| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45344 | σεμνότητα | σε-μνό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του σεμνού: ~ στο ντύσιμο/στους τρόπους (πβ. ευ-, σεμνο-πρέπεια, κοσμιότητα). Διακρίνεται/χαρακτηρίζεται από ~ και ήθος. Χαμήλωσε τα μάτια από ~ (πβ. ντροπή, συστολή). Υπηρετεί με ~ τις ανθρωπιστικές αξίες (πβ. σοβαρότητα).|| ~ και ταπεινοφροσύνη. Απλότητα και ~, χωρίς φανφάρες και μεγαλοστομίες. Πβ. μετριοφροσύνη, ταπεινότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αλαζονεία, τουπέ (1), υπεροψία [< αρχ. σεμνότης, γαλλ. modestie] | |
| 45345 | σεμνοτυφία | σε-μνο-τυ-φί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): υποκριτική σεμνότητα: ~ και καθωσπρεπισμός/σοβαροφάνεια. Χωρίς ταμπού και ~.|| (εμφατ. στον πληθ., σεμνότυφα λόγια ή πράξεις:) Δεν χρειάζονται ντροπές και ~ες. [< μτγν. σεμνοτυφία 'προσποιητή σοβαρότητα', γαλλ. pudibonderie] | |
| 45346 | σεμνότυφος | , η, ο σε-μνό-τυ-φος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που χαρακτηρίζεται από σεμνοτυφία: ~η: κοινωνία/κοπέλα (πβ. αρσακειάδα, χαμηλοβλεπούσα). Βλ. πουριτανός. ● επίρρ.: σεμνότυφα [< γαλλ. pudibond] | |
| 45347 | σεμνύνομαι | σε-μνύ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): νιώθω υπερήφανος, καυχώμαι για κάποιον ή κάτι: ~ονται για τον δάσκαλό τους/για την ηρωική τους πράξη. ~εται ότι έχει άριστη συνεργασία με ... Πβ. καμαρώνω, υπερηφανεύομαι. [< αρχ. σεμνύνομαι] | |
| 45348 | σέμνωμα | σέ-μνω-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): καύχημα: ~ της Εκκλησίας/Ορθοδοξίας. Πβ. καμάρι. [< μτγν. σέμνωμα ‘μεγαλοπρέπεια’] | |
| 45349 | σέμπρος | σέ-μπρος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παλαιότ.): αγρολήπτης, κολίγας. [< σλαβ. sebrŭ] | |
| 45350 | ΣΕΜΣ | (η): Συντονιστική Επιτροπή Μεταπτυχιακών Σπουδών (στα ΑΕΙ). | |
| 45351 | σένα | βλ. εσύ | |
| 45352 | σενάζ | σε-νάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σενάζι: ΟΙΚΟΔ. δομικό στοιχείο από οπλισμένο σκυρόδεμα που παρεμβάλλεται σε τοιχοποιία από τούβλα, κυρ. για αντισεισμική ενίσχυση: διπλό/περιμετρικό ~. Βλ. πρέκι. [< γαλλ. chaînage] | |
| 45353 | σενάριο | σε-νά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. γραπτό κείμενο που περιέχει την πλοκή και τους διαλόγους ταινίας ή τηλεοπτικής σειράς, καθώς και σκηνοθετικές οδηγίες: ανατρεπτικό/θεατρικό/ραδιοφωνικό/υποτυπώδες ~. Το ~ της παράστασης. Βραβείο/διαγωνισμός/συγγραφή ~ίου. ~ για κόμικς. Όσκαρ διασκευασμένου/πρωτότυπου ~ίου. ΣΥΝ. σκριπτ (2) 2. (μτφ.) υπόθεση, εκτίμηση που αφορά ενδεχόμενη εξέλιξη· πιθανή εικασία: ακραίο/απίθανο/εναλλακτικό/ευνοϊκό/ευφάνταστο/εφιαλτικό/ιδανικό/καταστροφικό/φιλόδοξο ~. Πολιτικό ~ (πβ. αφήγημα). Μελλοντικά ~α. (Απ)αισιόδοξο ~ (πβ. εκδοχή). Εξετάζονται/ερευνούνται όλα τα πιθανά ~α. Κάτι ακούγεται/θεωρείται/φαντάζει (σαν) ~ επιστημονικής φαντασίας. Δήλωση που πυροδότησε ~α για κλείσιμο της εταιρείας. Φουντώνουν τα ~α ανασχηματισμού/για πρόωρες εκλογές. Σύμφωνα με τα ~α που κυκλοφορούν ...|| Πλάθουν ~α για τα τεκταινόμενα. Διέψευσε τα ~α. Βλ. τρομο~. Πβ. πιθανολογία. ● Υποκ.: σεναριάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: διδακτικό/εκπαιδευτικό σενάριο: ΠΑΙΔΑΓ. περιγραφή μαθησιακού πλαισίου με καθορισμένο γνωστικό αντικείμενο, συγκεκριμένους εκπαιδευτικούς στόχους, παιδαγωγικές αρχές και σχολικές πρακτικές: ~ ~ με χρήση λογισμικού/τεχνολογικών εργαλείων. Σχεδίαση/υλοποίηση ~ού ~ίου. Αξιολόγηση ~ών ~ίων. [< ιταλ. scenario, γαλλ. scénario, 1911. Βλ. αρχ. σκηνή.] | |
| 45354 | σεναριογραφία | σε-να-ρι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): συγγραφή σεναρίου: κινηματογραφική/τηλεοπτική ~. Σκηνοθεσία και ~.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Διατεταγμένη ~. Βλ. -γραφία. [< αγγλ. scriptwriting] | |
| 45355 | σεναριογραφικός | , ή, ό σε-να-ρι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σεναριογραφία ή τον σεναριογράφο: ~ό: ταλέντο. | |
| 45356 | σεναριογράφος | σε-να-ρι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): συγγραφέας σεναρίων. Βλ. -γράφος. ΣΥΝ. σεναρίστας [< αγγλ. scriptwriter, 1911, screen writer, 1920] | |
| 45357 | σεναριολογία | σε-να-ρι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): διάδοση συνήθ. αβάσιμων και ανυπόστατων σεναρίων: ακατάπαυστη/αχαλίνωτη/πολιτική ~. Αναζωπυρώνεται/κορυφώνεται/συντηρείται/τροφοδοτείται/φουντώνει η ~. Έδωσε τέλος στη ~ σχετικά με ... Εντείνεται η ~ για πρόωρες εκλογές.|| (συνεκδ.) Φήμες και ~ες (= σενάρια). Βλ. -λογία. | |
| 45358 | σεναρίστας | σε-να-ρί-στας ουσ. (αρσ.): σεναριογράφος. [< γαλλ. scénariste, 1915, αγγλ. scenarist, 1919, ιταλ. scenarista, 1930] | |
| 45359 | σενιάν | σε-νιάν επίθ./ουσ. {άκλ.}: (για κρέας) που είναι ελάχιστα ψημένο: φιλέτο ~. Βλ. κακο-, καλο-, μισο-ψημένος.|| (ως ουσ.) Το ~. [< γαλλ. saignant] | |
| 45360 | σενιάρω | σε-νιά-ρω ρ. (μτβ.) {σένιαρ-α κ. σενιάρ-ισα, σενιάρ-ομαι κ. σενιαρί-ζομαι, -ίστηκα, -ισμένος} (λαϊκό-συχνά ειρων.): περιποιούμαι κάποιον ή κάτι, ώστε να έχει ωραία εμφάνιση: ~ισε το μαγαζί. Ξυρίζεται και ~εται. Βάφτηκα, ντύθηκα, ~ίστηκα και πήγα στο ραντεβού. Κουστουμαρισμένος και ~ισμένος κύριος (πβ. σένιος. Βλ. κομψός, σικάτος). Πβ. φροντίζω. [< ιταλ. signare, παλ. ιταλ. segnare] | |
| 45361 | σενίλ | σε-νίλ επίθ./ουσ. (το) {άκλ.}: χνουδωτό, κοτλέ ύφασμα από βαμβάκι, πολυέστερ και βισκόζη: ριχτάρια ~. Βλ. βελούδο. [< γαλλ. chenille] | |
| 45362 | σένιος | , ια, ιο σέ-νιος επίθ. (λαϊκό): (για πρόσ.) καλλωπισμένος· (για πράγμα) πολύ περιποιημένο, καταπληκτικό: Ήρθε με κοστούμι και γραβάτα, ~. ΣΥΝ. σενιαρισμένος.|| ~ιο: αμάξι. Θα γίνει ~ια δουλειά. Πβ. τσίλικος. [< σενιάρω, υποχωρητικός σχηματισμός] | |
| 45363 | σένσορας | σέν-σο-ρας ουσ. (αρσ.) (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. αισθητήρας. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ