| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45283 | σέκος | σέ-κος επίθ. {χωρ. θηλ. κ. ουδ.} (λαϊκό): κυρ. στις ● ΦΡ.: μένω σέκος: μένω άφωνος, άναυδος: Κοπήκατε στο μάθημα, μου λέει, κι έμεινα ~ (= άγαλμα)., τον άφησε σέκο: τον έκανε να πονέσει πάρα πολύ ή να χάσει τις αισθήσεις του: Τον χτύπησε δυνατά και ~ ~ (= τον σακάτεψε). Πβ. τέζα.|| Έχει πέσει σέκος από το σοκ. [< ιταλ. secco] | |
| 45284 | σεκρετέρ | σε-κρε-τέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): μικρό έπιπλο, γραφείο με ανοιγόμενο καπάκι και συρταράκια: αντικέ/χειροποίητο ~. [< γαλλ. secrétaire] | |
| 45285 | σεκρετίνη | σε-κρε-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πεπτιδική ορμόνη που εκκρίνεται από τον βλεννογόνο του δωδεκαδακτύλου και διεγείρει το πάγκρεας. Βλ. -ίνη. ΣΥΝ. εκκριματίνη [< γαλλ. sécrétine, 1902] | |
| 45286 | σέκτα | βλ. σέχτα | |
| 45287 | σεκταρισμός | βλ. σεχταρισμός | |
| 45288 | σεκταριστής | βλ. σεχταριστής | |
| 45289 | σεκταριστικός | , ή, ό βλ. σεχταριστικός | |
| 45290 | σέλα | σέ-λα ουσ. (θηλ.): κάθισμα αναβάτη: ~ αλόγου. ΣΥΝ. εφίππιο. Βλ. ιπποσκευή, σαμάρι.|| ~ μηχανής/μοτοσικλέτας/ποδηλάτου. Ανατομικές/δερμάτινες ~ες. [< μτγν. σέ(λ)λα, γαλλ. selle, αγγλ. saddle] | |
| 45291 | σελαγίζει | σε-λα-γί-ζει ρ. (αμτβ.) {σπάν. σελάγισε} (λογοτ.): ακτινοβολεί, λάμπει, φεγγοβολά. [< μτγν. σελαγίζω] | |
| 45292 | σελάγισμα | σε-λά-γι-σμα ουσ. (ουδ.) & σελαγισμός (ο) (λογοτ.): ακτινοβολία. Πβ. λάμψη, φέγγος. [< μτγν. σελάγισμα, μεσν. σελαγισμός] | |
| 45293 | σελαντόν | σε-λα-ντόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ανοιχτό χαλκοπράσινο χρώμα· κινεζική πορσελάνη με αυτό το χρώμα. [< γαλλ. céladon] | |
| 45294 | σέλας | σέ-λας ουσ. (ουδ.) {άκλ. | γεν. σέλαος κ. αδόκ. σέλατος}: ΑΣΤΡΟΝ. φωτεινό ουράνιο φαινόμενο που συμβαίνει στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας, είναι ορατό στις πολικές περιοχές και οφείλεται στον βομβαρδισμό της ιονόσφαιρας από ηλεκτρικώς φορτισμένα σωματίδια του ηλιακού ανέμου: βόρειο/νότιο/πολικό ~. [< αρχ. σέλας 'φως, λάμψη', γαλλ. aurore polaire] | |
| 45295 | σελάχι | σε-λά-χι ουσ. (ουδ.) {σελαχ-ιού | -ιών} 1. ΙΧΘΥΟΛ. σαλάχι. 2. & σιλάχι (παρωχ.): δερμάτινη ζώνη, θήκη για τα όπλα, που τη φορούσαν με τη φουστανέλα. Βλ. φισεκλίκι. [< 1: αρχ. σελάχιον 2: τουρκ. silâh] | |
| 45296 | σελέμπριτι | σε-λέ-μπρι-τι ουσ. {συνήθ. αρσ. κ. ουδ., σπανιότ. θηλ. | άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): πρόσωπο με αναγνωρισιμότητα και έντονη παρουσία στην κοινωνική ζωή: ~ της τηλεόρασης (πβ. τηλεστάρ). Περιοδικά για τους ~ς (βλ. ταμπλόιντ). Πβ. βιπ, διασημότητα, επώνυμος, κοσμικός. [< αγγλ. celebrity] | |
| 45297 | σέλερι | σέ-λε-ρι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποικιλία σέλινου. [< αγγλ. celery] | |
| 45298 | ΣΕΛΕΤΕ | (η): (παλαιότ.) Σχολή Εκπαιδευτικών Λειτουργών Επαγγελματικής και Τεχνικής Εκπαίδευσης. (Σήμερα Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε.) | |
| 45299 | σεληνάκατος | σε-λη-νά-κα-τος ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝΑΥΤ. τμήμα διαστημόπλοιου, κατάλληλο για μεταφορά αστροναυτών στην επιφάνεια της σελήνης: επανδρωμένη ~. Η ~ προσεδαφίστηκε/προσσεληνώθηκε. [< αμερικ. lunar module, 1967] | |
| 45300 | σελήνη | σε-λή-νη ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. (κ. με κεφαλ. Σ) ο μοναδικός φυσικός δορυφόρος της Γης, ο οποίος περίπου κάθε έναν μήνα διαγράφει πλήρη τροχιά γύρω από αυτή: ο δίσκος/η σκοτεινή πλευρά/οι φάσεις της ~ης. ~ 15 ημερών. Η κατάκτηση της ~ης (1969). Αποικία/βάση/ταξίδι στη ~. Πβ. φεγγάρι. ● ΣΥΜΠΛ.: Βόρειος/Νότιος Δεσμός της Σελήνης: η διασταύρωση της πορείας της σελήνης με την εκλειπτική, όταν περνά από το νότιο ημισφαίριο στο βόρειο και από το βόρειο στο νότιο, αντίστοιχα., Νέα Σελήνη: φάση της σελήνης κατά την οποία αυτή δεν φωτίζεται καθόλου από τον ήλιο, με αποτέλεσμα να μην είναι ορατή από τη Γη· η περίοδος κατά την οποία συμβαίνει αυτό. Βλ. πανσέληνος., έκλειψη Σελήνης βλ. έκλειψη [< αρχ. σελήνη] | |
| 45301 | σεληνιάζομαι | σε-λη-νι-ά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {σεληνιά-στηκε, -σμένος} (προφ.): έχω κρίση επιληψίας και (κυρ. γενικότ.) καταλαμβάνομαι από μανία: Έκανε/χτυπιέται σαν ~σμένος. [< μτγν. σεληνιάζομαι] | |
| 45302 | σεληνιακός | , ή, ό σε-λη-νι-α-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. που αναφέρεται στη σελήνη: ~ός: δίσκος/δορυφόρος/χρόνος. ~ή: άλως/επιφάνεια/σκιά/σκόνη/τροχιά. ~ό: ημερολόγιο/ορυκτό/όχημα (= σεληνάκατος)/φως (πβ. φεγγαρίσιος)/χώμα. ~ές: ημέρες. ● ΣΥΜΠΛ.: σεληνιακό τοπίο (μτφ.): μέρος ερημωμένο, άγονο, χωρίς σημάδι ζωής: Η πύρινη λαίλαπα μετέτρεψε την περιοχή σε ~ ~. Πβ. κρανίου τόπος.|| (κατ' επέκτ.) Βράχια που μοιάζουν με/θυμίζουν ~ ~., σεληνιακός κύκλος/κύκλος του Μέτωνα: το σύνολο των περιοδικά εμφανιζόμενων (συνήθ. κάθε δεκαεννέα έτη) φάσεων της σελήνης., έκλειψη Σελήνης βλ. έκλειψη, σεληνιακό έτος βλ. έτος, σεληνιακός/συνοδικός μήνας βλ. μήνας [< μτγν. σεληνιακός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ