| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45334 | ΣΕΜ | (το): Σώμα Εφοδιασμού-Μεταφορών. | |
| 45335 | σεμέν | σε-μέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) σεμέ: κέντημα που διακοσμεί τραπέζι ή άλλο έπιπλο: μεταξωτό/χειροποίητο ~. Κοφτό ~ με δαντέλα. Βλ. εργόχειρο, καρέ. ● Υποκ.: σεμεδάκι (το) [< γαλλ. chemin (de table)] | |
| 45336 | σεμέν ντε φερ | σε-μέν ντε φερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τυχερό παιχνίδι στο καζίνο, παραλλαγή του μπακαρά. Βλ. πόκερ, ρουλέτα. [< γαλλ. chemin de fer] | |
| 45337 | σεμιζιέ | σε-μι-ζιέ επίθ./ουσ. (το) {άκλ.}: φουστάνι με γιακά και κουμπιά στο μπροστινό μέρος, που θυμίζει πουκάμισο: βαμβακερό ~.|| (ως επίθ.) ~ φορέματα. [< γαλλ. chemisier, 1902] | |
| 45338 | σεμιναριακός | , ή, ό σε-μι-να-ρι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται σε σεμινάριο: ~ός: κύκλος (διαλέξεων). ~ή: διάλεξη/διδασκαλία/εκπαίδευση/επιμόρφωση. ~ές: εργασίες. ~ά: μαθήματα/τμήματα/προγράμματα. ~ και εκθεσιακός χώρος. [< γερμ. seminaristisch] | |
| 45339 | σεμινάριο | σε-μι-νά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {σεμιναρί-ου | -ων}: σύντομη σειρά μαθημάτων με σκοπό την ενημέρωση, επιμόρφωση ή εξειδίκευση επαγγελματικής ή άλλης ομάδας ανθρώπων σε ορισμένο θέμα ή τομέα: βιωματικό/διαδικτυακό/εισαγωγικό/(μετ)εκπαιδευτικό/επιδοτούμενο/ερευνητικό/ετήσιο/μεταπτυχιακό/πιλοτικό/τριήμερο ~. ~ επαγγελματικού προσανατολισμού/κατάρτισης/μεθοδολογίας/συμβουλευτικής. Διοργανώθηκε/πραγματοποιήθηκε ~. Λαμβάνω μέρος/συμμετέχω σε ~. Το ~ διεξήχθη/ολοκληρώθηκε. ~-εργαστήριο. Κύκλος ~ων.|| (κατ' επέκτ., κυρ. σε αθλητικό παιχνίδι) Άμυνα/γκολ για ~ (: υποδειγματική/ό). [< ιταλ. seminario, γερμ. Seminar. Βλ. αμερικ. webinar, 1998 < web + (sem)inar] | |
| 45340 | σεμίνωμα | σε-μί-νω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακόηθες νεόπλασμα των όρχεων: αμιγές ~. Βλ. τεράτωμα, -ωμα2. [< αγγλ. seminoma, 1919, γαλλ. séminome] | |
| 45341 | σεμνοπρέπεια | σε-μνο-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σεμνή συμπεριφορά, ευπρέπεια, κοσμιότητα. Πβ. σεμνότητα. [< μτγν. σεμνοπρέπεια] | |
| 45342 | σεμνοπρεπής | , ής, ές σε-μνο-πρε-πής επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από σεμνότητα και ευπρέπεια: ~ής: άνθρωπος. ~ής: ενδυμασία/τελετή. ~ές: ύφος. Βλ. -πρεπής. ΣΥΝ. ευπρεπής (1), κόσμιος ΑΝΤ. απρεπής, άσεμνος ● επίρρ.: σεμνοπρεπώς [-ῶς] [< μτγν. σεμνοπρεπής] | |
| 45343 | σεμνός | , ή, ό σε-μνός επίθ. 1. που σέβεται τις κοινωνικές συμβάσεις, διακρίνεται για την αξιοπρέπεια, την ευπρέπεια, τη σοβαρότητα ή/και τη συστολή του: (για πρόσ.) ~ός: οικογενειάρχης. ~ό: κορίτσι/παιδί. Πβ. αιδήμων, ντροπαλός, συνεσταλμένος.|| ~ή: εκδήλωση/ζωή/παρουσία. ~ό: ντύσιμο/ύφος/χαμόγελο. Απλή και ~ή τελετή. ~ό αφιέρωμα μνήμης και τιμής. Πβ. ευ-, σεμνο-πρεπής, κόσμιος. ΑΝΤ. άσεμνος 2. που δεν προβάλλεται, μετριόφρων: ~ός: αγωνιστής/δημιουργός/επιστήμονας. ~ή: μορφή/προσωπικότητα. Πβ. ταπεινός. ΑΝΤ. αλαζόνας, επηρμένος, υπερόπτης ● επίρρ.: σεμνά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1: αρχ., μτγν. σεμνός 2: γαλλ. modeste] | |
| 45344 | σεμνότητα | σε-μνό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του σεμνού: ~ στο ντύσιμο/στους τρόπους (πβ. ευ-, σεμνο-πρέπεια, κοσμιότητα). Διακρίνεται/χαρακτηρίζεται από ~ και ήθος. Χαμήλωσε τα μάτια από ~ (πβ. ντροπή, συστολή). Υπηρετεί με ~ τις ανθρωπιστικές αξίες (πβ. σοβαρότητα).|| ~ και ταπεινοφροσύνη. Απλότητα και ~, χωρίς φανφάρες και μεγαλοστομίες. Πβ. μετριοφροσύνη, ταπεινότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αλαζονεία, τουπέ (1), υπεροψία [< αρχ. σεμνότης, γαλλ. modestie] | |
| 45345 | σεμνοτυφία | σε-μνο-τυ-φί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): υποκριτική σεμνότητα: ~ και καθωσπρεπισμός/σοβαροφάνεια. Χωρίς ταμπού και ~.|| (εμφατ. στον πληθ., σεμνότυφα λόγια ή πράξεις:) Δεν χρειάζονται ντροπές και ~ες. [< μτγν. σεμνοτυφία 'προσποιητή σοβαρότητα', γαλλ. pudibonderie] | |
| 45346 | σεμνότυφος | , η, ο σε-μνό-τυ-φος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που χαρακτηρίζεται από σεμνοτυφία: ~η: κοινωνία/κοπέλα (πβ. αρσακειάδα, χαμηλοβλεπούσα). Βλ. πουριτανός. ● επίρρ.: σεμνότυφα [< γαλλ. pudibond] | |
| 45347 | σεμνύνομαι | σε-μνύ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): νιώθω υπερήφανος, καυχώμαι για κάποιον ή κάτι: ~ονται για τον δάσκαλό τους/για την ηρωική τους πράξη. ~εται ότι έχει άριστη συνεργασία με ... Πβ. καμαρώνω, υπερηφανεύομαι. [< αρχ. σεμνύνομαι] | |
| 45348 | σέμνωμα | σέ-μνω-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): καύχημα: ~ της Εκκλησίας/Ορθοδοξίας. Πβ. καμάρι. [< μτγν. σέμνωμα ‘μεγαλοπρέπεια’] | |
| 45349 | σέμπρος | σέ-μπρος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παλαιότ.): αγρολήπτης, κολίγας. [< σλαβ. sebrŭ] | |
| 45350 | ΣΕΜΣ | (η): Συντονιστική Επιτροπή Μεταπτυχιακών Σπουδών (στα ΑΕΙ). | |
| 45351 | σένα | βλ. εσύ | |
| 45352 | σενάζ | σε-νάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σενάζι: ΟΙΚΟΔ. δομικό στοιχείο από οπλισμένο σκυρόδεμα που παρεμβάλλεται σε τοιχοποιία από τούβλα, κυρ. για αντισεισμική ενίσχυση: διπλό/περιμετρικό ~. Βλ. πρέκι. [< γαλλ. chaînage] | |
| 45353 | σενάριο | σε-νά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. γραπτό κείμενο που περιέχει την πλοκή και τους διαλόγους ταινίας ή τηλεοπτικής σειράς, καθώς και σκηνοθετικές οδηγίες: ανατρεπτικό/θεατρικό/ραδιοφωνικό/υποτυπώδες ~. Το ~ της παράστασης. Βραβείο/διαγωνισμός/συγγραφή ~ίου. ~ για κόμικς. Όσκαρ διασκευασμένου/πρωτότυπου ~ίου. ΣΥΝ. σκριπτ (2) 2. (μτφ.) υπόθεση, εκτίμηση που αφορά ενδεχόμενη εξέλιξη· πιθανή εικασία: ακραίο/απίθανο/εναλλακτικό/ευνοϊκό/ευφάνταστο/εφιαλτικό/ιδανικό/καταστροφικό/φιλόδοξο ~. Πολιτικό ~ (πβ. αφήγημα). Μελλοντικά ~α. (Απ)αισιόδοξο ~ (πβ. εκδοχή). Εξετάζονται/ερευνούνται όλα τα πιθανά ~α. Κάτι ακούγεται/θεωρείται/φαντάζει (σαν) ~ επιστημονικής φαντασίας. Δήλωση που πυροδότησε ~α για κλείσιμο της εταιρείας. Φουντώνουν τα ~α ανασχηματισμού/για πρόωρες εκλογές. Σύμφωνα με τα ~α που κυκλοφορούν ...|| Πλάθουν ~α για τα τεκταινόμενα. Διέψευσε τα ~α. Βλ. τρομο~. Πβ. πιθανολογία. ● Υποκ.: σεναριάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: διδακτικό/εκπαιδευτικό σενάριο: ΠΑΙΔΑΓ. περιγραφή μαθησιακού πλαισίου με καθορισμένο γνωστικό αντικείμενο, συγκεκριμένους εκπαιδευτικούς στόχους, παιδαγωγικές αρχές και σχολικές πρακτικές: ~ ~ με χρήση λογισμικού/τεχνολογικών εργαλείων. Σχεδίαση/υλοποίηση ~ού ~ίου. Αξιολόγηση ~ών ~ίων. [< ιταλ. scenario, γαλλ. scénario, 1911. Βλ. αρχ. σκηνή.] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ