| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45293 | σελαντόν | σε-λα-ντόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ανοιχτό χαλκοπράσινο χρώμα· κινεζική πορσελάνη με αυτό το χρώμα. [< γαλλ. céladon] | |
| 45294 | σέλας | σέ-λας ουσ. (ουδ.) {άκλ. | γεν. σέλαος κ. αδόκ. σέλατος}: ΑΣΤΡΟΝ. φωτεινό ουράνιο φαινόμενο που συμβαίνει στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας, είναι ορατό στις πολικές περιοχές και οφείλεται στον βομβαρδισμό της ιονόσφαιρας από ηλεκτρικώς φορτισμένα σωματίδια του ηλιακού ανέμου: βόρειο/νότιο/πολικό ~. [< αρχ. σέλας 'φως, λάμψη', γαλλ. aurore polaire] | |
| 45295 | σελάχι | σε-λά-χι ουσ. (ουδ.) {σελαχ-ιού | -ιών} 1. ΙΧΘΥΟΛ. σαλάχι. 2. & σιλάχι (παρωχ.): δερμάτινη ζώνη, θήκη για τα όπλα, που τη φορούσαν με τη φουστανέλα. Βλ. φισεκλίκι. [< 1: αρχ. σελάχιον 2: τουρκ. silâh] | |
| 45296 | σελέμπριτι | σε-λέ-μπρι-τι ουσ. {συνήθ. αρσ. κ. ουδ., σπανιότ. θηλ. | άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): πρόσωπο με αναγνωρισιμότητα και έντονη παρουσία στην κοινωνική ζωή: ~ της τηλεόρασης (πβ. τηλεστάρ). Περιοδικά για τους ~ς (βλ. ταμπλόιντ). Πβ. βιπ, διασημότητα, επώνυμος, κοσμικός. [< αγγλ. celebrity] | |
| 45297 | σέλερι | σέ-λε-ρι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποικιλία σέλινου. [< αγγλ. celery] | |
| 45298 | ΣΕΛΕΤΕ | (η): (παλαιότ.) Σχολή Εκπαιδευτικών Λειτουργών Επαγγελματικής και Τεχνικής Εκπαίδευσης. (Σήμερα Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε.) | |
| 45299 | σεληνάκατος | σε-λη-νά-κα-τος ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝΑΥΤ. τμήμα διαστημόπλοιου, κατάλληλο για μεταφορά αστροναυτών στην επιφάνεια της σελήνης: επανδρωμένη ~. Η ~ προσεδαφίστηκε/προσσεληνώθηκε. [< αμερικ. lunar module, 1967] | |
| 45300 | σελήνη | σε-λή-νη ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. (κ. με κεφαλ. Σ) ο μοναδικός φυσικός δορυφόρος της Γης, ο οποίος περίπου κάθε έναν μήνα διαγράφει πλήρη τροχιά γύρω από αυτή: ο δίσκος/η σκοτεινή πλευρά/οι φάσεις της ~ης. ~ 15 ημερών. Η κατάκτηση της ~ης (1969). Αποικία/βάση/ταξίδι στη ~. Πβ. φεγγάρι. ● ΣΥΜΠΛ.: Βόρειος/Νότιος Δεσμός της Σελήνης: η διασταύρωση της πορείας της σελήνης με την εκλειπτική, όταν περνά από το νότιο ημισφαίριο στο βόρειο και από το βόρειο στο νότιο, αντίστοιχα., Νέα Σελήνη: φάση της σελήνης κατά την οποία αυτή δεν φωτίζεται καθόλου από τον ήλιο, με αποτέλεσμα να μην είναι ορατή από τη Γη· η περίοδος κατά την οποία συμβαίνει αυτό. Βλ. πανσέληνος., έκλειψη Σελήνης βλ. έκλειψη [< αρχ. σελήνη] | |
| 45301 | σεληνιάζομαι | σε-λη-νι-ά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {σεληνιά-στηκε, -σμένος} (προφ.): έχω κρίση επιληψίας και (κυρ. γενικότ.) καταλαμβάνομαι από μανία: Έκανε/χτυπιέται σαν ~σμένος. [< μτγν. σεληνιάζομαι] | |
| 45302 | σεληνιακός | , ή, ό σε-λη-νι-α-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. που αναφέρεται στη σελήνη: ~ός: δίσκος/δορυφόρος/χρόνος. ~ή: άλως/επιφάνεια/σκιά/σκόνη/τροχιά. ~ό: ημερολόγιο/ορυκτό/όχημα (= σεληνάκατος)/φως (πβ. φεγγαρίσιος)/χώμα. ~ές: ημέρες. ● ΣΥΜΠΛ.: σεληνιακό τοπίο (μτφ.): μέρος ερημωμένο, άγονο, χωρίς σημάδι ζωής: Η πύρινη λαίλαπα μετέτρεψε την περιοχή σε ~ ~. Πβ. κρανίου τόπος.|| (κατ' επέκτ.) Βράχια που μοιάζουν με/θυμίζουν ~ ~., σεληνιακός κύκλος/κύκλος του Μέτωνα: το σύνολο των περιοδικά εμφανιζόμενων (συνήθ. κάθε δεκαεννέα έτη) φάσεων της σελήνης., έκλειψη Σελήνης βλ. έκλειψη, σεληνιακό έτος βλ. έτος, σεληνιακός/συνοδικός μήνας βλ. μήνας [< μτγν. σεληνιακός] | |
| 45303 | σεληνιασμός | σε-λη-νι-α-σμός ουσ. (αρσ.) (προφ.): επιληψία που κατά τη λαϊκή αντίληψη οφείλεται στην επίδραση της σελήνης· γενικότ. μανία. [< μτγν. σεληνιασμός] | |
| 45304 | σεληνικός | , ή, ό σε-λη-νι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το σελήνιο: ~ό: νάτριο/οξύ. [< γαλλ. sélénique] | |
| 45305 | σελήνιο | σε-λή-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. αμέταλλο στοιχείο (σύμβ. Se, Ζ 34) που ανήκει στην έκτη ομάδα του περιοδικού πίνακα, όπως το οξυγόνο και το θείο: Το ~ είναι ιχνοστοιχείο με αντιοξειδωτικές ιδιότητες. [< γερμ. Selenium, γαλλ. sélénium, αγγλ. selenium < αρχ. σελήνη] | |
| 45306 | σεληνίτης | σε-λη-νί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ποικιλία γύψου που υπάρχει σε μορφή διάφανων κρυστάλλων. Βλ. -ίτης2. [< μτγν. σεληνίτης (λίθος), γαλλ. sélénite, αγγλ. selenite] | |
| 45307 | σεληνογραφία | σε-λη-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο τη χαρτογράφηση της Σελήνης. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. sélénographie, αγγλ. selenography] | |
| 45308 | σεληνογραφικός | , ή, ό σε-λη-νο-γρα-φι-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με τη σεληνογραφία: ~ό: μήκος/πλάτος. ~ές: συντεταγμένες. [< γαλλ. sélénographique, αγγλ. selenographic(al)] | |
| 45309 | σεληνοηλιακός | , ή, ό σε-λη-νο-η-λι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Σελήνη και τον Ήλιο ταυτόχρονα: ~ό: ημερολόγιο. | |
| 45310 | σεληνόλιθος | σε-λη-νό-λι-θος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΟΡΥΚΤ. φεγγαρόπετρα. | |
| 45311 | σεληνόφως | σε-λη-νό-φως ουσ. (ουδ.) {σεληνόφωτος} & σεληνόφωτο (λόγ.): φεγγαρόφωτο: δείπνο κάτω από/υπό το ~. Πβ. φεγγαράδα, φεγγάρι. Βλ. ηλιόφως. [< αρχ. σεληνόφως] | |
| 45312 | σεληνοφώτιστος | , η, ο σε-λη-νο-φώ-τι-στος επίθ. & σεληνόφωτος (λογοτ.): φεγγαρόφωτος. ΣΥΝ. φεγγαρόλουστος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ