Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [4560-4580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3617ανδρόγυνο[ἀνδρόγυνο] αν-δρό-γυ-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ύνου} & (προφ.) αντρόγυνο: παντρεμένο ζευγάρι άντρα και γυναίκας: αγαπημένο ~. [< μεσν. ανδρόγυνο(ν)]
3618ανδρόγυνος, η, ο [ἀνδρόγυνος] αν-δρό-γυ-νος επίθ.: που συνδυάζει την ανδρική και γυναικεία φύση, που έχει γνωρίσματα και των δύο φύλων: ~η: εμφάνιση/μορφή. ~ο: πλάσμα. Πβ. αρσενικοθήλυκος, ερμαφρόδιτος.|| ~ο: λουκ/στιλ (: γυναικείο στιλ ντυσίματος που συνδυάζει σακάκι, παντελόνι ανδρικής γραμμής και συνήθ. πουκάμισο, γραβάτα και δετά παπούτσια). Βλ. γιούνισεξ. ● Ουσ.: ανδρόγυνος (ο): (σπάν.) άνδρας με θηλυπρεπή εμφάνιση και συμπεριφορά. Πβ. γυναικωτός. [< αρχ. ἀνδρόγυνος, γαλλ. androgyne, αγγλ. androgenous, γερμ. androgyn]
3619ανδροειδές[ἀνδροειδές] αν-δρο-ει-δές ουσ. (ουδ.): ανθρωπόμορφο ρομπότ (κυρ. σε έργα επιστημονικής φαντασίας). Βλ. αυτόματο. [< μτγν. ἀνδροειδής 'που μοιάζει με άνδρα', γαλλ. androïde, αγγλ. android]
3620ανδροκεντρικός, ή, ό [ἀνδροκεντρικός] αν-δρο-κε-ντρι-κός επίθ.: που έχει ως σημείο αναφοράς τον άνδρα: ~ή: αντίληψη/νοοτροπία. Βλ. ανδροκρατ-, πατριαρχ-, σεξιστ-, φαλλοκρατ-ικός, -κεντρικός. ● επίρρ.: ανδροκεντρικά [< αγγλ. androcentric, 1903]
3621ανδροκρατείται[ἀνδροκρατεῖται] αν-δρο-κρα-τεί-ται ρ. (αμτβ.) {ανδροκρατήθηκε, κυρ. στη μτχ. ανδροκρατ-ούμενος}: (για κοινωνικό, εργασιακό τομέα) απαρτίζεται ή κυριαρχείται, εξουσιάζεται κατεξοχήν από άνδρες: Πολιτικός χώρος που ~. ~ούμενο: επάγγελμα. ~ούμενες: ειδικότητες/επιχειρήσεις. Βλ. πατριαρχία. ΑΝΤ. γυναικοκρατείται
3622ανδροκρατία[ἀνδροκρατία] αν-δρο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): επικράτηση ή αριθμητική υπεροχή των ανδρών σε κάποιον χώρο ή τομέα. Πβ. πατριαρχία. Βλ. σεξισμός, φαλλοκρατία, -κρατία. ΑΝΤ. γυναικοκρατία (1) [< αγγλ. androcracy, 1903]
3623ανδροκρατικός, ή, ό [ἀνδροκρατικός] αν-δρο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ανδροκρατία: ~ός: τρόπος σκέψης. ~ή: νοοτροπία/συμπεριφορά. ~ό: μοντέλο εξουσίας. ~ά: στερεότυπα. Πβ. πατριαρχικός. Βλ. ανδροκεντρικός, σεξιστικός, φαλλοκρατικός. ● επίρρ.: ανδροκρατικά
3624ανδρολογία[ἀνδρολογία] αν-δρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά τη φυσιολογία και παθολογία του ανδρικού γεννητικού συστήματος: θεραπευτική ~. Βλ. γυναικολογία, -λογία. [< πβ. μτγν. ἀνδρολογία 'συγκέντρωση ή στρατολόγηση ανδρών’, αγγλ. andrology, γαλλ. andrologie, πριν από το 1970, γερμ. Andrologie]
3625ανδρολογικός, ή, ό [ἀνδρολογικός] αν-δρο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ανδρολογία: ~ή: εξέταση. ~ό: ινστιτούτο/τμήμα (π.χ. ουρολογικής κλινικής). Βλ. γυναικολογικός. [< αγγλ. andrological, 1910, andrologic, 1942, γερμ. andrologisch]
3626ανδρολόγος[ἀνδρολόγος] αν-δρο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικευμένος στην ανδρολογία: Χειρούργος ουρολόγος-~. Βλ. γυναικολόγος, -λόγος. [< μεσν. ανδρολόγος 'με ανθρώπινη φωνή', αγγλ. andrologist, γαλλ. andrologue]
3627ανδροπαρέαβλ. αντροπαρέα
3628ανδρόπαυση[ἀνδρόπαυση] αν-δρό-παυ-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φυσιολογική σταδιακή κάμψη της σεξουαλικής δραστηριότητας του άνδρα μετά την ώριμη ηλικία, κυρ. λόγω μείωσης της τεστοστερόνης. Πβ. ανδρική: εμμηνόπαυση,κλιμακτήριος. [< γαλλ. andropause, 1952, αγγλ. ~, 1967]
3629ανδροπρέπεια[ἀνδροπρέπεια] αν-δρο-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ανδροπρεπούς. Πβ. ανδρισμός, αρρενωπότητα. Βλ. θηλυ-κότητα, -πρέπεια.
3630ανδροπρεπής, ής, ές [ἀνδροπρεπής] αν-δρο-πρε-πής επίθ. (λόγ.): που ταιριάζει σε ή μοιάζει με άντρα, συνήθ. στην εμφάνιση, το ήθος ή και τη συμπεριφορά: ~ής: στάση. ~είς: γυναίκες (= αντρογυναίκες). ~ή: χαρακτηριστικά. Πβ. ανδρικός, αντρίκειος, αρρενωπός. Βλ. -πρεπής. ΑΝΤ. θηλυπρεπής ● επίρρ.: ανδροπρεπώς [-ῶς] (λόγ.) [< μτγν. ἀνδροπρεπής]
3631ανδροστερόνη[ἀνδροστερόνη] αν-δρο-στε-ρό-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ανδρογόνος ορμόνη (σύμβ. C19H30O2)που παράγεται από την τεστοστερόνη. Βλ. -όνη. [< γαλλ. androstérone, 1931, αγγλ. androsterone, 1934]
3632ανδρώνας[ἀνδρώνας] αν-δρώ-νας ουσ. (αρσ.) 1. ΑΡΧ. & ανδρωνίτης: ευρύχωρο δωμάτιο στο ισόγειο της αρχαίας ελληνικής οικίας, στο οποίο τελούνταν δείπνα και συμπόσια, όπου συμμετείχαν μόνο άντρες. Βλ. γυναικωνίτης, -ώνας. 2. ΒΟΤ. (περιληπτ.) στήμονες άνθους. [< 1: αρχ. ἀνδρών 2: γαλλ. androcée, αγγλ. andrœcium]
3633ανδρώνομαι[ἀνδρώνομαι] αν-δρώ-νο-μαι ρ. {ανδρώ-θηκε, -μένος, σπανιότ. ενεργ. άνδρω-σε, -σαν, ανδρώ-σει} & (λαϊκό) αντρώνομαι 1. (μτφ.) αναπτύσσομαι και ολοκληρώνομαι, συνήθ. μέσα από δυσκολίες ή συγκρούσεις: Η περιοχή ~εται οικονομικά. ~ηκε επιστημονικά.|| (σπανιότ.) Κίνημα που γαλούχησε και ~σε πολιτικά μια ολόκληρη γενιά. Οι δοκιμασίες τον ~σαν. 2. γίνομαι άνδρας, ενηλικιώνομαι: Μεγάλωσε και ~θηκε (= ωρίμασε) στη ... [< 2: αρχ. ἀνδροῦμαι]
3634ανδρωνυμικό[ἀνδρωνυμικό] αν-δρω-νυ-μι-κό ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. όνομα γυναίκας που παράγεται από το βαφτιστικό ή σπανιότ. το επίθετο του συζύγου της: π.χ. Βασίλαινα/Μήτσαινα (από τα Βασίλης και Μήτσος, αντίστοιχα). Βλ. πατριδωνυμικό. [< αρχ. ἀνδρωνυμικόν]
3635άνδρωση[ἄνδρωση] άν-δρω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ανάπτυξη και ολοκλήρωση, ωρίμανση: πνευματική/πολιτιστική ~. Γένεση και ~ μιας γενιάς/μιας οργάνωσης. Πβ. ενηλικίωση.
3636ανε- & ανέ-(ιδιωμ.-λαϊκό): στερητικό πρόθημα: ανε-χόρταγος. Βλ. α-.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.