Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [45940-45960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45384σεξισμόςσε-ξι-σμός ουσ. (αρσ.): προκατάληψη ή διάκριση εναντίον κάποιου με βάση το φύλο του· κυρ. κάθε τρόπος δράσης ή συμπεριφοράς που υποβαθμίζει τις γυναίκες και μειώνει τον ισότιμο ρόλο τους στην κοινωνία: γλωσσικός/κοινωνικός/τηλεοπτικός ~. ~ και κοινωνικός αποκλεισμός. Πβ. ανδρικός/γυναικείος σοβινισμός, μισογυνισμός, σεξουαλικός ρατσισμός, φαλλοκρατία. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. sexisme, 1960, αγγλ. sexism, 1963]
45385σεξιστήςσε-ξι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. σεξίστρια}: πρόσωπο που σκέφτεται και συμπεριφέρεται σεξιστικά. Πβ. μισογύνης, φαλλοκράτης. Βλ. ρατσιστής. [< αγγλ. sexist, 1965, γαλλ. sexiste, 1972]
45386σεξιστικός, ή, ό σε-ξι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον σεξισμό: ~ή: αγωγή/βία/γλώσσα/διαφήμιση/ιδεολογία/συμπεριφορά. ~ό: υπονοούμενο/χιούμορ. ~ές: αντιλήψεις/απόψεις. ~ά: στερεότυπα/σχόλια. Πβ. μισογυν-, φαλλοκρατ-ικός. ● επίρρ.: σεξιστικά [γαλλ. sexiste, 1972]
45387σεξο-: πρόθημα λέξεων με αναφορά στη σεξουαλικότητα, το σεξ: ~θεραπεία.|| ~μανία (πβ. ερωτο-). ~λογία.|| ~κωμωδία.|| Σεξο-βόμβα.
45388σεξοβόμβασε-ξο-βόμ-βα ουσ. (θηλ.) (προφ.): γυναίκα, συνήθ. ηθοποιός ή μοντέλο, εκρηκτικής ομορφιάς, με έντονο σεξαπίλ. Πβ. σεξουάλα. [< αγγλ. sex bomb, 1963]
45389σεξοθεραπείασε-ξο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. θεραπευτική αντιμετώπιση σεξουαλικών προβλημάτων που οφείλονται σε ψυχολογικούς κυρ. λόγους. Βλ. σεξολογία, ψυχοθεραπεία. [< αγγλ. sex therapy, 1961, γαλλ. sexothérapie, περ. 1970]
45390σεξοθεραπευτής, σεξοθεραπεύτριασε-ξο-θε-ρα-πευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ψυχοθεραπευτής που ειδικεύεται στη σεξοθεραπεία: σεξολόγος/ψυχίατρος/κλινικός ψυχολόγος-~. [< αγγλ. sex therapist, 1976, γαλλ. sexothérapeute]
45391σεξοκωμωδίασε-ξο-κω-μω-δί-α ουσ. (θηλ.): κωμωδία ερωτικού περιεχομένου που περιέχει σεξουαλικές σκηνές. [< αγγλ. sex comedy]
45392σεξολογίασε-ξο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επιστήμη που μελετά την ανθρώπινη σεξουαλικότητα και τις διαταραχές της. Βλ. -λογία, σεξοθεραπεία. [< αμερικ. sexology, 1902, γαλλ. sexologie, 1932]
45393σεξολογικός, ή, ό σε-ξο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη σεξολογία ή τον σεξολόγο. [< αμερικ. sexological, 1920, γαλλ. sexologique]
45394σεξολόγοςσε-ξο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με ειδίκευση στη σεξολογία: ανδρολόγος/ψυχίατρος/ψυχολόγος-~. ~-σεξοθεραπευτής. Βλ. -λόγος. [< αμερικ. sexologist, 1914, γαλλ. sexologue, 1946]
45395σεξομανής, ής, ές σε-ξο-μα-νής επίθ./ουσ.: που διακαταχέται από σεξομανία: ~είς: άντρες/γυναίκες. Πβ. νυμφομανής. Βλ. ερωτύλος, σεξουλιάρης. ΣΥΝ. ερωτομανής
45396σεξομανίασε-ξο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): μανιώδης ενασχόληση, εμμονή με το σεξ. Πβ. νυμφομανία, υπερσεξουαλικότητα. Βλ. -μανία. ΣΥΝ. ερωτομανία (1)
45397σεξουάλασε-ξου-ά-λα επίθ./ουσ. (η) {σπάν. αρσ. σεξουάλας} (αργκό): γυναίκα με έντονη σεξουαλικότητα. Πβ. σεξοβόμβα.
45398σεξουαλικοποίησησε-ξου-α-λι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σεξουαλικοποιώ. Βλ. απο~, υπερ~. [αγγλ. sexualization, γαλλ. sexualisation, 1914]
45399σεξουαλικοποιώ[σεξουαλικοποίῶ] σε-ξου-α-λι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) (λόγ.): αποδίδω σεξουαλικό χαρακτήρα σε κάποιον ή κάτι, δίνω ιδιαίτερη έμφαση στη σεξουαλική εμφάνιση και συμπεριφορά: το γυναικείο σώμα ~είται. Νεαρά κορίτσια και παιδιά ~ούνται. [αγγλ. sexualize, γαλλ. sexualiser, 1916]
45400σεξουαλικός

, ή, ό σε-ξου-α-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το σεξ ή/και τη σεξουαλικότητα: ~ός: ρατσισμός (πβ. σεξισμός)/σύντροφος/τουρισμός. ~ή: (αν)ικανότητα/ανταπόκριση/αντικειμενικοποίηση (πβ. υπερσεξουαλικοποίηση)/απελευθέρωση/απόκλιση/αποστροφή/αφύπνιση/διαφορετικότητα/διαφώτιση/διέγερση/δυσλειτουργία/εκμετάλλευση (βλ. παιδεραστία, σωματεμπορία)/εκτόνωση/ελευθερία/έλξη/ενηλικίωση/ενημέρωση/εξάρτηση/επανάσταση/επιθυμία/ζωή/ικανοποίηση/στέρηση/συμπεριφορά/συνεύρεση/ταυτότητα/υγεία/φαντασίωση/χημεία. ~ό: αντικείμενο/βοήθημα/έγκλημα/ερέθισμα/πάθος/παιχνίδι/σκάνδαλο. ~οί: φραγμοί. ~ές: ανάγκες/διαταραχές/εμπειρίες/σχέσεις/φοβίες/φωτογραφίες. ~ά: δικαιώματα/όργια/υπονοούμενα/χαρακτηριστικά (: δευτερογενή και πρωταρχικά). Πβ. γενετήσιος, ερωτικός.|| ~ός: άνδρας. ~ή: γοητεία/γυναίκα/φωνή. Πβ. αισθησιακός, λάγνος, σέξι. Βλ. ετερο~, παν~,  υπερ~, ψυχο~. ΑΝΤ. αντισεξουαλικός, ασεξουαλικός (1) ● επίρρ.: σεξουαλικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα & σεξουαλικώς μεταδιδόμενες ασθένειες/νόσοι: ΙΑΤΡ. μολυσματικές ασθένειες που οφείλονται σε παθογόνους μικροοργανισμούς, οι οποίοι μεταδίδονται με τη σεξουαλική επαφή. Βλ. AIDS, βλεννόρροια, έρπης των γεννητικών οργάνων, κονδυλώματα, σύφιλη. ΣΥΝ. αφροδίσια νοσήματα [< αγγλ. sexually transmitted diseases] , γενετήσια ορμή/γενετήσιο ένστικτο βλ. γενετήσιος, ερωτική/σεξουαλική επαφή βλ. επαφή, σεξουαλική αγωγή/διαπαιδαγώγηση βλ. αγωγή, σεξουαλική βία βλ. βία, σεξουαλική κακοποίηση βλ. κακοποίηση, σεξουαλική παρενόχληση βλ. παρενόχληση, σεξουαλική/ερωτική πράξη βλ. πράξη, σεξουαλικός προσανατολισμός βλ. προσανατολισμός, σύμβολο του σεξ βλ. σεξ [< γαλλ. sexuel, αγγλ. sexual]

45401σεξουαλικότητασε-ξου-α-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το σύνολο των εκδηλώσεων, συμπεριφορών που σχετίζονται με το γενετήσιο ένστικτο και την ικανοποίησή του: ανδρική/ανθρώπινη/γυναικεία/ενήλικη/ετερόφυλη/ετεροφυλόφιλη/καταπιεσμένη/παιδική/υγιής ~. Η ~ των εφήβων. Διαταραχές της ~ας (βλ. ανικανότητα, νυμφομανία, πρόωρη εκσπερμάτωση, ψυχρότητα). Έχει έντονη ~. Πβ. λίμπιντο. Βλ. αμφι~, α~, ετερο~, παν~, τραν~, υπερ~, -ότητα. ΣΥΝ. σεξουαλισμός [< γαλλ. sexualité, αγγλ. sexuality]
45402σεξουαλισμόςσε-ξου-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): σεξουαλικότητα. Βλ. -ισμός, παν~, τραν~. [< αγγλ. sexualism]
45403σεξουλιάρης, α, ικο σε-ξου-λιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.): που έχει έντονη σεξουαλική ζωή ή/και επιθυμία, σέξι: ~ης: άντρας. ~α: γκόμενα. Πολύ ~ μας βγήκε! Πβ. καυλιάρης, σεξομανής.|| ~ικο: ντύσιμο. Βλ. -ιάρης.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.