Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [45920-45940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45364σενσουαλισμόςσεν-σου-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. αισθησιοκρατία. Βλ. -ισμός.
45365σεντουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & (λαϊκό) σέντσι: νομισματική μονάδα ίση με το ένα εκατοστό του ευρώ και του δολαρίου: κέρματα του 1, των 2, των 5, των 10, των 20 και των 50 ~ς (= λεπτών). [< αγγλ. cent]
45366σεντάνσε-ντάν ουσ. (ουδ.): μεγάλο κλειστό αυτοκίνητο που έχει μπροστινά και πίσω καθίσματα για τέσσερις ή πέντε επιβάτες και χωριστό χώρο αποσκευών: οικογενειακό/σπορ/τετρακίνητο/υβριδικό ~. Βλ. κουπέ, μπερλίνα, στέισον βάγκον, χάτσμπακ. [< αμερικ. sedan, 1911]
45367σέντερσέ-ντερ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {σπανιότ. θηλ. | άκλ.}: ΑΘΛ. παίκτης ομάδας μπάσκετ που αγωνίζεται κυρ. κοντά στο καλάθι· η αντίστοιχη θέση. Βλ. πάουερ φόργουορντ, πλέι μέικερ, σμολ φόργουορντ, σούτινγκ γκαρντ. ΣΥΝ. πεντάρι (4) [< αμερικ. center]
45368σέντερ μπακσέ-ντερ μπακ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.} & σέντερμπακ: ΑΘΛ. ποδοσφαιριστής που παίζει στο κέντρο της άμυνας, κεντρικός αμυντικός· συνεκδ. η αντίστοιχη θέση. Βλ. εξτρέμ, λίμπερο, μπακ, οπισθοφύλακας, στόπερ. [< αγγλ. centre back, 1909]
45369σέντερ φορσέ-ντερ φορ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.} & σέντερφορ: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) κεντρικός επιθετικός· συνεκδ. η αντίστοιχη θέση. Πβ. κυνηγός, στράικερ. Βλ. μπακ, χαφ. [< αγγλ. centre forward]
45370σέντερ χαφσέ-ντερ χαφ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) κεντρικός χαφ· η αντίστοιχη θέση. Βλ. αμυντ-, επιθετ-ικός. [< αγγλ. centre-half]
45371σεντεφένιος, ια, ιο σε-ντε-φέ-νιος επίθ. & σιντεφένιος (λαϊκό-λογοτ.): φτιαγμένος από μάργαρο. Πβ. φιλντισένιος. Βλ. -ένιος.
45372σεντέφισε-ντέ-φι ουσ. (ουδ.) & σιντέφι (λαϊκό-λογοτ.): μάργαρο. ΣΥΝ. φίλντισι (2) [< μεσν. σεντέφι < τουρκ. sedef]
45373σεντίνασε-ντί-να ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. ο κατώτερος εσωτερικός χώρος πλοίου όπου συγκεντρώνονται τα υδάτινα απόβλητά του και ειδικότ. η συσκευή που τα αντλεί: η ~ της πρύμνης. Αντλία ~ας.|| Αυτόματη/ηλεκτρική ~. [< ιταλ. sentina]
45374σεντινόνερασε-ντι-νό-νε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): ΝΑΥΤ. υδάτινα απόβλητα πλοίου που συγκεντρώνονται στη σεντίνα: θαλάσσια ρύπανση από ~. Βλ. απόνερα.
45375σεντόνισε-ντό-νι ουσ. (ουδ.) {σεντον-ιού} 1. μεγάλο ορθoγώνιο ύφασμα άσπρο ή χρωματιστό, με το οποίο καλύπτεται ή στρώνεται το κρεβάτι: βαμβακερό/διπλό/δροσερό/εμπριμέ/μάλλινο/μονό/νεκρικό (= σάβανο)/νυφικό/σατέν ~. Κεντητά/λινά/(παλαιότ.) υφαντά ~ια. Σετ ~ια/~ιών. ~ια με λάστιχο. Απλώνω/στρώνω/τινάζω το ~. Κουκουλώνομαι κάτω από το ~. Σκεπάστηκε με το ~. Τυλίχτηκε στο/με το ~. Αλλάζω (τα) ~ια. Πβ. κατω-, πανω-σέντονο. Βλ. κλινοσκέπασμα, κουβέρτα, λευκά είδη, πάπλωμα.|| Στριφογύριζε στα ~ια (= είχε αϋπνίες). 2. (μτφ.-προφ.) υπερβολικά εκτενές κείμενο (σχόλιο, άρθρο, ανακοίνωση), συνήθ. σε εφημερίδα ή περιοδικό. || (ως παραθετικό σύνθ.) Άρθρο-~ (= μακροσκελέστατο). ● Υποκ.: σεντονάκι (το) ● Μεγεθ.: σεντονάρα (η) [< μεσν. σεντόνι]
45376σεντούκισε-ντού-κι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): μικρό μπαούλο, κασέλα: ξύλινο/πειρατικό ~. Ξεκλείδωσε το ~. Ένα ~ με χρυσά νομίσματα. [< μεσν. σεντούκι(ν) < αραβ. sanduk, τουρκ. sandık]
45377σέντρασέ-ντρα ουσ. (θηλ.) ΑΘΛ. 1. (στο ποδόσφαιρο) ψηλή συνήθ. μπαλιά από τα πλάγια του γηπέδου προς την αντίπαλη άμυνα και κοντά στο τέρμα: βαθιά/διαγώνια/δυνατή/επικίνδυνη/παράλληλη/σκαφτή/συρτή/τυφλή/χαμηλή/ψηλοκρεμαστή ~. ~ στη μεγάλη/μικρή περιοχή. ~ στο δεύτερο δοκάρι/στην καρδιά της άμυνας/στα καρέ των γηπεδούχων. ~ ακριβείας (: προς συγκεκριμένο παίκτη)/-ξυράφι/-σουτ. Έβγαλε ~ για το κεφάλι του σέντερ φορ. Έκανε/επιχείρησε ~ από αριστερά/δεξιά. Η ομάδα παίζει με ~ες. Βλ. λόμπα. 2. ο κεντρικός χώρος του γηπέδου και ειδικότ. η λευκή βούλα στην οποία τοποθετείται η μπάλα του ποδοσφαίρου για την έναρξη του πρώτου και του δευτέρου ημιχρόνου ή ύστερα από γκολ: φάουλ κάτω από τη ~. Δεν πέρασε τη ~ (: δεν απείλησε την αντίπαλη εστία). Μεταξύ ~ας και μεγάλης περιοχής. Η γραμμή/ο κύκλος της ~ας. (στο μπάσκετ) Καλάθι από τη ~.|| Ο διαιτητής έδειξε (τη) ~ (: κατακύρωσε το γκολ). 3. (συνεκδ.) έναρξη ποδοσφαιρικής συνάντησης ή διοργάνωσης: το σφύριγμα της ~ας (ενν. από τον διαιτητή). Συλλήψεις οπαδών πριν από τη ~ του ματς. ● ΦΡ.: βγάζω στη σέντρα (αργκό): αποκαλύπτω κατακριτέα πράξη, κατηγορώ δημοσίως κάποιον: Έβγαλε ~ το ρουσφέτι. Οι εφημερίδες τούς έχουν βγάλει ~. Πβ. βγάζω/βγαίνουν (τα άπλυτα κάποιου) στη φόρα, εκθέτω.|| Πρατήρια που βγήκαν ~ (: κατηγορήθηκαν) για νοθεία. [< αγγλ. centre]
45378σεντράρωσε-ντρά-ρω ρ. (αμτβ.) {σέντραρ-α κ. σεντράρ-ισα}: ΑΘΛ. (για ποδοσφαιριστή) κάνω, βγάζω σέντρα: ~ε από αριστερά/δεξιά. ~ε στο πρώτο/δεύτερο δοκάρι (: κάθετο). Πβ. γεμίζω τη μπάλα. [< αγγλ. centre]
45379σέντσιβλ. σεντ
45380σεξουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ερωτική πράξη, συνουσία: ετεροφυλοφιλικό/ευκαιριακό (= αρπαχτή)/ομαδικό (πβ. παρτούζα)/ομοφυλοφιλικό/πρωκτικό/σκληρό/στοματικό ~. ~ επί πληρωμή (πβ. πορνεία). Σκηνές/ταινίες ~ (πβ. πορνό). Ασφαλές/μη ασφαλές ~ (: με/χωρίς προφυλακτικό). Η βιομηχανία του ~ (: πορνογραφία). Απεξάρτηση από το ~. Κάνει/προσφέρει ~. Πβ. έρωτας, πήδημα, σεξουαλική επαφή, συνεύρεση. ● Υποκ.: σεξάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: διαδικτυακό σεξ: επισκέψεις σε σελίδες πορνογραφικού περιεχομένου, σεξουαλικές συζητήσεις και συναλλαγές που πραγματοποιούνται μέσω διαδικτύου. ΣΥΝ. κυβερνοσέξ [< αγγλ. cybersex, 1991, γαλλ. cybersexe, 1993] , σύμβολο του σεξ & σεξ σίμπολ/σύμπολ & σεξουαλικό σύμβολο: διασημότητα, συνήθ. ηθοποιός ή μοντέλο, που αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού για το σεξαπίλ της/του. [< αγγλ. sex symbol, 1911, γαλλ. sex(e)-symbole, 1972] , αγοραίος έρωτας/αγοραίο σεξ βλ. αγοραίος, τηλεφωνικό σεξ βλ. τηλεφωνικός [< αγγλ. sex, γαλλ. sexe]
45381σεξ σοπουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σεξσόπ: μαγαζί στο οποίο πωλούνται είδη σχετικά με το σεξ. [< αγγλ. sex shop, 1970, γαλλ. sexe-shop, 1970]
45382σεξαπίλσε-ξα-πίλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σεξ απίλ & σεξ-απίλ: ερωτική, σεξουαλική γοητεία: ακαταμάχητο/έντονο ~. Τονίζει/χρησιμοποιεί το ~ της/του. Έχει ~ (: είναι σέξι). Πβ. αισθησιασμός. [< αμερικ. sex appeal, 1913, γαλλ. sex-appeal, 1929]
45383σέξισέ-ξι επίθ. {άκλ.} 1. που έλκει ερωτικά, διαθέτει σεξαπίλ ή προκαλεί ερωτικό πόθο: οι πιο ~ άνδρες/γυναίκες/κινηματογραφικοί αστέρες. Είναι ~. Με ~ (= ερωτική) διάθεση.|| ~ εμφάνιση/ταινία/φωνή. ~ φωτογραφίες. ~ χείλια. Πβ. αισθησιακός, σεξουαλικός. 2. (ειδικότ. για ρούχα) που αποκαλύπτουν ή τονίζουν σημεία του σώματος που θεωρούνται ότι διεγείρουν τη σεξουαλική επιθυμία: ~ εσώρουχα/μαγιό. [< αμερικ. sexy, ιταλ. ~, 1948, γαλλ. ~, 1949]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.