Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [45880-45900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45324σελίνισε-λί-νι ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.) 1. νόμισμα διαφόρων κρατών: ~ Σομαλίας. 2. υποδιαίρεση της αγγλικής λίρας. [< ιταλ. scellino, αγγλ. shilling]
45325σέλινοσέ-λι-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. εδώδιμο διετές φυτό (επιστ. ονομασ. Apium graveolens) με έντονο άρωμα που χρησιμοποιείται στη μαγειρική: ψιλοκομμένο ~. Κλωνάρια/ματσάκια ~. Σαλάτα/τσιπούρες/χοιρινό με ~. Βλ. ραπανο~, σέλερι. [< αρχ. σέλινον]
45326σελινόριζασε-λι-νό-ρι-ζα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. στρογγυλή εδώδιμη ρίζα ορισμένης ποικιλίας σέλινου: σαλάτα/σούπα με ~. [< μτγν. σελινόρριζον]
45327σελοτέιπσε-λο-τέ-ιπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.-προφ.) ζιλοτέιπ: λεπτή και διαφανής κολλητική ταινία: χαρτί κολλημένο με ~. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. sellotape, 1949 < cellulose + tape]
45328σελουλόζησε-λου-λό-ζη ουσ. (θηλ.) & σελιλόζη: ΒΙΟΧ. κυτταρίνη.
45329σελοφάνσε-λο-φάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πολύ λεπτό και διαφανές υλικό σε φύλλα που χρησιμοποιείται για τη συσκευασία τροφίμων ή άλλων προϊόντων: φρούτα τυλιγμένα με ~. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. cellophane, 1914]
45331σελφ σέρβιςσελφ σέρ-βις ουσ. (ουδ.) (το) {άκλ.} (προφ.): (για πελάτες καταστήματος, επιχείρησης) αυτοεξυπηρέτηση: καφετέριες με ~. Το πρωινό είναι ~ (: σε ξενοδοχεία).|| (ως επίθ.) Εστιατόριο ~. [< αμερικ. self-service, 1919, γαλλ. ~, 1949]
45330σέλφισέ-λφι ουσ. (θηλ.) {άκλ. & πληθ. -ς} ΔΙΑΔΙΚΤ. φωτογραφία του εαυτού του, ή της παρέας του, που βγάζει κάποιος στο κινητό κυρ. τηλέφωνο και ανεβάζει συνήθ. στα μέσα κοινωνικής δικτυωσης. Πβ. αυτοφωτογράφιση. [< αγγλ. selfie, 2002, γαλλ. ~, 2013]
45332σέλωμασέ-λω-μα ουσ. (ουδ.): τοποθέτηση σέλας σε υποζύγιο: το ~ του αλόγου.
45333σελώνωσε-λώ-νω ρ. (μτβ.) {σέλω-σα, σελώ-θηκε, -μένος}: δένω σέλα σε υποζύγιο: ~μένα: άλογα. ΑΝΤ. ξεσελώνω [< μεσν. σελώνω]
45334ΣΕΜ(το): Σώμα Εφοδιασμού-Μεταφορών.
45335σεμένσε-μέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) σεμέ: κέντημα που διακοσμεί τραπέζι ή άλλο έπιπλο: μεταξωτό/χειροποίητο ~. Κοφτό ~ με δαντέλα. Βλ. εργόχειρο, καρέ. ● Υποκ.: σεμεδάκι (το) [< γαλλ. chemin (de table)]
45336σεμέν ντε φερσε-μέν ντε φερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τυχερό παιχνίδι στο καζίνο, παραλλαγή του μπακαρά. Βλ. πόκερ, ρουλέτα. [< γαλλ. chemin de fer]
45337σεμιζιέσε-μι-ζιέ επίθ./ουσ. (το) {άκλ.}: φουστάνι με γιακά και κουμπιά στο μπροστινό μέρος, που θυμίζει πουκάμισο: βαμβακερό ~.|| (ως επίθ.) ~ φορέματα. [< γαλλ. chemisier, 1902]
45338σεμιναριακός, ή, ό σε-μι-να-ρι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται σε σεμινάριο: ~ός: κύκλος (διαλέξεων). ~ή: διάλεξη/διδασκαλία/εκπαίδευση/επιμόρφωση. ~ές: εργασίες. ~ά: μαθήματα/τμήματα/προγράμματα. ~ και εκθεσιακός χώρος. [< γερμ. seminaristisch]
45339σεμινάριοσε-μι-νά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {σεμιναρί-ου | -ων}: σύντομη σειρά μαθημάτων με σκοπό την ενημέρωση, επιμόρφωση ή εξειδίκευση επαγγελματικής ή άλλης ομάδας ανθρώπων σε ορισμένο θέμα ή τομέα: βιωματικό/διαδικτυακό/εισαγωγικό/(μετ)εκπαιδευτικό/επιδοτούμενο/ερευνητικό/ετήσιο/μεταπτυχιακό/πιλοτικό/τριήμερο ~. ~ επαγγελματικού προσανατολισμού/κατάρτισης/μεθοδολογίας/συμβουλευτικής. Διοργανώθηκε/πραγματοποιήθηκε ~. Λαμβάνω μέρος/συμμετέχω σε ~. Το ~ διεξήχθη/ολοκληρώθηκε. ~-εργαστήριο. Κύκλος ~ων.|| (κατ' επέκτ., κυρ. σε αθλητικό παιχνίδι) Άμυνα/γκολ για ~ (: υποδειγματική/ό). [< ιταλ. seminario, γερμ. Seminar. Βλ. αμερικ. webinar, 1998 < web + (sem)inar]
45340σεμίνωμασε-μί-νω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακόηθες νεόπλασμα των όρχεων: αμιγές ~. Βλ. τεράτωμα, -ωμα2. [< αγγλ. seminoma, 1919, γαλλ. séminome]
45341σεμνοπρέπειασε-μνο-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σεμνή συμπεριφορά, ευπρέπεια, κοσμιότητα. Πβ. σεμνότητα. [< μτγν. σεμνοπρέπεια]
45342σεμνοπρεπής, ής, ές σε-μνο-πρε-πής επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από σεμνότητα και ευπρέπεια: ~ής: άνθρωπος. ~ής: ενδυμασία/τελετή. ~ές: ύφος. Βλ. -πρεπής. ΣΥΝ. ευπρεπής (1), κόσμιος ΑΝΤ. απρεπής, άσεμνος ● επίρρ.: σεμνοπρεπώς [-ῶς] [< μτγν. σεμνοπρεπής]
45343σεμνός, ή, ό σε-μνός επίθ. 1. που σέβεται τις κοινωνικές συμβάσεις, διακρίνεται για την αξιοπρέπεια, την ευπρέπεια, τη σοβαρότητα ή/και τη συστολή του: (για πρόσ.) ~ός: οικογενειάρχης. ~ό: κορίτσι/παιδί. Πβ. αιδήμων, ντροπαλός, συνεσταλμένος.|| ~ή: εκδήλωση/ζωή/παρουσία. ~ό: ντύσιμο/ύφος/χαμόγελο. Απλή και ~ή τελετή. ~ό αφιέρωμα μνήμης και τιμής. Πβ. ευ-, σεμνο-πρεπής, κόσμιος. ΑΝΤ. άσεμνος 2. που δεν προβάλλεται, μετριόφρων: ~ός: αγωνιστής/δημιουργός/επιστήμονας. ~ή: μορφή/προσωπικότητα. Πβ. ταπεινός. ΑΝΤ. αλαζόνας, επηρμένος, υπερόπτης ● επίρρ.: σεμνά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1: αρχ., μτγν. σεμνός 2: γαλλ. modeste]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.