Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [45820-45840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45273σείωσεί-ω ρ. (μτβ.) {έσει-α, -σα, σείομαι (λαϊκό) σειέμαι (μτχ. σεινάμενος, η, ο), σεί-στηκε} (λόγ.): κουνώ, ταρακουνώ, τραντάζω: Ο αέρας ~ε τα αντίσκηνα. ~εται η γη (συνήθ. από σεισμό).|| (μτφ.) Με τις καινοτομίες του ~σε τα θεμέλια της τέχνης. ~στηκε η αίθουσα από τα χειροκροτήματα/το γήπεδο από τους πανηγυρισμούς. Πβ. δονώ. ● ΦΡ.: κουνιέται/σειέται και λυγιέται βλ. λυγώ, λαγός τη φτέρη έσειε/κούναγε, κακό του κεφαλιού/της κεφαλής του βλ. λαγός ● βλ. σεινάμενος [< αρχ. σείω]
45274ΣΕΚ1. (η) Συνεχιζόμενη Επαγγελματική Κατάρτιση. 2. (το) Σχολικό Εργαστηριακό Κέντρο. 3. (η) Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση και Κατάρτιση.
45275σεκάνςσε-κάνς ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. (σε ταινία) ακολουθία πλάνων που συνιστούν μια σκηνή με αφηγηματική, θεματική ενότητα: αρxική/κορυφαία/τελευταία ~. Η ~ της καταδίωξης/μάχης. ~ που γυρίστηκε σε ... Πλάνο-~. [< γαλλ. séquence, 1925]
45276σεκιουριτάςσε-κιου-ρι-τάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): υπάλληλος που εργάζεται ως φρουρός για λογαριασμό εταιρείας σεκιούριτι: ~άδες σε πολυκαταστήματα. Στολή ~ά. Βλ. γορίλας, μπράβος, σωματοφύλακας. Βλ. -άς.
45277σεκιούριτισε-κιού-ρι-τι ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} (προφ.): φρούρηση και προστασία προσώπων, κτιρίων, καταστημάτων, χώρων, που παρέχεται από εταιρείες οι οποίες διαθέτουν κατάλληλα εκπαιδευμένους υπαλλήλους και ηλεκτρονικά συστήματα ασφαλείας· συνεκδ. σεκιουριτάς: υπηρεσίες ~.|| Είναι ~. Εργάζεται ως ~. Οι/τα ~. [< αγγλ. security]
45278σεκλέτισε-κλέ-τι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): καημός, συνήθ. ερωτικός: Έχει βαριά ~ια.Τα ~ια της καρδιάς. Πβ. μαράζι, σεβντάς. ΣΥΝ. νταλκάς, ντέρτι [< τουρκ. sιklet]
45279σεκλετίζομαισε-κλε-τί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {σεκλετί-στηκα, σεκλετι-σμένος} (λαϊκό): στενοχωριέμαι, θλίβομαι βαθιά: Μη ~εσαι! (= μη σκας). [< τουρκ. sikildim]
45280σεκόγιασε-κό-για ουσ. (θηλ.) & σεκόια: ΒΟΤ. γιγάντιο (με ύψος πάνω από ενενήντα μέτρα) κωνοφόρο δέντρο της Βόρειας Αμερικής (επιστ. ονομασ. Sequoia sempervirens, Sequoiadendron giganteum), με πολύ χοντρό κορμό, που ζει περ. δύο χιλιάδες χρόνια. [< αμερικ. sequoia, αμερικ. ανθρ. Sequoyah (George Gist/Guest)]
45281σεκοντάρωβλ. σιγοντάρω
45282σεκόντοσε-κό-ντο ουσ. (ουδ.) & σιγόντο & σεγκόντο: ΜΟΥΣ. δεύτερη φωνή: πρίμο ~ (= διφωνία). Τραγουδούσε ~. ● ΦΡ.: κάνω/κρατάω σεκόντο (σε κάποιον) (μτφ.): ενισχύω τις προτάσεις ή τις απόψεις του με έμμεσο τρόπο, παίρνω το μέρος του. ΣΥΝ. σιγοντάρω (1) [< ιταλ. secondo]
45283σέκοςσέ-κος επίθ. {χωρ. θηλ. κ. ουδ.} (λαϊκό): κυρ. στις ● ΦΡ.: μένω σέκος: μένω άφωνος, άναυδος: Κοπήκατε στο μάθημα, μου λέει, κι έμεινα ~ (= άγαλμα)., τον άφησε σέκο: τον έκανε να πονέσει πάρα πολύ ή να χάσει τις αισθήσεις του: Τον χτύπησε δυνατά και ~ ~ (= τον σακάτεψε). Πβ. τέζα.|| Έχει πέσει σέκος από το σοκ. [< ιταλ. secco]
45284σεκρετέρσε-κρε-τέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): μικρό έπιπλο, γραφείο με ανοιγόμενο καπάκι και συρταράκια: αντικέ/χειροποίητο ~. [< γαλλ. secrétaire]
45285σεκρετίνησε-κρε-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πεπτιδική ορμόνη που εκκρίνεται από τον βλεννογόνο του δωδεκαδακτύλου και διεγείρει το πάγκρεας. Βλ. -ίνη. ΣΥΝ. εκκριματίνη [< γαλλ. sécrétine, 1902]
45286σέκταβλ. σέχτα
45287σεκταρισμόςβλ. σεχταρισμός
45288σεκταριστήςβλ. σεχταριστής
45289σεκταριστικός, ή, ό βλ. σεχταριστικός
45290σέλασέ-λα ουσ. (θηλ.): κάθισμα αναβάτη: ~ αλόγου. ΣΥΝ. εφίππιο. Βλ. ιπποσκευή, σαμάρι.|| ~ μηχανής/μοτοσικλέτας/ποδηλάτου. Ανατομικές/δερμάτινες ~ες. [< μτγν. σέ(λ)λα, γαλλ. selle, αγγλ. saddle]
45291σελαγίζεισε-λα-γί-ζει ρ. (αμτβ.) {σπάν. σελάγισε} (λογοτ.): ακτινοβολεί, λάμπει, φεγγοβολά. [< μτγν. σελαγίζω]
45292σελάγισμασε-λά-γι-σμα ουσ. (ουδ.) & σελαγισμός (ο) (λογοτ.): ακτινοβολία. Πβ. λάμψη, φέγγος. [< μτγν. σελάγισμα, μεσν. σελαγισμός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.