Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4560-4580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3627ανδροπαρέαβλ. αντροπαρέα
3628ανδρόπαυση[ἀνδρόπαυση] αν-δρό-παυ-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φυσιολογική σταδιακή κάμψη της σεξουαλικής δραστηριότητας του άνδρα μετά την ώριμη ηλικία, κυρ. λόγω μείωσης της τεστοστερόνης. Πβ. ανδρική: εμμηνόπαυση,κλιμακτήριος. [< γαλλ. andropause, 1952, αγγλ. ~, 1967]
3629ανδροπρέπεια[ἀνδροπρέπεια] αν-δρο-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ανδροπρεπούς. Πβ. ανδρισμός, αρρενωπότητα. Βλ. θηλυ-κότητα, -πρέπεια.
3630ανδροπρεπής, ής, ές [ἀνδροπρεπής] αν-δρο-πρε-πής επίθ. (λόγ.): που ταιριάζει σε ή μοιάζει με άντρα, συνήθ. στην εμφάνιση, το ήθος ή και τη συμπεριφορά: ~ής: στάση. ~είς: γυναίκες (= αντρογυναίκες). ~ή: χαρακτηριστικά. Πβ. ανδρικός, αντρίκειος, αρρενωπός. Βλ. -πρεπής. ΑΝΤ. θηλυπρεπής ● επίρρ.: ανδροπρεπώς [-ῶς] (λόγ.) [< μτγν. ἀνδροπρεπής]
3631ανδροστερόνη[ἀνδροστερόνη] αν-δρο-στε-ρό-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ανδρογόνος ορμόνη (σύμβ. C19H30O2)που παράγεται από την τεστοστερόνη. Βλ. -όνη. [< γαλλ. androstérone, 1931, αγγλ. androsterone, 1934]
3632ανδρώνας[ἀνδρώνας] αν-δρώ-νας ουσ. (αρσ.) 1. ΑΡΧ. & ανδρωνίτης: ευρύχωρο δωμάτιο στο ισόγειο της αρχαίας ελληνικής οικίας, στο οποίο τελούνταν δείπνα και συμπόσια, όπου συμμετείχαν μόνο άντρες. Βλ. γυναικωνίτης, -ώνας. 2. ΒΟΤ. (περιληπτ.) στήμονες άνθους. [< 1: αρχ. ἀνδρών 2: γαλλ. androcée, αγγλ. andrœcium]
3633ανδρώνομαι[ἀνδρώνομαι] αν-δρώ-νο-μαι ρ. {ανδρώ-θηκε, -μένος, σπανιότ. ενεργ. άνδρω-σε, -σαν, ανδρώ-σει} & (λαϊκό) αντρώνομαι 1. (μτφ.) αναπτύσσομαι και ολοκληρώνομαι, συνήθ. μέσα από δυσκολίες ή συγκρούσεις: Η περιοχή ~εται οικονομικά. ~ηκε επιστημονικά.|| (σπανιότ.) Κίνημα που γαλούχησε και ~σε πολιτικά μια ολόκληρη γενιά. Οι δοκιμασίες τον ~σαν. 2. γίνομαι άνδρας, ενηλικιώνομαι: Μεγάλωσε και ~θηκε (= ωρίμασε) στη ... [< 2: αρχ. ἀνδροῦμαι]
3634ανδρωνυμικό[ἀνδρωνυμικό] αν-δρω-νυ-μι-κό ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. όνομα γυναίκας που παράγεται από το βαφτιστικό ή σπανιότ. το επίθετο του συζύγου της: π.χ. Βασίλαινα/Μήτσαινα (από τα Βασίλης και Μήτσος, αντίστοιχα). Βλ. πατριδωνυμικό. [< αρχ. ἀνδρωνυμικόν]
3635άνδρωση[ἄνδρωση] άν-δρω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ανάπτυξη και ολοκλήρωση, ωρίμανση: πνευματική/πολιτιστική ~. Γένεση και ~ μιας γενιάς/μιας οργάνωσης. Πβ. ενηλικίωση.
3636ανε- & ανέ-(ιδιωμ.-λαϊκό): στερητικό πρόθημα: ανε-χόρταγος. Βλ. α-.
3638ανέβα[ἀνέβα] α-νέ-βα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ανέβασμα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: ανέβα-κατέβα & το ανέβα και το κατέβα (προφ.): ανεβοκατέβασμα: Αυτό το ~ ~ (σ)τη σκάλα μ' έχει ξεπατώσει!|| (μτφ.) Με κούρασε πια αυτό το ~ ~ (: οι συχνές επισκέψεις) στο Υπουργείο! Βλ. πήγαινε-έλα. [< μεσν. ανέβα]
3639ανεβάζω[ἀνεβάζω] α-νε-βά-ζω ρ. (μτβ.) {ανέβα-σα, ανεβά-σει -σμένος, ανεβάζ-οντας} 1. μετακινώ ή σηκώνω κάποιον ή κάτι από κάτω προς τα πάνω· μεταφέρω κάποιον από τον νότο προς τον βορρά, από το κέντρο προς την περιφέρεια, από τα παράλια προς την ενδοχώρα: ~ τη βαλίτσα/τον γιακά/τον διακόπτη/το κιβώτιο/τα μανίκια/τον μοχλό/τα πράγματα. Την ~σε στο λεωφορείο (= τη βοήθησε ν' ανέβει, πβ. επιβιβάζω). Με ~σαν σε μια σωστική λέμβο.|| (προφ.) Θα σ' ~σω εγώ από το λιμάνι.|| (ΓΡΑΜΜ.) Πολλές σύνθετες λέξεις ~ουν τον τόνο στην προπαραλήγουσα (: τον μεταφέρουν σε προηγούμενη συλλαβή). ΑΝΤ. κατεβάζω (1) 2. αυξάνω, υψώνω: ~ τα δίδακτρα/την ένταση (= δυναμώνω)/τα κέρδη/το κόστος/τους μισθούς/τα νοίκια/την παραγωγικότητα/την ποιότητα/την τηλεθέαση/τον τόνο της φωνής/τους φόρους (ΑΝΤ. μειώνω). Κάθε νίκη μάς ~ει το ηθικό (πβ. εξυψώνω). Τα νέα προϊόντα ~ουν σε ψηλά επίπεδα την εικόνα της επιχείρησης. ~σε την ομάδα του στην κορυφή της βαθμολογίας (πβ. προάγω, προβιβάζω). ~σε πίεση/πυρετό (: αυξήθηκε η πίεση/η θερμοκρασία του σώματός του). Έχει ~σει την απόδοσή του. ~σμένη: θερμοκρασία/τιμή.|| (ΜΟΥΣ.) ~ ψηλότερα έναν φθόγγο. 3. μεταφέρω δεδομένα ή προγράμματα από περιφερειακό σε κεντρικό σύστημα, από προσωπικό υπολογιστή σε απομακρυσμένο σταθμό εργασίας: ~ αρχεία στο διαδίκτυο/στην ιστοσελίδα/στο σάιτ. 4. (προφ.) προκαλώ ψυχική ευφορία: Το φαγητό μάς ~ει (= φτιάχνει, ΑΝΤ. χαλάει/ρίχνει). Με ~σαν τα καλά σου λόγια. Με τόσο ωραία ατμόσφαιρα νιώθω ~σμένος (πβ. χάι). Η διάθεσή/ψυχολογία μου είναι ~σμένη (: είμαι στα πάνω μου). Ξεσηκώνει τα πλήθη με την πιο ~σμένη μουσική (: μοντέρνα μουσική που προκαλεί κέφι). 5. {στο γ' πρόσ.} υπολογίζω, λογαριάζω (για ποσότητα που αποδεικνύεται μεγαλύτερη απ' ό,τι είχε αρχικά υπολογιστεί): Αξιωματούχοι της Αστυνομίας ~ουν τον συνολικό αριθμό των νεκρών σε ... (= εκτιμούν ότι ο αριθμός των νεκρών ανέρχεται σε ...). 6. παρουσιάζω θεατρική παράσταση στο κοινό: ~ δράμα/κωμωδία/μιούζικαλ/παράσταση/τραγωδία. Η θεατρική ομάδα έχει ~σει (= παίξει) με μεγάλη επιτυχία έργα του κλασικού ρεπερτορίου. Βλ. σκηνοθετώ. ● ΦΡ.: ανεβάζει το θερμόμετρο (μτφ.) για κάτι που προκαλεί 1. αντιπαραθέσεις, εντείνει τα πάθη: Η απαγόρευση ~σε ~ στα ύψη. 2. πολύ μεγάλο ενδιαφέρον: Η έκδοση των έντοκων γραμματίων ~σε ~ στην αγορά., ανεβάζω (τις) στροφές/ταχύτητα/ρυθμούς 1. επιταχύνω, αυξάνω: Ο κινητήρας ~ει τις στροφές του. 2. (μτφ.) βελτιώνω την απόδοσή μου: ~ει ταχύτητα η οικονομία (= αναπτύσσεται). Στο δεύτερο ημίχρονο η ομάδα ~σε ρυθμούς και συνέτριψε την αντίπαλό της., ανεβάζω κάποιον στα μάτια/στην εκτίμηση κάποιου: τον εξυψώνω από ηθική άποψη: Η πράξη του τον ~σε στα μάτια του κόσμου. Οι δηλώσεις της την ~σαν στην εκτίμησή μου. Βλ. ανεβαίνω., ανεβάζω κάποιον στα ουράνια (μτφ.) 1. τον αποθεώνω, εγκωμιάζω: Τον ~σαν ~, αναγνωρίζοντας το ήθος του. 2. του προκαλώ ψυχική ευφορία, ανάταση: Η αναγνώριση/η επιδοκιμασία/η επιτυχία σε ~ει ~. Βλ. ανεβαίνω., ανεβάζω κάποιον στην εξουσία/στον θρόνο: ΙΣΤ. τον αναγορεύω ηγέτη ή βασιλιά: Ο απελευθερωτικός πόλεμος ~σε στην εξουσία τις εθνικές δυνάμεις της χώρας., ανεβάζω κάποιον/κάτι στα ύψη (μτφ.) 1. αυξάνω κάτι σε υπερβολικό βαθμό: Η νίκη ~σε ~ την αυτοπεποίθησή τους. Βλ. εκτινάσσεται/εκτοξεύεται στα ύψη. 2. συντελώ ώστε να αποκτήσει κάποιος ή κάτι μεγάλη φήμη ή αξία: Με την εργατικότητά της ~σε την επιχείρηση ~. Πβ. απογειώνω. 3. προκαλώ σε κάποιον ψυχική ανάταση: Η ερμηνεία της ~σε το κοινό ~., ανεβάζω/σηκώνω τον πήχη/πήχυ (ψηλά) (μτφ.) 1. βελτιώνω το επίπεδο ή θέτω υψηλότερους στόχους: Με το κύρος σας έχετε ~σει ~ πολύ ψηλά. Βάζουμε υψηλούς στόχους, ~ουμε ~ ψηλά. 2. (+ γεν.) αυξάνω: Έχουν ~σει ~ των απαιτήσεων/των διεκδικήσεών/των προσδοκιών τους. Βλ. ανεβαίνω., τον ανεβάζει ... τον κατεβάζει (προφ.-εμφατ.): αποκαλεί, προσφωνεί, χαρακτηρίζει κάποιον διαρκώς: (για να δηλωθεί η αρνητική συνήθ. πλευρά προσώπου) Ρεμάλι τον ~ουν, ρεμάλι τον ~ουν., ανεβάζει και κατεβάζει κυβερνήσεις βλ. κυβέρνηση, ανεβάζω κάποιον στον έβδομο ουρανό/στους επτά ουρανούς βλ. ουρανός, ανεβάζω/εκτοξεύω την αδρεναλίνη (στα ύψη/στο κόκκινο) βλ. αδρεναλίνη, ανεβαίνουν οι τόνοι/ανεβάζω τους τόνους βλ. τόνος1, κάποιος/κάτι μου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι/την πίεση βλ. αίμα, σηκώνει/ανεβάζει (την) αυλαία & ανοίγει/σηκώνεται η αυλαία βλ. σηκώνω [< μεσν. ανεβάζω, 3: αγγλ. upload, 1977, 6: γαλλ. monter]
3640ανεβαίνω[ἀνεβαίνω] α-νε-βαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ανέβηκα, ανέβα, θα/να ανεβώ/ανέβω, έχω ανεβεί/ανέβει, ανεβασμένος, ανεβαίν-οντας} 1. (για έμψυχα ή άψυχα) κινούμαι από κάτω προς τα πάνω ή προς ψηλότερο σημείο και κατ' επέκτ. κινούμαι από τον νότο προς τον βορρά, από το κέντρο προς την περιφέρεια, από τα παράλια προς την ενδοχώρα: ~ την ανηφόρα/τον δρόμο (= ανηφορίζω, ΑΝΤ. κατηφορίζω)/το μονοπάτι/τα σκαλοπάτια. ~ στο άλογο (πβ. ιππεύω, καβαλικεύω)/στον άμβωνα/στο βήμα/στο δέντρο (= σκαρφαλώνω)/στην εξέδρα/στην κορυφή του βουνού (= αναρριχώμαι)/στη σκηνή/στην ταράτσα. Ο ήλιος ~ει (= (αν)υψώνεται) στον ουρανό. Το υποβρύχιο ~ει από τον βυθό στην επιφάνεια της θάλασσας. Το ασανσέρ ανέβηκε ως τον τέταρτο. Το αεροπλάνο ανέβηκε στα δέκα χιλιάδες πόδια. Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια του (= δάκρυσε). Ένας φιδωτός δρόμος ~ει (= φτάνει) ως την κορυφή του βουνού. Ανέβηκε στο πρώτο σκαλί του βάθρου (: πήρε το χρυσό μετάλλιο). Ανέβαινε (= μετέβαινε, πήγαινε) συχνά στην ..., για να δει τους δικούς του. Η πομπή ανέβηκε από το λιμάνι προς την πλατεία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ανέβηκε στο σάιτ (: έχει σταλεί στον διακομιστή).|| (ΓΡΑΜΜ.) Ο τόνος ανέβηκε κατά τη σύνθεση στο α' συνθετικό (: μεταφέρθηκε σε προηγούμενη συλλαβή). ΑΝΤ. κατεβαίνω (1) 2. {στο γ' πρόσ.} αυξάνομαι (ως προς την τιμή, τον όγκο, τη στάθμη, το ύψος, το όριο, την ένταση, την ποιότητα): ~ει η ζύμη (= φουσκώνει)/η θερμοκρασία/το κόστος/το ποσοστό. Η τιμή του ψωμιού ανέβηκε κατακόρυφα (ΑΝΤ. έπεσε). ~ει επικίνδυνα η στάθμη των υδάτων (ΑΝΤ. κατεβαίνει, κατέρχεται). Μου ανέβηκε το ζάχαρο. Ανέβηκε ο γενικός δείκτης του χρηματιστηρίου. Ανέβηκαν τα έξοδα/τα κέρδη της εταιρείας κατά 5%. Ανέβηκε το δολάριο/ευρώ. Έχει ανέβει αισθητά το βιοτικό επίπεδο της χώρας. Ο ρυθμός ανάπτυξης ανέβηκε σημαντικά (ΑΝΤ. μειώθηκε). Με ανεβασμένο ηθικό. 3. ανέρχομαι επαγγελματικά, κοινωνικά ή βαθμολογικά, αποκτώ θέση, κερδίζω αναγνώριση: ~ σε αξίωμα/στην εξουσία/στην ιεραρχία. Το κόμμα της αντιπολίτευσης ~ει στις δημοσκοπήσεις. Η ομάδα ανέβηκε στην Α' Εθνική. Έχει ανεβεί στην κορυφή των προτιμήσεων του κοινού. Πβ. ανελίσσομαι, προ-άγομαι, -οδεύω. 4. επιβιβάζομαι σε μεταφορικό μέσο: ~ στο αεροπλάνο/λεωφορείο/πλοίο/ποδήλατο/ταξί/τρένο (ΑΝΤ. αποβιβάζομαι). 5. (προφ.) νιώθω ψυχική ευφορία, είμαι πολύ ευδιάθετος: Μετά την επιτυχία του ανέβηκε ψυχολογικά. Ανεβασμένη διάθεση/ψυχολογία. Πβ. φτιάχνομαι. ΑΝΤ. πέφτω (11) 6. {στο γ' πρόσ.} (για θεατρικό έργο που) παρουσιάζεται στο κοινό: Η παράσταση ανέβηκε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών (ΑΝΤ. κατέβηκε). Βλ. ξαν~. 7. {στο γ' πρόσ.} (+ σε) ανέρχομαι, φτάνω σε κάποιο ύψος: Το χρέος της χώρας ανέβηκε στα ... ευρώ. Ο αριθμός των τραυματιών από τον ισχυρό σεισμό ανέβηκε στους ... ● ΦΡ.: ανεβαίνει ο πήχης (μτφ.) 1. βελτιώνεται το επίπεδο ή τίθενται υψηλότεροι στόχοι: ~ ~ των παρεχόμενων υπηρεσιών/της ποιότητας των προϊόντων. 2. (+ γεν.) (για να δηλωθεί ότι) κάτι αυξάνεται: ~ ~ της αγανάκτησης/του κόστους. Βλ. ανεβάζω., ανεβαίνει ο υδράργυρος 1. αυξάνεται η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας: ~ ~ στους 35 βαθμούς. 2. (μτφ.) εντείνονται οι αντιπαραθέσεις: Καθώς πλησιάζει η μέρα των εκλογών, τόσο ~ ~., ανεβαίνει στα ουράνια/στους επτά ουρανούς (μτφ.): είναι πανευτυχής: Μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος παίκτες και φίλαθλοι είχαν ανέβει ~. Βλ. ανεβάζω., ανεβαίνει στην εκτίμηση/στα μάτια κάποιου (μτφ.): εκτιμάται περισσότερο, αποκτά κύρος, υπόληψη: Με την εργατικότητα και την τιμιότητά του ανέβηκε ~ της τοπικής κοινωνίας. Βλ. ανεβάζω. ΑΝΤ. έπεσε στα μάτια (κάποιου) (1), μου ανεβαίνει κάποιος στο σβέρκο (μτφ.): με εξουσιάζει, με καταδυναστεύει: Οι δικτάτορες είχαν ανέβει ~ του λαού., μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι/η πίεση (προφ.-μτφ.): εξοργίζομαι, είμαι εκτός εαυτού: Ήταν τέτοια η ταπείνωση, που μου ανέβηκε ~. Του ανέβηκε η πίεση με όσα είδε κι άκουσε (: έγινε μπαρούτι/πύραυλος). Πβ. τα παίρνω (στο κρανίο/στην κράνα). [< γαλλ. sang qui monte à la tête ] , ανεβαίνει το θερμόμετρο/ο πυρετός βλ. θερμόμετρο, ανεβαίνει/εκτινάσσεται/εκτοξεύεται η αδρεναλίνη (κάποιου) (στα ύψη) βλ. αδρεναλίνη, ανεβαίνουν οι τόνοι/ανεβάζω τους τόνους βλ. τόνος1, ανεβαίνουν/πέφτουν οι μετοχές κάποιου βλ. μετοχή, ανεβαίνω στο ρινγκ βλ. ρινγκ, ανεβαίνω τα σκαλιά της εκκλησίας βλ. εκκλησία, ανέβηκε/βγήκε στο πάλκο βλ. πάλκο, βοήθα με να σε βοηθώ ν' ανεβούμε (σ)το βουνό βλ. βοηθώ, δώσε θάρρος στον/του χωριάτη, να σ' ανέβει/και θ' ανέβει στο κρεβάτι βλ. χωριάτης, χωριάτισσα, υψηλοί τόνοι βλ. τόνος1 [< μεσν. ανεβαίνω < αρχ. ἀναβαίνω]
3641ανέβασμα[ἀνέβασμα] α-νέ-βα-σμα ουσ. (ουδ.) {ανεβάσμ-ατος | -ατα, -άτων} ΑΝΤ. κατέβασμα 1. μετακίνηση από κάτω προς τα πάνω: ~ πανιών/σημαίας/τέντας (πβ. ανύψωση, άρση, σήκωμα). ~ ενός διακόπτη (πβ. άνοιγμα).|| ~ σκάλας. (πβ. ανάβαση, ΑΝΤ. κατάβαση). 2. (μτφ.-προφ.) αύξηση: ~ των τιμών/του χρηματιστηριακού δείκτη. Πβ. άνοδος.|| ~ της ταχύτητας (πβ. επιτάχυνση).|| ~ της ψυχολογίας κάποιου (πβ. βελτίωση, καλυτέρευση).|| (λαϊκό) ~ της ζύμης (= φούσκωμα). 3. (μτφ.) παρουσίαση στο ευρύ κοινό: ~ ενός θεατρικού έργου/μιας όπερας/μιας παράστασης. 4. ΠΛΗΡΟΦ. μεταφορά δεδομένων ή προγραμμάτων από έναν υπολογιστή σε άλλο ή σε διαδικτυακό χώρο μέσω δικτύου ή του ίντερνετ: ~ βίντεο/εικόνων (σε ιστοσελίδα)/τραγουδιών/αρχείων (στον σέρβερ)/φωτογραφίας. [< μεσν. ανέβασμα 4: αγγλ. upload, 1979, uploading, 1980]
3642ανεβαστικός, ή, ό [ἀνεβαστικός] α-νε-βα-στι-κός επίθ. (νεαν. αργκό): που δημιουργεί ψυχική ευφορία, ευεξία: ~ός: ρυθμός. ~ή: μουσική. ~ά: τραγούδια. Πβ. εξυψωτ-, ξεσηκωτ-ικός. ● επίρρ.: ανεβαστικά
3643ανεβατός, ή, ό [ἀνεβατός] α-νε-βα-τός επίθ. & αναβατός: που περιέχει προζύμι ή μαγιά και γι' αυτό έχει φουσκώσει: ~ή: ζύμη/πίτα. ~ά: κουλούρια. Πβ. ένζυμος. ΑΝΤ. άζυμος ● Ουσ.: ανεβατό (το) 1. ψωμί παρασκευασμένο με μαγιά ή προζύμι. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λευκό, μαλακό τυρί με μικρούς κόκκους και υπόξινη γεύση. Βλ. ΠΟΠ. 3. είδος βελονιάς ή το κέντημα που έχει γίνει με αυτή. Βλ. σταυροβελονιά, φεστόνι. [< μεσν. ανεβατός]
3644ανεβοκατεβάζω[ἀνεβοκατεβάζω] α-νε-βο-κα-τε-βά-ζω ρ. (μτβ.) {ανεβοκατέβα-σα} (προφ.) 1. αλλάζω συνεχώς θέση σε κάτι, μετακινώντας το προς τα πάνω και προς τα κάτω: ~ την άγκυρα/την μπάρα/τα πανιά/τα ρολά/τα χέρια μου. 2. (μτφ.) αυξομειώνω: ~ τις τιμές.|| ~ ταχύτητες (κατά την οδήγηση). 3. ΠΛΗΡΟΦ. μεταφέρω εναλλάξ ή συνεχώς από έναν σταθμό εργασίας (υπολογιστή) σε έναν άλλο (συνήθ. μέσω ίντερνετ) αρχεία, προγράμματα ή δεδομένα: ~ μια ιστοσελίδα/ένα λινκ. 4. (μτφ.) ορίζω, τοποθετώ και παύω διαρκώς κάποιον από αξίωμα ή θέση: Οικονομικοί παράγοντες που ~ουν κυβερνήσεις. 5. (μτφ.-εμφατ.) χαρακτηρίζω συνεχώς κάποιον με αρνητικό τρόπο: Τον ~ουν τρελό (: τρελό τον ανεβάζουν, τρελό τον κατεβάζουν). [< μεσν. ανεβοκατεβάζω, 3: αγγλ. upload and download]
3646ανεβοκατέβασμα[ἀνεβοκατέβασμα] α-νε-βο-κα-τέ-βα-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανεβοκατεβάζω: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων.|| (μτφ.) ~ κυβερνήσεων. Πβ. ανάδειξη, καθαίρεση. 2. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανεβοκατεβαίνω: το ~ των σκαλοπατιών. 3. (μτφ.) αυξομείωση: ~ της έντασης του ήχου/της φωνής (πβ. κυματισμός).|| (στην οδήγηση) ~ στροφών/ταχυτήτων.|| ~ των μετοχών. Πβ. διακύμανση, σκαμπανέβασμα. 4. {συνήθ. στον πληθ.} ανηφόρες και κατηφόρες.
3647ανέγγιχτος, η, ο [ἀνέγγιχτος] α-νέγ-γι-χτος επίθ. 1. (μτφ.) που δεν τον έχουν αλλοιώσει, μεταβάλει, φθείρει: ~ος: φυσικός παράδεισος. ~α: μνημεία/τοπία. Το χωριό παραμένει ~ο από τον τουρισμό.|| ~η από τον χρόνο. Πβ. αναλλοίωτος, ανέπαφος, ανόθευτος, άφθαρτος. 2. (κυριολ.) που δεν τον έχουν αγγίξει ή χρησιμοποιήσει: ~ο: φαγητό. ΣΥΝ. άθικτος (1), απείραχτος (1) [< μεσν. ανέγγιχτος]
3648ανεγείρω[ἀνεγείρω] α-νε-γεί-ρω ρ. (μτβ.) {ανέγειρ-ε (λόγ. ανήγειρε), ανεγείρει, ανεγέρθηκε (λόγ. ανηγέρθη, μτχ. ανεγερθ-είς, -είσα, -έν), ανεγερθεί, ανεγειρ-όμενος, -οντας} (επίσ.) & (προφ.) αναγείρω: κατασκευάζω οικοδομήματα: ~ μνημείο/οικοδομή. Η εταιρεία θα ~ει συγκρότημα γραφείων στη λεωφόρο ... Ανήγειραν ναό στον τόπο ευρέσεως της εικόνας. Το κτίριο ανεγέρθηκε με κονδύλια του ... Βλ. νεοανεγειρόμενος. ΣΥΝ. οικοδομώ (1), χτίζω [< αρχ. ἀνεγείρω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.