Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [45780-45800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45232σεγκόντοβλ. σεκόντο
45233σεγκούνι(το) & σεγκούνα (η) βλ. σιγκούνι
45234ΣΕΕ1. (το) Συμβούλιο Εξωτερικού Εμπορίου. 2. (η) Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
45235σεζλόγκ & σεζλόνγκσεζ-λό-γκ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & σεζ λο(ν)γκ: μακρύ κάθισμα με πτυσσόμενη πλάτη, στο οποίο μπορεί κάποιος να ξαπλώσει, συνήθ. στην παραλία: αναπαυτική/ξύλινη ~. Κάθομαι/κάνω ηλιοθεραπεία/χαλαρώνω στη ~. ~ και ομπρέλες θαλάσσης. Βλ. ανάκλιντρο. ΣΥΝ. ξαπλώστρα [< γαλλ. chaise longue]
45236σεζόνσε-ζόν ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: περίοδος του έτους που χαρακτηρίζεται από ορισμένη δραστηριότητα και μπορεί να συμπίπτει με κάποια από τις εποχές του χρόνου: θεατρική/κινηματογραφική/ποδοσφαιρική/τηλεοπτική/τουριστική/χιονοδρομική ~. Κατά τη(ν) περσινή/τρέχουσα/φετινή ~. Ρούχα που είναι εκτός/εντός ~. Η καλύτερη/τελευταία/χειρότερη ~ της καριέρας του. Η ~ των διακοπών/εκπτώσεων. Στη μέση/στο τέλος της ~. Άρχισε η θερινή/χειμερινή ~. Τελείωσε η ~ για τον ... (: για αθλητή ο οποίος, λόγω σοβαρού τραυματισμού ή τιμωρίας, χάνει το υπόλοιπο της αγωνιστική περιόδου). ● ΣΥΜΠΛ.: ντεμί σεζόν βλ. ντεμί [< γαλλ. saison]
45237ΣΕΗ(το): Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών.
45239σειέμαιβλ. σείω
45240σέικσέ-ικ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : χορός ιδιαίτερα δημοφιλής τη δεκαετία του '60, ο οποίος χαρακτηρίζεται από γρήγορες και απότομες κινήσεις του σώματος. Βλ. τουίστ. [< αμερικ. shake, 1946]
45241σέικερσέ-ι-κερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πλαστικό ή μεταλλικό κύπελλο με καπάκι, στο οποίο ανακατεύονται υλικά για την παρασκευή κοκτέιλ ή παγωμένων καφέδων: το ~ του φραπέ. Χτυπάτε τα ποτά στο ~. Βλ. αναδευτήρας, αποχυμωτής, μπλέντερ. [< αγγλ. shaker, γαλλ. ~, shakeur, 1895]
45242σεινάμενος, η, ο σει-νά-με-νος επίθ. (λαϊκό): στη ● ΦΡ.: σεινάμενος κουνάμενος/κουνάμενος σεινάμενος βλ. κουνάμενος ● βλ. σείω
45243σειράσει-ρά ουσ. (θηλ.) 1. ομάδα προσώπων ή όμοιων πραγμάτων, στοιχείων, που βρίσκονται το ένα μετά το άλλο ή δίπλα στο άλλο: ~ από βουνά (= ορο~)/δέντρα/κίονες/κτίρια. Η πρώτη ~ των εδράνων/θεατών/συνέδρων. Κάθονται/περιμένουν υπομονετικά στη ~ (πβ. γραμμή, ουρά). Μπήκε στη ~ για να αγοράσει εισιτήριο. Πίνακες κρεμασμένοι στη ~. Καθίσματα της δεύτερης ~άς. Αεροσκάφος με σαράντα ~ές θέσεων. Βλ. γραμματο~, συμβολο~. 2. γραμμή, στίχος κειμένου: η πρώτη ~ των υποτίτλων. Οι τελευταίες ~ές του άρθρου. Τρεις ~ές από το τέλος της σελίδας. Πβ. αράδα. 3. σύνολο γεγονότων, συμβάντων, εκδηλώσεων, που σχετίζονται κυρ. θεματικά και ακολουθούν χρονικά το ένα το άλλο: ~ διαλέξεων (= κύκλος)/ερωτημάτων/λαθών/μέτρων/ομιλιών/σεμιναρίων/συναντήσεων/συναυλιών/χειρισμών. (Μια) ~ από δραστηριότητες/ήττες/νίκες (= σερί)/πρωτοβουλίες. Δύσκολη ~ αγώνων. Ο πρωθυπουργός ξεκίνησε ~ επαφών με τους πολιτικούς αρχηγούς. Πβ. ακολουθία, αλυσίδα. 4. σύνολο ομοειδών πραγμάτων που συνδέονται μεταξύ τους με κάποιον τρόπο, συνήθ. έχουν κοινά χαρακτηριστικά, παράγονται ή πωλούνται μαζί: ~ ασκήσεων/δώρων/εργαλείων/υπολογιστών. Αναμνηστική ~ γραμματοσήμων/νομισμάτων. Πλήρης ~ σκευών μαγειρικής. Νέα/ολοκληρωμένη ~ επίπλων. ~ περιποίησης προσώπου-σώματος-μαλλιών.|| (για βιβλία) Εκδοτική/ιστορική/φιλοσοφική ~. ~ αστυνομικής/ξένης λογοτεχνίας.|| Μια ~ από θέματα/μελέτες/στοιχεία. Μια ~ από προβλήματα/προβλημάτων (= πλήθος). 5. ΤΗΛΕΟΡ. καθημερινό ή εβδομαδιαίο τηλεοπτικό συνήθ. πρόγραμμα με το ίδιο καστ ή θέμα: αισθηματική/δραματική/κοινωνική/κωμική/μεταγλωττισμένη/νεανική/ραδιοφωνική ~. ~ δράσης/μυστηρίου/περιπέτειας/τρόμου/φαντασίας. Τα γυρίσματα/τα επεισόδια/οι ήρωες/οι πρωταγωνιστές της ~άς. ~ τριών ωριαίων ντοκιμαντέρ. Ελληνικές/ξένες ~ές που προβάλλονται από τα κανάλια. ~ές βασισμένες σε λογοτεχνικά έργα. Πβ. σίριαλ. 6. κατάταξη δεδομένων ή προσώπων σύμφωνα με ορισμένα κριτήρια· ειδικότ. αλληλουχία: αριθμητική/αύξουσα/συντακτική/τυχαία/φθίνουσα/χρονολογική ~. Αξιολογική ~ υποψηφίων. Πβ. ταξινόμηση.|| Παρουσιάστε τις σκέψεις σας με λογική ~ (πβ. ειρμός, συνοχή). (σε ασκήσεις) Βάλτε τις λέξεις στη σωστή ~. Μπείτε στη ~ (: στοιχηθείτε). 7. θέση που κατέχει κάποιος ή κάτι σε ένα σύνολο: ~ αναφοράς/εκκίνησης/εμφάνισης/επιτυχίας/κατάταξης. Μπήκα με καλή ~ στη σχολή. Μου πήρε τη ~.|| (προφ.) Δεν είναι της ~άς του (: δεν ανήκουν στην ίδια κοινωνική τάξη). ΣΥΝ. σινάφι. 8. ΣΤΡΑΤ. το σύνολο των στρατευσίμων που κατατάσσονται στις Ένοπλες Δυνάμεις την ίδια χρονική περίοδο· (συνεκδ.-αργκό) ο ίδιος ο στρατιώτης που ανήκει στο σύνολο αυτό: (επίσ.) Eκπαιδευτική ~ Στρατευσίμων Oπλιτών (ακρ. EΣΣO). ~ που απολύθηκε/παρουσιάστηκε/υπηρετεί. Αριθμός ~άς. Πβ. κλάση.|| (ως προσφών.) Γεια σου, ρε ~. 9. (προφ., συνήθ. με κτητ. αντων.) τάξη, σύστημα, πρόγραμμα: (Δεν) έχει ~ και συνέχεια. Έλειψε δύο φορές και βγήκε από/έχασε τη ~ του. ● Υποκ.: σειρούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ομόλογη σειρά: ΧΗΜ. ομάδα οργανικών ενώσεων με κοινό γενικό μοριακό τύπο και ίδιες χημικές ιδιότητες: Τα αλκάνια/οι αλκοόλες είναι ~ ~. [< αγγλ. homologous series] , σειρά των όρων: ΓΛΩΣΣ. η θέση των κύριων όρων μέσα στην πρόταση: Η ~ ~ στα Ελληνικά είναι ελεύθερη. [< αγγλ. word order] , αλφαβητική σειρά βλ. αλφαβητικός ● ΦΡ.: (είναι/έρχεται/φτάνει η) σειρά μου να ...: είναι, έρχεται η ώρα για κάποιον να πάθει ή να κάνει κάτι, σύμφωνα με μια χρονική ακολουθία: Έφτασε/ήρθε η ~ της να απαντήσει/απολογηθεί. Σειρά σου τώρα να ..., βάζω (κάτι) στη/σε σειρά 1. τακτοποιώ, διευθετώ: ~ουν σε ~ τις προτεραιότητές τους. Ας βάλουμε τα πράγματα στη ~ τους. Προσπαθεί να βάλει τη ζωή/τις σκέψεις του σε μια ~. Πβ. ξεκαθαρίζω, οργανώνω. 2. (σπάν.) δρομολογώ: Ο δήμαρχος έχει βάλει σε ~ έργα πνοής για την πόλη. [< γαλλ. mettre en ligne] , εκτός σειράς: για κάτι που δεν εντάσσεται σε ένα ομοιογενές σύνολο ή δεν ακολουθεί ορισμένη κατάταξη, ιεραρχία: δημοσιεύματα ~ ~.|| Ήθελε να μιλήσει ~ ~., με τη σειρά: το ένα μετά το άλλο (ή ο ένας μετά τον άλλον): ~ ~, μην μπερδευόμαστε. Ένα-ένα θέμα, ~ ~, όχι όλα μαζί. Καλούνται ~ ~ να πουν τη γνώμη τους. [< γαλλ. par ordre] , με τη σειρά μου: για κάτι που γίνεται σύμφωνα με μια ακολουθία, συνήθ. χρονική: Να σας καλημερίσω κι εγώ ~ ~. Διατυπώστε κι εσείς ~ σας το δικό σας σχόλιο., με/κατά/σε σειρά: με βάση συγκεκριμένη κατάταξη: ~ ~ αρχαιότητας/εκλογής/επιτυχίας/ηλικίας/προτεραιότητας/προτίμησης/σπουδαιότητας/συχνότητας. Πρωταγωνιστούν με ~ εμφάνισης οι ... Προβάλλεται το δέκατο κατά ~ επεισόδιο. Τρίτο στη ~ κριτήριο. , μπαίνει στη/σε σειρά: (μτφ.) μπαίνει σε τάξη, διευθετείται, ρυθμίζεται: Μην ανησυχείς, όλα ~ουν στη ~ (= τακτοποιούνται) με λίγη προσπάθεια. Η ζωή μας έχει μπει σε μια ~. Ας βρεθεί μια λύση, για να μπουν τα πράγματα στη ~ τους., παίρνει σειρά: για κάτι που έχει δρομολογηθεί και πρόκειται να πραγματοποιηθεί: Έργα που έχουν πάρει ~ και υλοποιούνται. , ποιος/τι έχει σειρά; (προφ.): ποιος είναι ο επόμενος· τι θα ακολουθήσει;: ~ ~ τώρα; Ποιος ~ να παίξει;, σύνδεση σε/εν σειρά: ΗΛΕΚΤΡ. κατά την οποία όλα τα στοιχεία βρίσκονται υπό την ίδια ένταση, ενώ η ολική τάση στα άκρα του κυκλώματος ισούται με το άθροισμα των τάσεων στα άκρα του κάθε στοιχείου. ΑΝΤ. παράλληλη σύνδεση/διάταξη, της σειράς & (σπάν.) της αράδας (μειωτ.): ως χαρακτηρισμός για κάτι ευτελές ή κοινό, συνηθισμένο: ταινία ~ ~. Φτηνή μπίρα ~ ~. (σπανιότ. για πρόσ.) Καλλιτέχνες/τραγουδιστές ~ ~., ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά βλ. πράγμα, επί σειρά(ν) ετών βλ. έτος [< μτγν. σειρά, γαλλ. ordre, rang, série 5: αγγλ. series, 1949]
45244σειραϊκός, ή, ό σει-ρα-ϊ-κός επίθ. 1. ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με τον σειραϊσμό: ~ά: έργα. 2. ΠΛΗΡΟΦ. σειριακός: ~ή: θύρα/σύνδεση. ● ΣΥΜΠΛ.: σειραϊκή μουσική: ΜΟΥΣ. αυτή που βασίζεται στην κατασκευή θέματος με τους δώδεκα φθόγγους της χρωματικής κλίμακας σε διατάξεις (σειρές). Βλ. δωδεκάφθογγος. [< αγγλ. serial]
45245σειραϊσμόςσει-ρα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. σειραϊκή μουσική. Βλ. δωδεκαφθογγισμός. [< αγγλ. serialism, 1955, γαλλ. sérialisme, 1961]
45246σειρήνα

[σειρῆνα] σει-ρή-να ουσ. (θηλ.) 1. όργανο που παράγει ισχυρό και διαπεραστικό ήχο και χρησιμοποιείται ως ειδοποίηση για έκτακτο και επείγον γεγονός, συναγερμός· η αντίστοιχη συσκευή ορισμένων ειδικών οχημάτων: ασύρματη/αυτόνομη/ηλεκτρονική ~. ~ αναγγελίας (κινδύνου). ~ με φλας. Ακούγονται/ουρλιάζουν/χτυπούν οι ~ες. Πβ. μπουρού.|| ~ ασθενοφόρου/περιπολικού/πλοίου/πυροσβεστικής.|| (μτφ.) Ήχούν οι ~ες του πολέμου (: για έναρξη σύγκρουσης, συνήθ. πολεμικής). 2. (μετωνυμ. από τις ομώνυμες μυθικές οντότητες) επικίνδυνα γοητευτική γυναίκα: Ποια ~ τον μάγεψε/παρέσυρε; Βλ. γοργόνα.|| (μτφ. στον πληθ.) Οι ~ες της δημοσιότητας/της διαπλοκής/της εξουσίας/του καταναλωτισμού. Πβ. δέλεαρ, πειρασμός. [< αρχ. Σειρήν, γαλλ. sirène, αγγλ. siren]

45247σειριακός, ή, ό σει-ρι-α-κός επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. για ενέργειες, εργασίες που γίνονται διαδοχικά, η μία μετά την άλλη, χωρίς να συμπίπτουν ή να επικαλύπτονται· ειδικότ. για τρόπο μετάδοσης δεδομένων που επιτυγχάνεται με διαδοχική αποστολή δυαδικών ψηφίων: ~ός: αλγόριθμος/έλεγχος/προγραμματισμός. ~ή: αναζήτηση/αποθήκευση (δεδομένων)/επεξεργασία/λειτουργία/προσπέλαση/σύνδεση. ~ό: αρχείο. Πβ. ακολουθιακός.|| ~ός: εκτυπωτής/μετατροπέας. ~ή: γραμμή/διεπαφή/είσοδος/έξοδος/θύρα (βλ. παράλληλη θύρα)/κονσόλα. ~ό: καλώδιο/ποντίκι. Γενικός/Eνιαίος ~ Δίαυλος (= USB). ΑΝΤ. παράλληλος (3) ● επίρρ.: σειριακά ● ΣΥΜΠΛ.: σειριακός αριθμός/κωδικός: σύνολο αριθμητικών ψηφίων ή και γραμμάτων που είναι μοναδικό, αποδίδεται από τον κατασκευαστή σε κάθε μονάδα προϊόντος και χρησιμοποιείται ως μέσο ταυτοποίησής της: ~ ~ κάρτας/μπαταρίας/συσκευής. [< αγγλ. serial number, 1935/code] [< αγγλ. serial, sequential]
45248σειρίδασει-ρί-δα ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. σιρίτι. 2. ΗΛΕΚΤΡ. εύκαμπτα καλώδια που τυλίγονται μεταξύ τους ή καλύπτονται όλα μαζί με πλαστικό περίβλημα και χρησιμοποιούνται για την ηλεκτρική τροφοδοσία φορητών συσκευών. [< 1: αρχ. σειρίς ‘κορδόνι’, γαλλ. cordon, câble]
45249ΣείριοςΣεί-ρι-ος ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. ο φωτεινότερος από τους απλανείς αστέρες του ουρανού, ο οποίος ανήκει στον αστερισμό του Μεγάλου Κυνός. Βλ. Κύων, Ωρίωνας. [< αρχ. Σείριος]
45250σειςβλ. εσύ
45251σεισάχθειασει-σά-χθει-α ουσ. (θηλ.): ΙΣΤ. (στην αρχ. Αθήνα) νομοθετική ρύθμιση του Σόλωνα με την οποία καταργήθηκαν τα δημόσια και ιδιωτικά χρέη και ελευθερώθηκαν όσοι είχαν γίνει δούλοι εξαιτίας τους. [< αρχ. σεισάχθεια]
45252σείσιμοσεί-σι-μο ουσ. (ουδ.) (σπάν.): κούνημα, τράνταγμα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.