| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45253 | σεισμικός | , ή, ό σει-σμι-κός επίθ.: ΓΕΩΦ. που αναφέρεται ή οφείλεται σε σεισμό: ~ός: αρμός/έλεγχος (κτιρίων)/κίνδυνος/συντελεστής/χάρτης. ~ή: ακολουθία (: σειρά από σεισμούς)/ανάκλαση/διάθλαση/διασκόπηση/δραστηριότητα/ένταση/εστία/μόνωση/συμπεριφορά (κτιρίου). ~ό: ρήγμα. ~ές: κινήσεις. ~ά: δεδομένα (περιοχής)/κύματα/σήματα/φαινόμενα/φορτία. ~ σχεδιασμός θεμελιώσεων και αντιστηρίξεων. ~ή επικινδυνότητα τόπου. ~ή: ζώνη/περιοχή (= σεισμογενής). Βλ. αντι~, προ~. ● επίρρ.: σεισμικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: σεισμική διέγερση βλ. διέγερση, σεισμική δόνηση βλ. δόνηση, σεισμική ησυχία βλ. ησυχία [< γαλλ. séismique, αγγλ. seismic] | |
| 45254 | σεισμικότητα | σει-σμι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. συχνότητα και ένταση των σεισμών σε δεδομένη περιοχή: παγκόσμια ~. Χάρτης ~ας. ~ και σεισμική επικινδυνότητα. Χώρα με έντονη/μεγάλη/υψηλή/χαμηλή ~. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. sismicité, 1892, séismicité, 1904, αγγλ. seismicity, 1902] | |
| 45255 | σεισμογενής | , ής, ές σει-σμο-γε-νής επίθ. ΓΕΩΦ. 1. (για τόπο) με έντονη, υψηλή σεισμικότητα: ~ής: ζώνη/περιοχή/χώρα. ~ές: έδαφος/ρήγμα. ΣΥΝ. σεισμογόνος 2. που έχει δημιουργηθεί ή προκληθεί από σεισμό: ~ή θαλάσσια κύματα (βλ. τσουνάμι). Ηφαιστειογενές και ~ές νησί. Βλ. -γενής | |
| 45256 | σεισμογόνος | , α/ος, ο σει-σμο-γό-νος επίθ.: ΓΕΩΦ. σεισμογενής. Βλ. -γόνος. | |
| 45257 | σεισμογράφημα | σε-σμο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) & σεισμόγραμμα: ΓΕΩΦ. διάγραμμα σεισμικής δόνησης που έχει καταγραφεί από σεισμογράφο ή σεισμόμετρο. Βλ. -γράφημα. [< γαλλ. sismogramme, 1903, séismogramme, 1904, αγγλ. seismogram] | |
| 45258 | σεισμογραφία | σει-σμο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. κλάδος της σεισμολογίας με αντικείμενο την περιγραφή και μελέτη των σεισμικών δονήσεων με βάση τα σεισμογραφήματα. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. s(é)ismographie, αγγλ. seismography, γερμ. Seismographie] | |
| 45259 | σεισμογραφικός | , ή, ό σει-σμο-γρα-φι-κός επίθ.: ΓΕΩΦ. που ανήκει ή αναφέρεται στη σεισμογραφία ή τον σεισμογράφο: ~ός: σταθμός. ~ό: σκάφος. [< γαλλ. s(é)ismographique, αγγλ. seismographic] | |
| 45260 | σεισμογράφος | σει-σμο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΦ. -ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που καταγράφει κυρ. το μέγεθος, τη διάρκεια και την εστία σεισμικής δόνησης: δορυφορικός/ψηφιακός ~. Δίκτυο ~ων. Οι ~οι του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου. Πβ. σεισμόμετρο, σεισμοσκόπιο. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. s(é)ismographe, αγγλ. seismograph] | |
| 45261 | σεισμολογία | σει-σμο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τους σεισμούς: εφαρμοσμένη/τεχνική ~. ~ και ηφαιστειολογία. Βλ. -λογία. [< γαλλ. sismologie, séismologie, 1904, αγγλ. seismology] | |
| 45262 | σεισμολογικός | , ή, ό σει-σμο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΦ. που αναφέρεται στη σεισμολογία: ~ός: σταθμός. ~ό: δίκτυο/εργαστήριο (πανεπιστημίου)/ινστιτούτο/κέντρο. [< γαλλ. sismologique, séismologique, 1903, αγγλ. seismologic(al)] | |
| 45263 | σεισμολόγος | σει-σμο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη σεισμολογία: ανήσυχοι/επιφυλακτικοί/καθησυχαστικοί οι ~οι για τον σεισμό. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. sismologue, 1909, αγγλ. seismologist] | |
| 45264 | σεισμομετρία | σει-σμο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. κλάδος της σεισμολογίας με αντικείμενο τη μέτρηση των σεισμών με τη χρήση σεισμομέτρου. Βλ. -μετρία. [< αγγλ. seismometry] | |
| 45265 | σεισμόμετρο | σει-σμό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΦ. - ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που καταγράφει και μετρά τις σεισμικές δονήσεις: ηλεκτρομαγνητικά/ψηφιακά ~α. Πβ. σεισμο-γράφος, -σκόπιο. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. seismometer] | |
| 45266 | σεισμοπαθής | σει-σμο-πα-θής επίθ./ουσ. {συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): σεισμόπληκτος: ~ής: περιοχή. Βλ. -παθής.|| (κυρ. ως ουσ.) Βοήθεια στους/μέτρα για τους ~είς. Έρανος υπέρ/στέγαση των ~ών. | |
| 45267 | σεισμόπληκτος | , η, ο σει-σμό-πλη-κτος επίθ./ουσ. {-ων (λόγ.) -ήκτων} (επίσ.): που έχει πληγεί από σεισμό: ~οι: κάτοικοι. ~α: κτίρια. Βλ. -πληκτος.|| (κυρ. ως ουσ.) Αποκατάσταση/περίθαλψη των ~ήκτων. ΣΥΝ. σεισμοπαθής | |
| 45268 | σεισμός | σει-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΦ. δόνηση τμήματος της γήινης επιφάνειας, που οφείλεται είτε στην ξαφνική αποδέσμευση ενέργειας λόγω της μετατόπισης τεκτονικών πλακών είτε σε ηφαιστειακή δραστηριότητα: ασθενής (πβ. μικρο~)/επιφανειακός/ισχυρός (πβ. μεγα~)/καταστροφικός/πολύνεκρος (= φονικός ~)/τεκτονικός/τοπικός/υποθαλάσσιος. Ο κύριος ~ (βλ. προ~, μετα~). Ένταση/επίκεντρο/εστία του ~ού. Τα ερείπια/τα θύματα του ~ού. ~ με μεγάλη διάρκεια/με μικρό εστιακό βάθος. Έγινε/σημειώθηκε ~. Πού εκδηλώθηκε ο ~; ~ μεγέθους έξι βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ. Βλ. Μερκάλι. Ο ~ έπληξε πυκνοκατοικημένη περιοχή. ~ που προκάλεσε τεράστια παλιρροϊκά κύματα (βλ. τσουνάμι). Το επίμαχο θέμα της πρόβλεψης/πρόγνωσης των ~ών. Ρήγμα που δίνει (= προκαλεί) ~ούς. Πβ. εγκέλαδος. 2. (μτφ.) μεγάλη αναστάτωση, αναταραχή: πολιτικός ~ από το σκάνδαλο. Καταγγελίες που προκάλεσαν ~ό. Διαδήλωση-~. Πβ. πάταγος, ρίχτερ, σάλος, χαμός. ● ΦΡ.: σεισμοί, λοιμοί/λιμοί και καταποντισμοί: για μεγάλη καταστροφή που προκαλείται συνήθ. από φυσικά φαινόμενα. [< αρχ. σεισμός, γαλλ. tremblement de terre, séisme, 1904] | |
| 45269 | σεισμοσκόπιο | σει-σμο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΦ. -ΤΕΧΝΟΛ. όργανο με το οποίο καταγράφονται οι σεισμικές δονήσεις και ο χρόνος εκδήλωσής τους. Πβ. σεισμογράφος, σεισμόμετρο. [< γαλλ. séismoscope, αγγλ. seismoscope] | |
| 45270 | σεισοπυγίς | σει-σο-πυ-γίς ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): σουσουράδα. [< μτγν. σεισοπυγίς] | |
| 45271 | σείστρο | [σεῖστρο] σεί-στρο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. αρχαίο κρουστό μουσικό όργανο που αποτελείται από πλαίσιο σε σχήμα αχλαδιού, το οποίο είναι προσαρτημένο σε λαβή, και παράγει ήχο, όταν το κουνούν. Πβ. κουδουνίστρα. Βλ. κρόταλο, κύμβαλο, ντέφι, -τρο. [< μτγν. σεῖστρον, αγγλ. sistrum, γαλλ. sistre] | |
| 45272 | σεΐχης | σε-ΐ-χης ουσ. (αρσ.) {σεΐχηδες}: άραβας φύλαρχος και κατ' επέκτ. τίτλος μουσουλμάνου αξιωματούχου. [< τουρκ. şeyh] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ