| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 34000 | -νίκης | : επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών για τη δήλωση (τίτλου) αθλητή που έχει κατακτήσει μετάλλιο σε επίσημη διοργάνωση: βαλκανιο~/ολυμπιο~/πανελληνιο~/πολυ~.|| (ΑΡΧ.) Πυθιο~. | |
| 34113 | -νομία | επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρονται 1. σε υπηρεσία αρμόδια για την εφαρμογή κανονισμών ή την τήρηση των νόμων: αγορα~/αγρο~/δασο~.|| Aστυ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Αερο~/ναυτο~/στρατο~. 2. στο νομικό δίκαιο, στην ύπαρξη κανόνων: ευ~/ισο~/κακο~/πολυ~. 3. σε επιστήμη: αρχειο~/αστρο~/μετρο~ (πβ. -λογία).|| (ειδικότ. με αντικείμενο τη διαχείριση) Oικο~. | |
| 34162 | -νόμος | επίθημα ουσιαστικών για τη δήλωση 1. ειδικού σε έναν τομέα: (ο/η) αρχειο~ (πβ. -θέτης)/βιβλιοθηκο~. Αστρο~.|| Γαστρο~. 2. υπαλλήλου υπηρεσίας, αρμόδιας για την εφαρμογή κανόνων ή την τήρηση των νόμων: αγορα~/δασο~.|| Αστυ~ (πβ. -φύλακας)/τροχο~. (ΣΤΡΑΤ.) Αερο~/στρατο~. 3. μηχανήματος ή εργαλείου: ηλεκτρο~/μετρο~. 4. νόμου: κουκουλο~/τρομο~. | |
| 35377 | -ξη | βλ. -ση | |
| 35599 | -ο & -ό | : κατάληξη του ουδέτερου γένους επιθέτων σε -ος, -η/α, και -ός, -ή/ιά, -ό∙ δηλώνει συγκεκριμένο χαρακτηριστικό ή ιδιότητα: ανήσυχ-ο (ανήσυχος). Mικρ-ό (μικρός). Βλ. -ικο. | |
| 35598 | -ο- & -ό- | : ΓΡΑΜΜ. συνδετικό φωνήεν μεταξύ α' και β' συνθετικού: (σε παρατακτικά σύνθ.) αντρ-ό-γυνο.|| (σε κτητικά σύνθ.) Στεν-ό-μυαλος.|| (σε προσδιοριστικά σύνθ.) Αγρι-ο-περίστερο.|| (σε αντικειμενικά σύνθ.) Δενδρ-ο-φύτευση. | |
| 35602 | -ο1 | : επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών: άστρο/κάστρο/μήλο. Βλ. -ικο. | |
| 35604 | -ο2 | (λαϊκό): κατάληξη τοπωνυμίων θηλυκού γένους: (η) Ζάκυνθο/Σάμο/Χίο. | |
| 35668 | -ογλου & -όγλου | : κατάληξη επωνύμων μικρασιατικής συνήθ. προέλευσης: Κόντ-ογλου. Τουρτ-όγλου. Βλ. -άδης, -ίδης. | |
| 35771 | -όζος, -όζα, -όζο & -όζικο | : επίθημα για δήλωση ιδιότητας ή χαρακτηριστικού: γουστ~/μαφι~/σκερτσ~/φουρι~.|| Βιρτου~. | |
| 35784 | -οια | : κατάληξη ουσιαστικών θηλυκού γένους: άπν~/παλίρρ~.|| Άγν~/διχόν~/κρυψίν~. | |
| 36062 | -όλη | : επίθημα σε ενώσεις με μία ή περισσότερες ομάδες αλκαλικού υδροξειδίου: αιθαν~ (= οινόπνευμα, βλ. αιθυλικός)/μεθαν~ (= ξυλόπνευμα, βλ. μεθυλικός). Βενζ~/προπαν~/φαιν~. Βλ. -άνιο. | |
| 36257 | -ομάρα | βλ. -αμάρα | |
| 36264 | -όμενος, -όμενη & -ομένη, -όμενο | (λόγ.): κατάληξη της μετοχής μεσοπαθητικού ενεστώτα: (κυρ. στον επίσ. γραπτό κ. προφ. λόγο) βασιζ~/εξαγ~/επιτρεπ~/παρουσιαζ~/στηριζ~.|| (συνήθ. κ. ως ουσ.) (Ο) ενδιαφερόμενος. (Η) εφαπτόμενη (κ. εφαπτομένη). (Το) περιεχόμενο. Βλ. -άμενος, -ούμενος. | |
| 36457 | -ον1 | : κατάληξη λόγιων ουσιαστικών ουδέτερου γένους: καθήκ~. Ενδιαφέρ~/μέλλ~/σημαίν~/συμφέρ~. | |
| 36458 | -ον2 & -όν | (λόγ.): επίθημα επιρρημάτων, παράγωγων από τακτικά αριθμητικά: πρώτ-ον (βλ. εν πρώτοις)/δεύτερ~. Εικοστ-όν. | |
| 36487 | -όνη | : κατάληξη ενώσεων της ομάδας των κετονών: ακετ~ (= ασετόν). Βλ. καρβονύλιο. | |
| 36488 | -όνι | : επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών για έκφραση μειωτικής ή σπανιότ. υποκοριστικής σημασίας: κλεφτρ~ (βλ. -ίσκος)/πρεζ~.|| Γλειφτρ~. Βλ. -άκι.|| Λαμπι~. | |
| 36522 | -οντας & -ώντας | {άκλ.}: κατάληξη της ενεργητικής επιρρηματικής μετοχής ενεστώτα: διαβάζ-οντας/κοιτάζ~/τρέχ~. Τραγουδ-ώντας.|| (σε αποθετικά ρ.) Στέκ-οντας. Διηγ-ώντας. | |
| 36723 | -οπούλα | : υποκοριστικό επίθημα για τον σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν κυρ. μικρό, νεαρό κορίτσι με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: βασιλ~/βοσκ~/γειτον~/νησιωτ~/τσιγγαν~. | |