| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45404 | σεξπηρικός | , ή, ό βλ. σαιξπηρικός | |
| 45405 | σεξτέτο | σεξ-τέ-το ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. μουσική σύνθεση για έξι όργανα ή φωνές· εξαμελές σύνολο μουσικών: σονάτα για ~ εγχόρδων.|| ~ πνευστών. Βλ. κουαρτ-, κουιντ-, σεπτ-, οκτ-έτο. [< γερμ. Sextett < ιταλ. sestetto] | |
| 45406 | σεξτινγκ | σεξ-τέ-το ουσ. (ουδ.): αποστολή, μέσω υπολογιστή ή κινητού τηλεφώνου, αισθησιακών μηνυμάτων, σχετικών φωτογραφιών ή βίντεο σεξουαλικού περιεχομένου. Βλ. εκδικητική πορνογραφία. [< αμερικ. sexting, 2005 < sex+(tex)ting, ιταλ. ~, 2009] | |
| 45407 | ΣΕΟ | 1. (το) Σώμα Ελληνικού Οδηγισμού. 2. (ο) Σύλλογος Ελλήνων Ολυμπιονικών. 3. (το) Συμβούλιο Επιλογής Οπλιτών. | |
| 45408 | ΣΕΠ | 1. (ο) Σχολικός Επαγγελματικός Προσανατολισμός. 2. (το) Σώμα Ελλήνων Προσκόπων. 3. (το) Συνεργαζόμενο Εκπαιδευτικό Προσωπικό. Βλ. ΕΑΠ. | |
| 45409 | σέπαλο | σέ-πα-λο ουσ. (ουδ.) {σεπάλ-ου}: ΒΟΤ. καθένα από τα φυλλαράκια του κάλυκα άνθους: πλευρικό/ραχιαίο ~. Πράσινα ~α. Πβ. βράκτιο, πέταλο. [< γαλλ. sépale, αγγλ. sepal] | |
| 45410 | σεπαρέ | σε-πα-ρέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ιδιαίτερος, απομονωμένος χώρος, συνήθ. σε εστιατόριο ή κέντρο διασκέδασης, που προορίζεται για προσωπικά ή επαγγελματικά ραντεβού. [< γαλλ. séparé] | |
| 45412 | σέπια | σέ-πια ουσ. (θηλ.): υδρόχρωμα που παράγεται από το μελάνι της σουπιάς και χρησιμοποιείται στη ζωγραφική· συνεκδ. σχέδιο ή πίνακας που έχει γίνει με αυτό: έργο με μολύβι και ~.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) Τόνος/φίλτρο ~ (: που χρησιμεύει στην παλαίωση φωτογραφιών).|| (ως επίθ.) ~ απόχρωση (: το αντίστοιχο καστανό χρώμα). [< λατ. sepia < αρχ. σηπία] | |
| 45413 | σέπομαι | βλ. σήπομαι | |
| 45414 | σεπούκου | σε-πού-κου ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: χαρακίρι. [< γαλλ. seppuku, περ. 1950] | |
| 45415 | σεπτεμβριανός | , ή, ό σε-πτεμ-βρι-α-νός επίθ. & σεπτεμβριάτικος, η, ο: που σχετίζεται με ή γίνεται τον Σεπτέμβριο. | |
| 45416 | Σεπτέμβριος | Σε-πτέμ-βρι-ος ουσ. (αρσ.) {Σεπτεμβρίου} & (προφ.) Σεπτέμβρης: ο ένατος μήνας του χρόνου και ο πρώτος του φθινοπώρου. ΣΥΝ. τρυγητής (2) [< μτγν. Σεπτέμβριος] | |
| 45417 | σεπτέτο | σε-πτέ-το ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. μουσική σύνθεση για επτά όργανα ή φωνές· επταμελές σύνολο μουσικών: ~ για κλαρινέτο, φαγκότο, κόρνο και τέσσερα έγχορδα.|| Θα δώσει συναυλία συνοδευόμενος από το ~ του. Βλ. κουαρτ-, κουιντ-, σεξτ-, οκτ-έτο. [< γερμ. Septett < ιταλ. settetto] | |
| 45418 | σεπτόρια | σε-πτό-ρι-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. σεπτορίωση. [< αγγλ. septoria, 1916] | |
| 45419 | σεπτορίωση | σε-πτο-ρί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. μυκητολογική ασθένεια των φυτών που προκαλεί κηλίδωση των φύλλων και των καρπών: ~ εσπεριδοειδών. Βλ. ίσκα, κλαδοσπορίωση, περονόσπορος, σκωρίαση, φόμοψη. ΣΥΝ. σεπτόρια [< γαλλ. septoriose] | |
| 45420 | σεπτός | , ή, ό σε-πτός επίθ. (λόγ.): ΕΚΚΛΗΣ. αξιοσέβαστος, κυρ. λόγω ιερότητας: ~ός: Ιεράρχης/Ποιμενάρχης (πβ. σεβάσμιος). ~ή: Εκκλησία/εικόνα/μνήμη. ~ό: λείψανο/σκήνωμα. Το ~ό Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τα ~ά Πάθη του Κυρίου. [< αρχ. σεπτός] | |
| 45421 | σερ | ουσ. (αρσ.) {άκλ.} 1. (συνήθ. με κεφαλ. Σ) τίτλος ευγενείας στην Αγγλία: Έγινε/χρίστηκε ~. Βλ. μιλόρδος, ντέιμ. 2. (ως προσφών.) κύριος. [< αγγλ. Sir··πβ. μεσν. σερ] | |
| 45422 | σέρα | σέ-ρα ουσ. (θηλ.): θερμοκήπιο. [< ιταλ. serra] | |
| 45423 | σεράι | βλ. σαράι | |
| 45424 | σεράτια | σε-ρά-τι-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. gram-αρνητικό, αναερόβιο, παθογόνο μικρόβιο που ανήκει στην οικογένεια των εντεροβακτηριοειδών, εμφανίζεται στο φυσικό περιβάλλον ή αναπτύσσεται σε νοσοκομεία και μπορεί να προκαλέσει ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις. [< αγγλ. serratia] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ