Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [45820-45840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45262σεισμολογικός, ή, ό σει-σμο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΦ. που αναφέρεται στη σεισμολογία: ~ός: σταθμός. ~ό: δίκτυο/εργαστήριο (πανεπιστημίου)/ινστιτούτο/κέντρο. [< γαλλ. sismologique, séismologique, 1903, αγγλ. seismologic(al)]
45263σεισμολόγοςσει-σμο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη σεισμολογία: ανήσυχοι/επιφυλακτικοί/καθησυχαστικοί οι ~οι για τον σεισμό. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. sismologue, 1909, αγγλ. seismologist]
45264σεισμομετρίασει-σμο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. κλάδος της σεισμολογίας με αντικείμενο τη μέτρηση των σεισμών με τη χρήση σεισμομέτρου. Βλ. -μετρία. [< αγγλ. seismometry]
45265σεισμόμετροσει-σμό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΦ. - ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που καταγράφει και μετρά τις σεισμικές δονήσεις: ηλεκτρομαγνητικά/ψηφιακά ~α. Πβ. σεισμο-γράφος, -σκόπιο. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. seismometer]
45266σεισμοπαθήςσει-σμο-πα-θής επίθ./ουσ. {συνηθέστ. στον πληθ.} (επίσ.): σεισμόπληκτος: ~ής: περιοχή. Βλ. -παθής.|| (κυρ. ως ουσ.) Βοήθεια στους/μέτρα για τους ~είς. Έρανος υπέρ/στέγαση των ~ών.
45267σεισμόπληκτος, η, ο σει-σμό-πλη-κτος επίθ./ουσ. {-ων (λόγ.) -ήκτων} (επίσ.): που έχει πληγεί από σεισμό: ~οι: κάτοικοι. ~α: κτίρια. Βλ. -πληκτος.|| (κυρ. ως ουσ.) Αποκατάσταση/περίθαλψη των ~ήκτων. ΣΥΝ. σεισμοπαθής
45268σεισμόςσει-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΦ. δόνηση τμήματος της γήινης επιφάνειας, που οφείλεται είτε στην ξαφνική αποδέσμευση ενέργειας λόγω της μετατόπισης τεκτονικών πλακών είτε σε ηφαιστειακή δραστηριότητα: ασθενής (πβ. μικρο~)/επιφανειακός/ισχυρός (πβ. μεγα~)/καταστροφικός/πολύνεκρος (= φονικός ~)/τεκτονικός/τοπικός/υποθαλάσσιος. Ο κύριος ~ (βλ. προ~, μετα~). Ένταση/επίκεντρο/εστία του ~ού. Τα ερείπια/τα θύματα του ~ού. ~ με μεγάλη διάρκεια/με μικρό εστιακό βάθος. Έγινε/σημειώθηκε ~. Πού εκδηλώθηκε ο ~; ~ μεγέθους έξι βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ. Βλ. Μερκάλι. Ο ~ έπληξε πυκνοκατοικημένη περιοχή. ~ που προκάλεσε τεράστια παλιρροϊκά κύματα (βλ. τσουνάμι). Το επίμαχο θέμα της πρόβλεψης/πρόγνωσης των ~ών. Ρήγμα που δίνει (= προκαλεί) ~ούς. Πβ. εγκέλαδος. 2. (μτφ.) μεγάλη αναστάτωση, αναταραχή: πολιτικός ~ από το σκάνδαλο. Καταγγελίες που προκάλεσαν ~ό. Διαδήλωση-~. Πβ. πάταγος, ρίχτερ, σάλος, χαμός. ● ΦΡ.: σεισμοί, λοιμοί/λιμοί και καταποντισμοί: για μεγάλη καταστροφή που προκαλείται συνήθ. από φυσικά φαινόμενα. [< αρχ. σεισμός, γαλλ. tremblement de terre, séisme, 1904]
45269σεισμοσκόπιοσει-σμο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΦ. -ΤΕΧΝΟΛ. όργανο με το οποίο καταγράφονται οι σεισμικές δονήσεις και ο χρόνος εκδήλωσής τους. Πβ. σεισμογράφος, σεισμόμετρο. [< γαλλ. séismoscope, αγγλ. seismoscope]
45270σεισοπυγίςσει-σο-πυ-γίς ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): σουσουράδα. [< μτγν. σεισοπυγίς]
45271σείστρο[σεῖστρο] σεί-στρο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. αρχαίο κρουστό μουσικό όργανο που αποτελείται από πλαίσιο σε σχήμα αχλαδιού, το οποίο είναι προσαρτημένο σε λαβή, και παράγει ήχο, όταν το κουνούν. Πβ. κουδουνίστρα. Βλ. κρόταλο, κύμβαλο, ντέφι, -τρο. [< μτγν. σεῖστρον, αγγλ. sistrum, γαλλ. sistre]
45272σεΐχηςσε-ΐ-χης ουσ. (αρσ.) {σεΐχηδες}: άραβας φύλαρχος και κατ' επέκτ. τίτλος μουσουλμάνου αξιωματούχου. [< τουρκ. şeyh]
45273σείωσεί-ω ρ. (μτβ.) {έσει-α, -σα, σείομαι (λαϊκό) σειέμαι (μτχ. σεινάμενος, η, ο), σεί-στηκε} (λόγ.): κουνώ, ταρακουνώ, τραντάζω: Ο αέρας ~ε τα αντίσκηνα. ~εται η γη (συνήθ. από σεισμό).|| (μτφ.) Με τις καινοτομίες του ~σε τα θεμέλια της τέχνης. ~στηκε η αίθουσα από τα χειροκροτήματα/το γήπεδο από τους πανηγυρισμούς. Πβ. δονώ. ● ΦΡ.: κουνιέται/σειέται και λυγιέται βλ. λυγώ, λαγός τη φτέρη έσειε/κούναγε, κακό του κεφαλιού/της κεφαλής του βλ. λαγός ● βλ. σεινάμενος [< αρχ. σείω]
45274ΣΕΚ1. (η) Συνεχιζόμενη Επαγγελματική Κατάρτιση. 2. (το) Σχολικό Εργαστηριακό Κέντρο. 3. (η) Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση και Κατάρτιση.
45275σεκάνςσε-κάνς ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. (σε ταινία) ακολουθία πλάνων που συνιστούν μια σκηνή με αφηγηματική, θεματική ενότητα: αρxική/κορυφαία/τελευταία ~. Η ~ της καταδίωξης/μάχης. ~ που γυρίστηκε σε ... Πλάνο-~. [< γαλλ. séquence, 1925]
45276σεκιουριτάςσε-κιου-ρι-τάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): υπάλληλος που εργάζεται ως φρουρός για λογαριασμό εταιρείας σεκιούριτι: ~άδες σε πολυκαταστήματα. Στολή ~ά. Βλ. γορίλας, μπράβος, σωματοφύλακας. Βλ. -άς.
45277σεκιούριτισε-κιού-ρι-τι ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} (προφ.): φρούρηση και προστασία προσώπων, κτιρίων, καταστημάτων, χώρων, που παρέχεται από εταιρείες οι οποίες διαθέτουν κατάλληλα εκπαιδευμένους υπαλλήλους και ηλεκτρονικά συστήματα ασφαλείας· συνεκδ. σεκιουριτάς: υπηρεσίες ~.|| Είναι ~. Εργάζεται ως ~. Οι/τα ~. [< αγγλ. security]
45278σεκλέτισε-κλέ-τι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): καημός, συνήθ. ερωτικός: Έχει βαριά ~ια.Τα ~ια της καρδιάς. Πβ. μαράζι, σεβντάς. ΣΥΝ. νταλκάς, ντέρτι [< τουρκ. sιklet]
45279σεκλετίζομαισε-κλε-τί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {σεκλετί-στηκα, σεκλετι-σμένος} (λαϊκό): στενοχωριέμαι, θλίβομαι βαθιά: Μη ~εσαι! (= μη σκας). [< τουρκ. sikildim]
45280σεκόγιασε-κό-για ουσ. (θηλ.) & σεκόια: ΒΟΤ. γιγάντιο (με ύψος πάνω από ενενήντα μέτρα) κωνοφόρο δέντρο της Βόρειας Αμερικής (επιστ. ονομασ. Sequoia sempervirens, Sequoiadendron giganteum), με πολύ χοντρό κορμό, που ζει περ. δύο χιλιάδες χρόνια. [< αμερικ. sequoia, αμερικ. ανθρ. Sequoyah (George Gist/Guest)]
45281σεκοντάρωβλ. σιγοντάρω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.