| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45374 | σεντινόνερα | σε-ντι-νό-νε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): ΝΑΥΤ. υδάτινα απόβλητα πλοίου που συγκεντρώνονται στη σεντίνα: θαλάσσια ρύπανση από ~. Βλ. απόνερα. | |
| 45375 | σεντόνι | σε-ντό-νι ουσ. (ουδ.) {σεντον-ιού} 1. μεγάλο ορθoγώνιο ύφασμα άσπρο ή χρωματιστό, με το οποίο καλύπτεται ή στρώνεται το κρεβάτι: βαμβακερό/διπλό/δροσερό/εμπριμέ/μάλλινο/μονό/νεκρικό (= σάβανο)/νυφικό/σατέν ~. Κεντητά/λινά/(παλαιότ.) υφαντά ~ια. Σετ ~ια/~ιών. ~ια με λάστιχο. Απλώνω/στρώνω/τινάζω το ~. Κουκουλώνομαι κάτω από το ~. Σκεπάστηκε με το ~. Τυλίχτηκε στο/με το ~. Αλλάζω (τα) ~ια. Πβ. κατω-, πανω-σέντονο. Βλ. κλινοσκέπασμα, κουβέρτα, λευκά είδη, πάπλωμα.|| Στριφογύριζε στα ~ια (= είχε αϋπνίες). 2. (μτφ.-προφ.) υπερβολικά εκτενές κείμενο (σχόλιο, άρθρο, ανακοίνωση), συνήθ. σε εφημερίδα ή περιοδικό. || (ως παραθετικό σύνθ.) Άρθρο-~ (= μακροσκελέστατο). ● Υποκ.: σεντονάκι (το) ● Μεγεθ.: σεντονάρα (η) [< μεσν. σεντόνι] | |
| 45376 | σεντούκι | σε-ντού-κι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): μικρό μπαούλο, κασέλα: ξύλινο/πειρατικό ~. Ξεκλείδωσε το ~. Ένα ~ με χρυσά νομίσματα. [< μεσν. σεντούκι(ν) < αραβ. sanduk, τουρκ. sandık] | |
| 45377 | σέντρα | σέ-ντρα ουσ. (θηλ.) ΑΘΛ. 1. (στο ποδόσφαιρο) ψηλή συνήθ. μπαλιά από τα πλάγια του γηπέδου προς την αντίπαλη άμυνα και κοντά στο τέρμα: βαθιά/διαγώνια/δυνατή/επικίνδυνη/παράλληλη/σκαφτή/συρτή/τυφλή/χαμηλή/ψηλοκρεμαστή ~. ~ στη μεγάλη/μικρή περιοχή. ~ στο δεύτερο δοκάρι/στην καρδιά της άμυνας/στα καρέ των γηπεδούχων. ~ ακριβείας (: προς συγκεκριμένο παίκτη)/-ξυράφι/-σουτ. Έβγαλε ~ για το κεφάλι του σέντερ φορ. Έκανε/επιχείρησε ~ από αριστερά/δεξιά. Η ομάδα παίζει με ~ες. Βλ. λόμπα. 2. ο κεντρικός χώρος του γηπέδου και ειδικότ. η λευκή βούλα στην οποία τοποθετείται η μπάλα του ποδοσφαίρου για την έναρξη του πρώτου και του δευτέρου ημιχρόνου ή ύστερα από γκολ: φάουλ κάτω από τη ~. Δεν πέρασε τη ~ (: δεν απείλησε την αντίπαλη εστία). Μεταξύ ~ας και μεγάλης περιοχής. Η γραμμή/ο κύκλος της ~ας. (στο μπάσκετ) Καλάθι από τη ~.|| Ο διαιτητής έδειξε (τη) ~ (: κατακύρωσε το γκολ). 3. (συνεκδ.) έναρξη ποδοσφαιρικής συνάντησης ή διοργάνωσης: το σφύριγμα της ~ας (ενν. από τον διαιτητή). Συλλήψεις οπαδών πριν από τη ~ του ματς. ● ΦΡ.: βγάζω στη σέντρα (αργκό): αποκαλύπτω κατακριτέα πράξη, κατηγορώ δημοσίως κάποιον: Έβγαλε ~ το ρουσφέτι. Οι εφημερίδες τούς έχουν βγάλει ~. Πβ. βγάζω/βγαίνουν (τα άπλυτα κάποιου) στη φόρα, εκθέτω.|| Πρατήρια που βγήκαν ~ (: κατηγορήθηκαν) για νοθεία. [< αγγλ. centre] | |
| 45378 | σεντράρω | σε-ντρά-ρω ρ. (αμτβ.) {σέντραρ-α κ. σεντράρ-ισα}: ΑΘΛ. (για ποδοσφαιριστή) κάνω, βγάζω σέντρα: ~ε από αριστερά/δεξιά. ~ε στο πρώτο/δεύτερο δοκάρι (: κάθετο). Πβ. γεμίζω τη μπάλα. [< αγγλ. centre] | |
| 45379 | σέντσι | βλ. σεντ | |
| 45380 | σεξ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ερωτική πράξη, συνουσία: ετεροφυλοφιλικό/ευκαιριακό (= αρπαχτή)/ομαδικό (πβ. παρτούζα)/ομοφυλοφιλικό/πρωκτικό/σκληρό/στοματικό ~. ~ επί πληρωμή (πβ. πορνεία). Σκηνές/ταινίες ~ (πβ. πορνό). Ασφαλές/μη ασφαλές ~ (: με/χωρίς προφυλακτικό). Η βιομηχανία του ~ (: πορνογραφία). Απεξάρτηση από το ~. Κάνει/προσφέρει ~. Πβ. έρωτας, πήδημα, σεξουαλική επαφή, συνεύρεση. ● Υποκ.: σεξάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: διαδικτυακό σεξ: επισκέψεις σε σελίδες πορνογραφικού περιεχομένου, σεξουαλικές συζητήσεις και συναλλαγές που πραγματοποιούνται μέσω διαδικτύου. ΣΥΝ. κυβερνοσέξ [< αγγλ. cybersex, 1991, γαλλ. cybersexe, 1993] , σύμβολο του σεξ & σεξ σίμπολ/σύμπολ & σεξουαλικό σύμβολο: διασημότητα, συνήθ. ηθοποιός ή μοντέλο, που αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού για το σεξαπίλ της/του. [< αγγλ. sex symbol, 1911, γαλλ. sex(e)-symbole, 1972] , αγοραίος έρωτας/αγοραίο σεξ βλ. αγοραίος, τηλεφωνικό σεξ βλ. τηλεφωνικός [< αγγλ. sex, γαλλ. sexe] | |
| 45381 | σεξ σοπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σεξσόπ: μαγαζί στο οποίο πωλούνται είδη σχετικά με το σεξ. [< αγγλ. sex shop, 1970, γαλλ. sexe-shop, 1970] | |
| 45382 | σεξαπίλ | σε-ξα-πίλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σεξ απίλ & σεξ-απίλ: ερωτική, σεξουαλική γοητεία: ακαταμάχητο/έντονο ~. Τονίζει/χρησιμοποιεί το ~ της/του. Έχει ~ (: είναι σέξι). Πβ. αισθησιασμός. [< αμερικ. sex appeal, 1913, γαλλ. sex-appeal, 1929] | |
| 45383 | σέξι | σέ-ξι επίθ. {άκλ.} 1. που έλκει ερωτικά, διαθέτει σεξαπίλ ή προκαλεί ερωτικό πόθο: οι πιο ~ άνδρες/γυναίκες/κινηματογραφικοί αστέρες. Είναι ~. Με ~ (= ερωτική) διάθεση.|| ~ εμφάνιση/ταινία/φωνή. ~ φωτογραφίες. ~ χείλια. Πβ. αισθησιακός, σεξουαλικός. 2. (ειδικότ. για ρούχα) που αποκαλύπτουν ή τονίζουν σημεία του σώματος που θεωρούνται ότι διεγείρουν τη σεξουαλική επιθυμία: ~ εσώρουχα/μαγιό. [< αμερικ. sexy, ιταλ. ~, 1948, γαλλ. ~, 1949] | |
| 45384 | σεξισμός | σε-ξι-σμός ουσ. (αρσ.): προκατάληψη ή διάκριση εναντίον κάποιου με βάση το φύλο του· κυρ. κάθε τρόπος δράσης ή συμπεριφοράς που υποβαθμίζει τις γυναίκες και μειώνει τον ισότιμο ρόλο τους στην κοινωνία: γλωσσικός/κοινωνικός/τηλεοπτικός ~. ~ και κοινωνικός αποκλεισμός. Πβ. ανδρικός/γυναικείος σοβινισμός, μισογυνισμός, σεξουαλικός ρατσισμός, φαλλοκρατία. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. sexisme, 1960, αγγλ. sexism, 1963] | |
| 45385 | σεξιστής | σε-ξι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. σεξίστρια}: πρόσωπο που σκέφτεται και συμπεριφέρεται σεξιστικά. Πβ. μισογύνης, φαλλοκράτης. Βλ. ρατσιστής. [< αγγλ. sexist, 1965, γαλλ. sexiste, 1972] | |
| 45386 | σεξιστικός | , ή, ό σε-ξι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον σεξισμό: ~ή: αγωγή/βία/γλώσσα/διαφήμιση/ιδεολογία/συμπεριφορά. ~ό: υπονοούμενο/χιούμορ. ~ές: αντιλήψεις/απόψεις. ~ά: στερεότυπα/σχόλια. Πβ. μισογυν-, φαλλοκρατ-ικός. ● επίρρ.: σεξιστικά [γαλλ. sexiste, 1972] | |
| 45387 | σεξο- | : πρόθημα λέξεων με αναφορά στη σεξουαλικότητα, το σεξ: ~θεραπεία.|| ~μανία (πβ. ερωτο-). ~λογία.|| ~κωμωδία.|| Σεξο-βόμβα. | |
| 45388 | σεξοβόμβα | σε-ξο-βόμ-βα ουσ. (θηλ.) (προφ.): γυναίκα, συνήθ. ηθοποιός ή μοντέλο, εκρηκτικής ομορφιάς, με έντονο σεξαπίλ. Πβ. σεξουάλα. [< αγγλ. sex bomb, 1963] | |
| 45389 | σεξοθεραπεία | σε-ξο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. θεραπευτική αντιμετώπιση σεξουαλικών προβλημάτων που οφείλονται σε ψυχολογικούς κυρ. λόγους. Βλ. σεξολογία, ψυχοθεραπεία. [< αγγλ. sex therapy, 1961, γαλλ. sexothérapie, περ. 1970] | |
| 45390 | σεξοθεραπευτής, σεξοθεραπεύτρια | σε-ξο-θε-ρα-πευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ψυχοθεραπευτής που ειδικεύεται στη σεξοθεραπεία: σεξολόγος/ψυχίατρος/κλινικός ψυχολόγος-~. [< αγγλ. sex therapist, 1976, γαλλ. sexothérapeute] | |
| 45391 | σεξοκωμωδία | σε-ξο-κω-μω-δί-α ουσ. (θηλ.): κωμωδία ερωτικού περιεχομένου που περιέχει σεξουαλικές σκηνές. [< αγγλ. sex comedy] | |
| 45392 | σεξολογία | σε-ξο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επιστήμη που μελετά την ανθρώπινη σεξουαλικότητα και τις διαταραχές της. Βλ. -λογία, σεξοθεραπεία. [< αμερικ. sexology, 1902, γαλλ. sexologie, 1932] | |
| 45393 | σεξολογικός | , ή, ό σε-ξο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη σεξολογία ή τον σεξολόγο. [< αμερικ. sexological, 1920, γαλλ. sexologique] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ