει σεβντά, ερωτευμένος ή ερωτιάρης: νταής και ~. Πβ. ερωτοχτυπημένος, καψούρης. Βλ. -λής. [< τουρκ. sevdalι] | |
| 45225 | σεβνταλίδικος | , η, ο σεβ-ντα-λί-δι-κος επίθ. (λαϊκό) : που αναφέρεται στον σεβνταλή: ~α: τραγούδια. Βλ. -ίδικος. | |
| 45226 | σεβντάς | σεβ-ντάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ερωτικός καημός: βαρύς/μεγάλος ~. Πβ. νταλκάς, ντέρτι, σεκλέτι. [< τουρκ. sevda] | |
| 45227 | σέβομαι | σέ-βο-μαι ρ. (μτβ.) {σεβά-στηκα, σεβα-στεί, σεβ-όμενος} 1. νιώθω ή κυρ. δείχνω σεβασμό για κάποιον: ~εται τους ανθρώπους/τους γονείς του. Απαιτεί/θέλει να τον ~ονται. ~στείτε ο ένας τον άλλον.|| (ειδικότ., δεν θίγω, προσβάλλω:) (Δεν) ~ονται τον αναγνώστη/τον καταναλωτή/το κοινό. Καλλιτέχνης που ~εται τον εαυτό του (: έχει αυτοσεβασμό, είναι πιστός στην τέχνη του). Πβ. τιμώ. ΑΝΤ. ασεβώ, ατιμάζω 2. αναγνωρίζω το κύρος, την αξία που έχει κάτι· το τηρώ: ~ την απόφασή/τη δουλειά/την προσπάθειά σου (πβ. εκτιμώ, υπολήπτομαι). ~ τις ιδέες και τα πιστεύω/την προσωπικότητα κάθε ανθρώπου. ~ τη ζωή/το περιβάλλον/τη φύση. ~εται τις διαφορετικές απόψεις/παραδόσεις. ~ονται την ανάγκη μας για ... Δεν ~ονται τον πόνο του άλλου. ~ το γεγονός ότι .../(προφ.) ότι ... (προστ.) Σεβάσου το δικαίωμα των άλλων να ... Εφημερίδα που ~στηκε την αλήθεια. Δεν ~στηκε τη μνήμη του νεκρού. (για κράτος:) Πρέπει να ~στεί την εδαφική ακεραιότητα της ...|| ~ τους κανόνες/τους νόμους/τα όρια ταχύτητας. Oι συμμετέχοντες οφείλουν να ~στούν τους όρους του διαγωνισμού. Θα ~στεί την εκεχειρία/τη συμφωνία. ~στείτε την κοινή ησυχία. ΑΝΤ. καταστρατηγώ, παραβιάζω. [< αρχ. σέβομαι, γαλλ. respecter, αγγλ. respect] | |
| 45228 | σεβρό | σε-βρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. λεπτό και μαλακό επεξεργασμένο δέρμα κατσικιού: γάντια/παπούτσια από ~. Βλ. σουέτ. 2. ΤΕΧΝΟΛ. (καταχρ.) σερβόφρενο: ~ φρένων. [< 1: γαλλ. chevreau] | |
| 45229 | σέγα | σέ-γα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρικό συνήθ. πριόνι με στενή λάμα που χρησιμοποιείται κυρ. για ευθείες και καμπύλες κοπές ξύλων, μετάλλων, πλαστικών: επαναφορτιζόμενη ~. ~ μπαταρίας/ξυλοκοπτικής/πάγκου/χειρός. Βλ. μπλακεντέκερ, σπαθόσεγα. [< ιταλ. sega, γερμ. Säge] | |
| 45230 | σεγάτσα | σε-γά-τσα ουσ. (θηλ.) & σιγάτσα: ΤΕΧΝΟΛ. μεγάλο και πλατύ ξυλουργικό πριόνι. Βλ. αλεποουρά. [< ιταλ. segaccio] | |
| 45231 | ΣΕΓΕ | (ο): Σύνδεσμος Επιχειρηματιών Γυναικών Ελλάδας. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ