Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [45860-45880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45313σελίδασε-λί-δα ουσ. (θηλ.) 1. (συντομ. σελ., σ., σσ. = ~ες) καθεμιά από τις δύο πλευρές ενός φύλλου χαρτιού· συνεκδ. το κείμενο που περιλαμβάνεται σε αυτή ή γενικότ. το περιεχόμενό της: άγραφη/άδεια/λευκή ~. Συνέχεια στην επόμενη ~/στη ~ 3. Το κάτω μέρος της ~ας (= υποσέλιδο). Η πρώτη/τελευταία ~ της εφημερίδας (βλ. πρωτοσέλιδο). ~ες βιβλίου/λευκώματος/περιοδικού/τετραδίου. Σκόρπιες ~ες ημερολογίου. Αρχαίο κείμενο και νεοελληνική μετάφραση σε αντικριστές ~ες. Αρίθμηση ~ων. Όριο ~ων (: σε επιστημονική εργασία). Άρθρο πέντε ~ων. Βλ. βέρσο, ρέκτο.|| Διάβασα δύο ~ες. Ήρωας/κόσμος που ξεπηδά από τις ~ες μυθιστορήματος (βλ. απόσπασμα, χωρίο).|| (προφ.) Λείπει μια ~ (= κόλλα). 2. ΔΙΑΔΙΚΤ. -ΠΛΗΡΟΦ. (προφ.) ιστοσελίδα· ειδικότ. φύλλο ηλεκτρονικού εγγράφου: αποθηκευμένη/(δια)δικτυακή/ηλεκτρονική ~. ~ υποδοχής (ΣΥΝ. αρχική ~, ~ εκκίνησης, οικο~). Αναβάθμιση/ανανέωση/διεύθυνση/δικαιώματα/επισκέπτες/κατασκευή/πλοήγηση/φόρτωση ~ας. Εκπαιδευτικές/εμπορικές/εταιρικές/πολιτιστικές ~ες. ~ες ενημέρωσης και επικοινωνίας. Αναζήτηση ~ων. ~ με πληροφορίες/στατιστικά/φωτογραφίες. Eπισκεφθείτε/(εκ)τυπώστε τη ~. (προφ.) Κατεβάζω τη ~ στο πι-σι μου.|| Κενή/πρότυπη ~. (Αυτόματη) αλλαγή/διαμόρφωση/επικεφαλίδα/κύλιση/περιθώρια/πλαίσιο/προεπισκόπηση ~ας. 3. (μτφ.) σύνολο γεγονότων, θετικών ή αρνητικών, στη ζωή προσώπου ή την ιστορία ομάδας, έθνους: γκρίζα/επική/ηρωική/μελανή/φωτεινή ~. ~ ντροπής/τιμής. Η μαύρη ~ του εμφυλίου πολέμου. Έγραψαν (λαμπρές) ~ες δόξας. Πβ. κεφάλαιο, σταθμός. ● Υποκ.: σελιδίτσα (η), σελιδούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αρχική/κεντρική σελίδα: ΠΛΗΡΟΦ. η πρώτη σελίδα δικτυακού τόπου., κίτρινες σελίδες: ο Χρυσός Οδηγός. [< αγγλ. yellow pages, 1908] , χρυσές σελίδες (μτφ.): για ένδοξο, σπουδαίο γεγονός ή μεγάλη επιτυχία: ~ ~ ηρωισμού. Οι ~ ~ του αθλητισμού/της ιστορίας. ● ΦΡ.: γυρίζω/ανοίγω (μια) νέα σελίδα & γυρνώ σελίδα (μτφ.): κάνω νέα αρχή: Ανοίγει μια νέα ~ στην καριέρα του. Είναι καιρός να ξεχάσεις ό,τι έγινε και να γυρίσεις ~., αλλάζω ζωή/πορεία/ρότα/σελίδα βλ. αλλάζω [< μτγν. σελίς, αγγλ.-γαλλ. page]
45314σελιδαρίθμησησε-λι-δα-ρίθ-μη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αρίθμηση των σελίδων βιβλίου ή εντύπου: αυτόματη/ενιαία/ποικίλη/συνεχής ~. Κείμενο με/χωρίς ~. Πβ. σελίδωση. [< γαλλ. pagination]
45315σελιδοδείκτηςσε-λι-δο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.) 1. στενόμακρη χάρτινη, υφασμάτινη, δερμάτινη ή πλαστική ταινία που τοποθετείται ανάμεσα στις σελίδες βιβλίου, ώστε ο αναγνώστης να βρίσκει εύκολα το σημείο στο οποίο θέλει να ανατρέξει: αυτοκόλλητοι ~ες. Βλ. -δείκτης. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εντολή ή εικονίδιο που δημιουργείται από τον χρήστη και χρησιμοποιείται για την απευθείας μετάβαση σε ορισμένο σημείο εγγράφου ή σε συγκεκριμένη ιστοσελίδα: δημιουργία/προσθήκη ~η. [< 1: γαλλ. signet 2: αγγλ. bookmark, 1982]
45316σελιδοποίησησε-λι-δο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΥΠΟΓΡ. η διαδικασία και το αποτέλεσμα της σύνθεσης στοιχειοθετημένων κειμένων και εικόνων σε σελίδες: αυτόματη/επαγγελματική/ηλεκτρονική/περιστροφική/ψηφιακή ~. ~ βιβλίων/εφημερίδων/περιοδικών. Στοιχειοθεσία και ~. Πβ. σελίδωση. Βλ. μακέτα. 2. ΠΛΗΡΟΦ. σχέδιο διαχείρισης μνήμης, κατά το οποίο ο υπολογιστής αποθηκεύει και ανακτά δεδομένα από τη βοηθητική μνήμη, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από την κύρια: αρχείο ~ης. Βλ. -ποίηση. [< 1: γαλλ. mise en pages 2: αγγλ. paging, 1966]
45317σελιδοποιητήςσε-λι-δο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που κάνει σελιδοποίηση εντύπων: ~ χιλίων φύλλων. ~ές είκοσι θέσεων με ή χωρίς διάτρηση/συρραφή. 2. σελιδοποιός. [< 1: αγγλ. booklet maker, collator]
45318σελιδοποιητικός, ή, ό σε-λι-δο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη σελιδοποίηση: ~ή: αισθητική/επιμέλεια. ~ό: πρόγραμμα (ηλεκτρονικού υπολογιστή). Βλ. -ποιητικός.
45319σελιδοποιόςσε-λι-δο-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επαγγελματίας που κάνει σελιδοποίηση: ~οί-γραφίστες. Βλ. -ποιός. ΣΥΝ. σελιδοποιητής (2) [< γαλλ. metteur en pages]
45320σελιδοποιώ[σελιδοποιῶ] σε-λι-δο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {σελιδοποί-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. ΤΥΠΟΓΡ. διαμορφώνω στοιχειοθετημένο κείμενο και εικόνες σε σελίδες: Το βιβλίο στοιχειοθετήθηκε, ~ήθηκε και τυπώθηκε στο τυπογραφείο ... Περιοδικό που γράφεται και ~είται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. 2. ΠΛΗΡΟΦ. κάνω σελιδοποίηση μνήμης: ~ημένη: κατάτμηση. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. mettre en pages, αγγλ. page]
45322σελίδωσησε-λί-δω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. -ΠΛΗΡΟΦ. (κυρ. στην Κύπρο) σελιδοποίηση ή σελιδαρίθμηση: ηλεκτρονική ~. ~ και εκτύπωση περιοδικού/µορφοποίηση κειμένου.
45323σελιλόιντσε-λι-λό-ιντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) σελουλόιντ (παλαιότ.): πλαστικό εύφλεκτο υλικό από νιτροκυτταρίνη που χρησιμοποιείται κυρ. για την παραγωγή φωτογραφικού και κινηματογραφικού φιλμ· συνεκδ. ο κινηματογράφος: Εικόνες που έχουν αποτυπωθεί στο ~.|| Καριέρα στο ~. Πβ. πανί. Βλ. οθόνη, πάλκο, σανίδι, σκηνή. [< αγγλ. celluloid, γαλλ. celluloïd]
45324σελίνισε-λί-νι ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.) 1. νόμισμα διαφόρων κρατών: ~ Σομαλίας. 2. υποδιαίρεση της αγγλικής λίρας. [< ιταλ. scellino, αγγλ. shilling]
45325σέλινοσέ-λι-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. εδώδιμο διετές φυτό (επιστ. ονομασ. Apium graveolens) με έντονο άρωμα που χρησιμοποιείται στη μαγειρική: ψιλοκομμένο ~. Κλωνάρια/ματσάκια ~. Σαλάτα/τσιπούρες/χοιρινό με ~. Βλ. ραπανο~, σέλερι. [< αρχ. σέλινον]
45326σελινόριζασε-λι-νό-ρι-ζα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. στρογγυλή εδώδιμη ρίζα ορισμένης ποικιλίας σέλινου: σαλάτα/σούπα με ~. [< μτγν. σελινόρριζον]
45327σελοτέιπσε-λο-τέ-ιπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.-προφ.) ζιλοτέιπ: λεπτή και διαφανής κολλητική ταινία: χαρτί κολλημένο με ~. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. sellotape, 1949 < cellulose + tape]
45328σελουλόζησε-λου-λό-ζη ουσ. (θηλ.) & σελιλόζη: ΒΙΟΧ. κυτταρίνη.
45329σελοφάνσε-λο-φάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πολύ λεπτό και διαφανές υλικό σε φύλλα που χρησιμοποιείται για τη συσκευασία τροφίμων ή άλλων προϊόντων: φρούτα τυλιγμένα με ~. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. cellophane, 1914]
45331σελφ σέρβιςσελφ σέρ-βις ουσ. (ουδ.) (το) {άκλ.} (προφ.): (για πελάτες καταστήματος, επιχείρησης) αυτοεξυπηρέτηση: καφετέριες με ~. Το πρωινό είναι ~ (: σε ξενοδοχεία).|| (ως επίθ.) Εστιατόριο ~. [< αμερικ. self-service, 1919, γαλλ. ~, 1949]
45330σέλφισέ-λφι ουσ. (θηλ.) {άκλ. & πληθ. -ς} ΔΙΑΔΙΚΤ. φωτογραφία του εαυτού του, ή της παρέας του, που βγάζει κάποιος στο κινητό κυρ. τηλέφωνο και ανεβάζει συνήθ. στα μέσα κοινωνικής δικτυωσης. Πβ. αυτοφωτογράφιση. [< αγγλ. selfie, 2002, γαλλ. ~, 2013]
45332σέλωμασέ-λω-μα ουσ. (ουδ.): τοποθέτηση σέλας σε υποζύγιο: το ~ του αλόγου.
45333σελώνωσε-λώ-νω ρ. (μτβ.) {σέλω-σα, σελώ-θηκε, -μένος}: δένω σέλα σε υποζύγιο: ~μένα: άλογα. ΑΝΤ. ξεσελώνω [< μεσν. σελώνω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.