| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45221 | σεβαστός | , ή, ό σε-βα-στός επίθ. 1. (για πρόσ. μεγαλύτερης ηλικίας) αξιοσέβαστος, σεβάσμιος· (για κάτι) που αξίζει να του δοθεί προσοχή, σημασία ή πρέπει να τηρηθεί: ~ός: άνθρωπος/πατέρας. (ως προσφών., για να εκφραστεί απεριόριστη εκτίμηση) ~έ μου δάσκαλε/φίλε. Πβ. πολυσέβαστος.|| ~ός: θεσμός/κανόνας. ~ή: άποψη/γνώμη/επιθυμία. ~ό: αποτέλεσμα. ~ά: επιχειρήματα. Είναι ~ή η απόφασή/ετυμηγορία του. Δεν έχουν γίνει ~ά τα δικαιώματά τους. Έγινε ~ό το αίτημά του (πβ. αποδεκτό). 2. (λόγ., για ποσότητα ή μέγεθος) αρκετά σημαντικός, υπολογίσιμος, αξιόλογος: ~ό: εισόδημα/ποσό/ποσοστό. ~ές: απώλειες. ~ά: κέρδη. Ένας ~ αριθμός ατόμων/μαθημάτων. ΑΝΤ. αμελητέος, ασήμαντος [< μτγν. σεβαστός, γαλλ. respectable] | |
| 45222 | σέβεντις | σέ-βε-ντις ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (συνήθ. γράφεται 70s, κυρ. νεαν. αργκό): η δεκαετία του 1970: ροκ δίσκοι από τα ~. Στις αρχές των ~. Βλ. σίξτις, έιτις, νάιντις. [< αγγλ. seventies] | |
| 45223 | σεβιότ | σε-βι-ότ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μάλλινο σκωτσέζικο ύφασμα εξαιρετικής ποιότητας: ~ και τουίντ. [< γαλλ. cheviotte, αγγλ. cheviot] | |
| 45224 | σεβνταλής | σεβ-ντα-λής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. σεβνταλού} (λαϊκό): αυτός που έχει σεβντά, ερωτευμένος ή ερωτιάρης: νταής και ~. Πβ. ερωτοχτυπημένος, καψούρης. Βλ. -λής. [< τουρκ. sevdalι] | |
| 45225 | σεβνταλίδικος | , η, ο σεβ-ντα-λί-δι-κος επίθ. (λαϊκό) : που αναφέρεται στον σεβνταλή: ~α: τραγούδια. Βλ. -ίδικος. | |
| 45226 | σεβντάς | σεβ-ντάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): ερωτικός καημός: βαρύς/μεγάλος ~. Πβ. νταλκάς, ντέρτι, σεκλέτι. [< τουρκ. sevda] | |
| 45227 | σέβομαι | σέ-βο-μαι ρ. (μτβ.) {σεβά-στηκα, σεβα-στεί, σεβ-όμενος} 1. νιώθω ή κυρ. δείχνω σεβασμό για κάποιον: ~εται τους ανθρώπους/τους γονείς του. Απαιτεί/θέλει να τον ~ονται. ~στείτε ο ένας τον άλλον.|| (ειδικότ., δεν θίγω, προσβάλλω:) (Δεν) ~ονται τον αναγνώστη/τον καταναλωτή/το κοινό. Καλλιτέχνης που ~εται τον εαυτό του (: έχει αυτοσεβασμό, είναι πιστός στην τέχνη του). Πβ. τιμώ. ΑΝΤ. ασεβώ, ατιμάζω 2. αναγνωρίζω το κύρος, την αξία που έχει κάτι· το τηρώ: ~ την απόφασή/τη δουλειά/την προσπάθειά σου (πβ. εκτιμώ, υπολήπτομαι). ~ τις ιδέες και τα πιστεύω/την προσωπικότητα κάθε ανθρώπου. ~ τη ζωή/το περιβάλλον/τη φύση. ~εται τις διαφορετικές απόψεις/παραδόσεις. ~ονται την ανάγκη μας για ... Δεν ~ονται τον πόνο του άλλου. ~ το γεγονός ότι .../(προφ.) ότι ... (προστ.) Σεβάσου το δικαίωμα των άλλων να ... Εφημερίδα που ~στηκε την αλήθεια. Δεν ~στηκε τη μνήμη του νεκρού. (για κράτος:) Πρέπει να ~στεί την εδαφική ακεραιότητα της ...|| ~ τους κανόνες/τους νόμους/τα όρια ταχύτητας. Oι συμμετέχοντες οφείλουν να ~στούν τους όρους του διαγωνισμού. Θα ~στεί την εκεχειρία/τη συμφωνία. ~στείτε την κοινή ησυχία. ΑΝΤ. καταστρατηγώ, παραβιάζω. [< αρχ. σέβομαι, γαλλ. respecter, αγγλ. respect] | |
| 45228 | σεβρό | σε-βρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. λεπτό και μαλακό επεξεργασμένο δέρμα κατσικιού: γάντια/παπούτσια από ~. Βλ. σουέτ. 2. ΤΕΧΝΟΛ. (καταχρ.) σερβόφρενο: ~ φρένων. [< 1: γαλλ. chevreau] | |
| 45229 | σέγα | σέ-γα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρικό συνήθ. πριόνι με στενή λάμα που χρησιμοποιείται κυρ. για ευθείες και καμπύλες κοπές ξύλων, μετάλλων, πλαστικών: επαναφορτιζόμενη ~. ~ μπαταρίας/ξυλοκοπτικής/πάγκου/χειρός. Βλ. μπλακεντέκερ, σπαθόσεγα. [< ιταλ. sega, γερμ. Säge] | |
| 45230 | σεγάτσα | σε-γά-τσα ουσ. (θηλ.) & σιγάτσα: ΤΕΧΝΟΛ. μεγάλο και πλατύ ξυλουργικό πριόνι. Βλ. αλεποουρά. [< ιταλ. segaccio] | |
| 45231 | ΣΕΓΕ | (ο): Σύνδεσμος Επιχειρηματιών Γυναικών Ελλάδας. | |
| 45232 | σεγκόντο | βλ. σεκόντο | |
| 45233 | σεγκούνι | (το) & σεγκούνα (η) βλ. σιγκούνι | |
| 45234 | ΣΕΕ | 1. (το) Συμβούλιο Εξωτερικού Εμπορίου. 2. (η) Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση. | |
| 45235 | σεζλόγκ & σεζλόνγκ | σεζ-λό-γκ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & σεζ λο(ν)γκ: μακρύ κάθισμα με πτυσσόμενη πλάτη, στο οποίο μπορεί κάποιος να ξαπλώσει, συνήθ. στην παραλία: αναπαυτική/ξύλινη ~. Κάθομαι/κάνω ηλιοθεραπεία/χαλαρώνω στη ~. ~ και ομπρέλες θαλάσσης. Βλ. ανάκλιντρο. ΣΥΝ. ξαπλώστρα [< γαλλ. chaise longue] | |
| 45236 | σεζόν | σε-ζόν ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: περίοδος του έτους που χαρακτηρίζεται από ορισμένη δραστηριότητα και μπορεί να συμπίπτει με κάποια από τις εποχές του χρόνου: θεατρική/κινηματογραφική/ποδοσφαιρική/τηλεοπτική/τουριστική/χιονοδρομική ~. Κατά τη(ν) περσινή/τρέχουσα/φετινή ~. Ρούχα που είναι εκτός/εντός ~. Η καλύτερη/τελευταία/χειρότερη ~ της καριέρας του. Η ~ των διακοπών/εκπτώσεων. Στη μέση/στο τέλος της ~. Άρχισε η θερινή/χειμερινή ~. Τελείωσε η ~ για τον ... (: για αθλητή ο οποίος, λόγω σοβαρού τραυματισμού ή τιμωρίας, χάνει το υπόλοιπο της αγωνιστική περιόδου). ● ΣΥΜΠΛ.: ντεμί σεζόν βλ. ντεμί [< γαλλ. saison] | |
| 45237 | ΣΕΗ | (το): Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών. | |
| 45239 | σειέμαι | βλ. σείω | |
| 45240 | σέικ | σέ-ικ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : χορός ιδιαίτερα δημοφιλής τη δεκαετία του '60, ο οποίος χαρακτηρίζεται από γρήγορες και απότομες κινήσεις του σώματος. Βλ. τουίστ. [< αμερικ. shake, 1946] | |
| 45241 | σέικερ | σέ-ι-κερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πλαστικό ή μεταλλικό κύπελλο με καπάκι, στο οποίο ανακατεύονται υλικά για την παρασκευή κοκτέιλ ή παγωμένων καφέδων: το ~ του φραπέ. Χτυπάτε τα ποτά στο ~. Βλ. αναδευτήρας, αποχυμωτής, μπλέντερ. [< αγγλ. shaker, γαλλ. ~, shakeur, 1895] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ