Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [45940-45960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45394σεξολόγοςσε-ξο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με ειδίκευση στη σεξολογία: ανδρολόγος/ψυχίατρος/ψυχολόγος-~. ~-σεξοθεραπευτής. Βλ. -λόγος. [< αμερικ. sexologist, 1914, γαλλ. sexologue, 1946]
45395σεξομανής, ής, ές σε-ξο-μα-νής επίθ./ουσ.: που διακαταχέται από σεξομανία: ~είς: άντρες/γυναίκες. Πβ. νυμφομανής. Βλ. ερωτύλος, σεξουλιάρης. ΣΥΝ. ερωτομανής
45396σεξομανίασε-ξο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): μανιώδης ενασχόληση, εμμονή με το σεξ. Πβ. νυμφομανία, υπερσεξουαλικότητα. Βλ. -μανία. ΣΥΝ. ερωτομανία (1)
45397σεξουάλασε-ξου-ά-λα επίθ./ουσ. (η) {σπάν. αρσ. σεξουάλας} (αργκό): γυναίκα με έντονη σεξουαλικότητα. Πβ. σεξοβόμβα.
45398σεξουαλικοποίησησε-ξου-α-λι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σεξουαλικοποιώ. Βλ. απο~, υπερ~. [αγγλ. sexualization, γαλλ. sexualisation, 1914]
45399σεξουαλικοποιώ[σεξουαλικοποίῶ] σε-ξου-α-λι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) (λόγ.): αποδίδω σεξουαλικό χαρακτήρα σε κάποιον ή κάτι, δίνω ιδιαίτερη έμφαση στη σεξουαλική εμφάνιση και συμπεριφορά: το γυναικείο σώμα ~είται. Νεαρά κορίτσια και παιδιά ~ούνται. [αγγλ. sexualize, γαλλ. sexualiser, 1916]
45400σεξουαλικός

, ή, ό σε-ξου-α-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το σεξ ή/και τη σεξουαλικότητα: ~ός: ρατσισμός (πβ. σεξισμός)/σύντροφος/τουρισμός. ~ή: (αν)ικανότητα/ανταπόκριση/αντικειμενικοποίηση (πβ. υπερσεξουαλικοποίηση)/απελευθέρωση/απόκλιση/αποστροφή/αφύπνιση/διαφορετικότητα/διαφώτιση/διέγερση/δυσλειτουργία/εκμετάλλευση (βλ. παιδεραστία, σωματεμπορία)/εκτόνωση/ελευθερία/έλξη/ενηλικίωση/ενημέρωση/εξάρτηση/επανάσταση/επιθυμία/ζωή/ικανοποίηση/στέρηση/συμπεριφορά/συνεύρεση/ταυτότητα/υγεία/φαντασίωση/χημεία. ~ό: αντικείμενο/βοήθημα/έγκλημα/ερέθισμα/πάθος/παιχνίδι/σκάνδαλο. ~οί: φραγμοί. ~ές: ανάγκες/διαταραχές/εμπειρίες/σχέσεις/φοβίες/φωτογραφίες. ~ά: δικαιώματα/όργια/υπονοούμενα/χαρακτηριστικά (: δευτερογενή και πρωταρχικά). Πβ. γενετήσιος, ερωτικός.|| ~ός: άνδρας. ~ή: γοητεία/γυναίκα/φωνή. Πβ. αισθησιακός, λάγνος, σέξι. Βλ. ετερο~, παν~,  υπερ~, ψυχο~. ΑΝΤ. αντισεξουαλικός, ασεξουαλικός (1) ● επίρρ.: σεξουαλικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα & σεξουαλικώς μεταδιδόμενες ασθένειες/νόσοι: ΙΑΤΡ. μολυσματικές ασθένειες που οφείλονται σε παθογόνους μικροοργανισμούς, οι οποίοι μεταδίδονται με τη σεξουαλική επαφή. Βλ. AIDS, βλεννόρροια, έρπης των γεννητικών οργάνων, κονδυλώματα, σύφιλη. ΣΥΝ. αφροδίσια νοσήματα [< αγγλ. sexually transmitted diseases] , γενετήσια ορμή/γενετήσιο ένστικτο βλ. γενετήσιος, ερωτική/σεξουαλική επαφή βλ. επαφή, σεξουαλική αγωγή/διαπαιδαγώγηση βλ. αγωγή, σεξουαλική βία βλ. βία, σεξουαλική κακοποίηση βλ. κακοποίηση, σεξουαλική παρενόχληση βλ. παρενόχληση, σεξουαλική/ερωτική πράξη βλ. πράξη, σεξουαλικός προσανατολισμός βλ. προσανατολισμός, σύμβολο του σεξ βλ. σεξ [< γαλλ. sexuel, αγγλ. sexual]

45401σεξουαλικότητασε-ξου-α-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το σύνολο των εκδηλώσεων, συμπεριφορών που σχετίζονται με το γενετήσιο ένστικτο και την ικανοποίησή του: ανδρική/ανθρώπινη/γυναικεία/ενήλικη/ετερόφυλη/ετεροφυλόφιλη/καταπιεσμένη/παιδική/υγιής ~. Η ~ των εφήβων. Διαταραχές της ~ας (βλ. ανικανότητα, νυμφομανία, πρόωρη εκσπερμάτωση, ψυχρότητα). Έχει έντονη ~. Πβ. λίμπιντο. Βλ. αμφι~, α~, ετερο~, παν~, τραν~, υπερ~, -ότητα. ΣΥΝ. σεξουαλισμός [< γαλλ. sexualité, αγγλ. sexuality]
45402σεξουαλισμόςσε-ξου-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): σεξουαλικότητα. Βλ. -ισμός, παν~, τραν~. [< αγγλ. sexualism]
45403σεξουλιάρης, α, ικο σε-ξου-λιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.): που έχει έντονη σεξουαλική ζωή ή/και επιθυμία, σέξι: ~ης: άντρας. ~α: γκόμενα. Πολύ ~ μας βγήκε! Πβ. καυλιάρης, σεξομανής.|| ~ικο: ντύσιμο. Βλ. -ιάρης.
45404σεξπηρικός, ή, ό βλ. σαιξπηρικός
45405σεξτέτοσεξ-τέ-το ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. μουσική σύνθεση για έξι όργανα ή φωνές· εξαμελές σύνολο μουσικών: σονάτα για ~ εγχόρδων.|| ~ πνευστών. Βλ. κουαρτ-, κουιντ-, σεπτ-, οκτ-έτο. [< γερμ. Sextett < ιταλ. sestetto]
45406σεξτινγκσεξ-τέ-το ουσ. (ουδ.): αποστολή, μέσω υπολογιστή ή κινητού τηλεφώνου, αισθησιακών μηνυμάτων, σχετικών φωτογραφιών ή βίντεο σεξουαλικού περιεχομένου. Βλ. εκδικητική πορνογραφία. [< αμερικ. sexting, 2005 < sex+(tex)ting, ιταλ. ~, 2009]
45407ΣΕΟ1. (το) Σώμα Ελληνικού Οδηγισμού. 2. (ο) Σύλλογος Ελλήνων Ολυμπιονικών. 3. (το) Συμβούλιο Επιλογής Οπλιτών.
45408ΣΕΠ1. (ο) Σχολικός Επαγγελματικός Προσανατολισμός. 2. (το) Σώμα Ελλήνων Προσκόπων. 3. (το) Συνεργαζόμενο Εκπαιδευτικό Προσωπικό. Βλ. ΕΑΠ.
45409σέπαλοσέ-πα-λο ουσ. (ουδ.) {σεπάλ-ου}: ΒΟΤ. καθένα από τα φυλλαράκια του κάλυκα άνθους: πλευρικό/ραχιαίο ~. Πράσινα ~α. Πβ. βράκτιο, πέταλο. [< γαλλ. sépale, αγγλ. sepal]
45410σεπαρέσε-πα-ρέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ιδιαίτερος, απομονωμένος χώρος, συνήθ. σε εστιατόριο ή κέντρο διασκέδασης, που προορίζεται για προσωπικά ή επαγγελματικά ραντεβού. [< γαλλ. séparé]
45412σέπιασέ-πια ουσ. (θηλ.): υδρόχρωμα που παράγεται από το μελάνι της σουπιάς και χρησιμοποιείται στη ζωγραφική· συνεκδ. σχέδιο ή πίνακας που έχει γίνει με αυτό: έργο με μολύβι και ~.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) Τόνος/φίλτρο ~ (: που χρησιμεύει στην παλαίωση φωτογραφιών).|| (ως επίθ.) ~ απόχρωση (: το αντίστοιχο καστανό χρώμα). [< λατ. sepia < αρχ. σηπία]
45413σέπομαιβλ. σήπομαι
45414σεπούκουσε-πού-κου ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: χαρακίρι. [< γαλλ. seppuku, περ. 1950]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.