| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45354 | σεναριογραφία | σε-να-ρι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): συγγραφή σεναρίου: κινηματογραφική/τηλεοπτική ~. Σκηνοθεσία και ~.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Διατεταγμένη ~. Βλ. -γραφία. [< αγγλ. scriptwriting] | |
| 45355 | σεναριογραφικός | , ή, ό σε-να-ρι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σεναριογραφία ή τον σεναριογράφο: ~ό: ταλέντο. | |
| 45356 | σεναριογράφος | σε-να-ρι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): συγγραφέας σεναρίων. Βλ. -γράφος. ΣΥΝ. σεναρίστας [< αγγλ. scriptwriter, 1911, screen writer, 1920] | |
| 45357 | σεναριολογία | σε-να-ρι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): διάδοση συνήθ. αβάσιμων και ανυπόστατων σεναρίων: ακατάπαυστη/αχαλίνωτη/πολιτική ~. Αναζωπυρώνεται/κορυφώνεται/συντηρείται/τροφοδοτείται/φουντώνει η ~. Έδωσε τέλος στη ~ σχετικά με ... Εντείνεται η ~ για πρόωρες εκλογές.|| (συνεκδ.) Φήμες και ~ες (= σενάρια). Βλ. -λογία. | |
| 45358 | σεναρίστας | σε-να-ρί-στας ουσ. (αρσ.): σεναριογράφος. [< γαλλ. scénariste, 1915, αγγλ. scenarist, 1919, ιταλ. scenarista, 1930] | |
| 45359 | σενιάν | σε-νιάν επίθ./ουσ. {άκλ.}: (για κρέας) που είναι ελάχιστα ψημένο: φιλέτο ~. Βλ. κακο-, καλο-, μισο-ψημένος.|| (ως ουσ.) Το ~. [< γαλλ. saignant] | |
| 45360 | σενιάρω | σε-νιά-ρω ρ. (μτβ.) {σένιαρ-α κ. σενιάρ-ισα, σενιάρ-ομαι κ. σενιαρί-ζομαι, -ίστηκα, -ισμένος} (λαϊκό-συχνά ειρων.): περιποιούμαι κάποιον ή κάτι, ώστε να έχει ωραία εμφάνιση: ~ισε το μαγαζί. Ξυρίζεται και ~εται. Βάφτηκα, ντύθηκα, ~ίστηκα και πήγα στο ραντεβού. Κουστουμαρισμένος και ~ισμένος κύριος (πβ. σένιος. Βλ. κομψός, σικάτος). Πβ. φροντίζω. [< ιταλ. signare, παλ. ιταλ. segnare] | |
| 45361 | σενίλ | σε-νίλ επίθ./ουσ. (το) {άκλ.}: χνουδωτό, κοτλέ ύφασμα από βαμβάκι, πολυέστερ και βισκόζη: ριχτάρια ~. Βλ. βελούδο. [< γαλλ. chenille] | |
| 45362 | σένιος | , ια, ιο σέ-νιος επίθ. (λαϊκό): (για πρόσ.) καλλωπισμένος· (για πράγμα) πολύ περιποιημένο, καταπληκτικό: Ήρθε με κοστούμι και γραβάτα, ~. ΣΥΝ. σενιαρισμένος.|| ~ιο: αμάξι. Θα γίνει ~ια δουλειά. Πβ. τσίλικος. [< σενιάρω, υποχωρητικός σχηματισμός] | |
| 45363 | σένσορας | σέν-σο-ρας ουσ. (αρσ.) (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. αισθητήρας. | |
| 45364 | σενσουαλισμός | σεν-σου-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. αισθησιοκρατία. Βλ. -ισμός. | |
| 45365 | σεντ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & (λαϊκό) σέντσι: νομισματική μονάδα ίση με το ένα εκατοστό του ευρώ και του δολαρίου: κέρματα του 1, των 2, των 5, των 10, των 20 και των 50 ~ς (= λεπτών). [< αγγλ. cent] | |
| 45366 | σεντάν | σε-ντάν ουσ. (ουδ.): μεγάλο κλειστό αυτοκίνητο που έχει μπροστινά και πίσω καθίσματα για τέσσερις ή πέντε επιβάτες και χωριστό χώρο αποσκευών: οικογενειακό/σπορ/τετρακίνητο/υβριδικό ~. Βλ. κουπέ, μπερλίνα, στέισον βάγκον, χάτσμπακ. [< αμερικ. sedan, 1911] | |
| 45367 | σέντερ | σέ-ντερ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {σπανιότ. θηλ. | άκλ.}: ΑΘΛ. παίκτης ομάδας μπάσκετ που αγωνίζεται κυρ. κοντά στο καλάθι· η αντίστοιχη θέση. Βλ. πάουερ φόργουορντ, πλέι μέικερ, σμολ φόργουορντ, σούτινγκ γκαρντ. ΣΥΝ. πεντάρι (4) [< αμερικ. center] | |
| 45368 | σέντερ μπακ | σέ-ντερ μπακ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.} & σέντερμπακ: ΑΘΛ. ποδοσφαιριστής που παίζει στο κέντρο της άμυνας, κεντρικός αμυντικός· συνεκδ. η αντίστοιχη θέση. Βλ. εξτρέμ, λίμπερο, μπακ, οπισθοφύλακας, στόπερ. [< αγγλ. centre back, 1909] | |
| 45369 | σέντερ φορ | σέ-ντερ φορ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.} & σέντερφορ: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) κεντρικός επιθετικός· συνεκδ. η αντίστοιχη θέση. Πβ. κυνηγός, στράικερ. Βλ. μπακ, χαφ. [< αγγλ. centre forward] | |
| 45370 | σέντερ χαφ | σέ-ντερ χαφ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) κεντρικός χαφ· η αντίστοιχη θέση. Βλ. αμυντ-, επιθετ-ικός. [< αγγλ. centre-half] | |
| 45371 | σεντεφένιος | , ια, ιο σε-ντε-φέ-νιος επίθ. & σιντεφένιος (λαϊκό-λογοτ.): φτιαγμένος από μάργαρο. Πβ. φιλντισένιος. Βλ. -ένιος. | |
| 45372 | σεντέφι | σε-ντέ-φι ουσ. (ουδ.) & σιντέφι (λαϊκό-λογοτ.): μάργαρο. ΣΥΝ. φίλντισι (2) [< μεσν. σεντέφι < τουρκ. sedef] | |
| 45373 | σεντίνα | σε-ντί-να ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. ο κατώτερος εσωτερικός χώρος πλοίου όπου συγκεντρώνονται τα υδάτινα απόβλητά του και ειδικότ. η συσκευή που τα αντλεί: η ~ της πρύμνης. Αντλία ~ας.|| Αυτόματη/ηλεκτρική ~. [< ιταλ. sentina] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ