Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4580-4600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3649ανέγερση[ἀνέγερση] α-νέ-γερ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κατασκευή, κτίσιμο οικοδομήματος: ~ αθλητικών εγκαταστάσεων/βρεφονηπιακού σταθμού/νοσοκομείου/οικισμού/(πολυ)κατοικίας. Το νέο μουσείο είναι υπό ~. Πβ. ανίδρυση, θεμελίωση, οικοδόμηση. Βλ. αναστήλωση. [< μτγν. ἀνέγερσις]
3650ανεγκεφαλία[ἀνεγκεφαλία] α-νε-γκε-φα-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. συγγενής απουσία του κρανιακού θόλου. 2. {συνήθ. στον τ. ανεγκεφαλιά} ανοησία. [< 1: γαλλ. anencéphalie, αγγλ. anencephaly]
3651ανεγκέφαλος, η, ο [ἀνεγκέφαλος] α-νε-γκέ-φα-λος επίθ. 1. ανόητος, άμυαλος: ~η: ενέργεια/συμπεριφορά. (ως ουσ.) Καλά να πάθει ο ~! Βγαίνει ο κάθε ~ στην τηλεόραση και ... Πβ. βλάκας, ηλίθιος, χαζός. ΑΝΤ. μυαλωμένος, συνετός 2. ΙΑΤΡ. (για βρέφος) που έχει ανεγκεφαλία. [< μτγν. ἀνεγκέφαλος ‘που δεν έχει εγκέφαλο’, γαλλ. anencéphale, αγγλ. anencephalous]
3652ανέγκλητος, η, ο [ἀνέγκλητος] α-νέ-γκλη-τος επίθ.: ΝΟΜ. μη αξιόποινος: Η πράξη έχει καταστεί/θεωρείται οριστικά ~η (: δεν μπορεί κάποιος να κατηγορηθεί για αυτή). [< αρχ. ἀνέγκλητος]
3653ανεγνωρισμένος, η, ο βλ. αναγνωρισμένος
3655ανεδαφικός, ή, ό [ἀνεδαφικός] α-νε-δα-φι-κός επίθ.: που δεν έχει λογική βάση, δεν μπορεί να εφαρμοστεί, να υλοποιηθεί: ~ός: ισχυρισμός/στόχος (= μη ρεαλιστικός). ~ή: άποψη/θέση (= αστήρικτη). ~ό: αίτημα/σχέδιο. ~ές: επιδιώξεις/υποσχέσεις. ~ά: επιχειρήματα. Η πρόταση απορρίφθηκε ως ~ή (πβ. ανεφάρμοστος). Πβ. αβάσιμος, ανέφικτος, ανυπόστατος, εξωπραγματ-, ουτοπ-, χιμαιρ-ικός.|| (για πρόσ.) Δεν είμαι ~ (: εκτός τόπου και χρόνου), για να ευελπιστώ ότι ... ΑΝΤ. βάσιμος, εφικτός
3656ανεδαφικότητα[ἀνεδαφικότητα] α-νε-δα-φι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ανεδαφικού: η ~ των επιχειρημάτων/ισχυρισμών του.
3658ανεικονικός, ή, ό [ἀνεικονικός] α-νει-κο-νι-κός επίθ. (επιστ.): που δεν χρησιμοποιεί εικόνες ως μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης, διδασκαλίας, λατρείας: ~ή: διακόσμηση. ~ές: παραστάσεις/τοιχογραφίες.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) ~ή: ζωγραφική/τέχνη (: στην οποία απουσιάζουν οι ανθρώπινες μορφές, τα πρόσωπα). ΑΝΤ. εικονικός (3), εικονιστικός [< αγγλ. aniconic, γαλλ. aniconique]
3659ανειλημμένος, η, ο [ἀνειλημμένος] α-νει-λημ-μέ-νος επίθ. (επίσ.) : που έχει επωμιστεί κάποιος: ~η: ευθύνη. ~ες: δεσμεύσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: ανειλημμένες υποχρεώσεις: καθήκοντα που έχει αναλάβει κάποιος και πρέπει να τα επιτελέσει: Αποχώρησε/δεν θα μπορέσει να έρθει/δεν θα παρευρεθεί λόγω ~ων ~ώσεων. (: συχνά ως τυποποιημένη αόριστη δικαιολογία) [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. αναλαμβάνω]
3660ανειλικρίνεια[ἀνειλικρίνεια] α-νει-λι-κρί-νει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απουσία, έλλειψη ειλικρίνειας: ~ των λόγων/προθέσεών τους. ~ στις σχέσεις. Πβ. υποκρισία, ψευτιά. Βλ. διπροσωπία, προσποίηση. [< γαλλ. insincérité]
3662ανείπωτος, η, ο [ἀνείπωτος] α-νεί-πω-τος επίθ.: που δεν μπορεί να εκφραστεί, να περιγραφεί με λόγια ή δεν έχει ειπωθεί: ~ος: πόνος (πβ. αφόρητος). ~η: δυστυχία (= πολύ μεγάλη)/θλίψη/καταστροφή/οδύνη/σκληρότητα/τραγωδία. ~ο: δράμα. ~α: βάσανα/εγκλήματα. Στιγμές ~ης ευτυχίας/χαράς. Με ~ο θράσος. Πβ. ανεκδιήγητος, απερίγραπτος, άρρητος, άφατος, άφραστος.|| ~η: αλήθεια. (ΑΝΤ. ειπωμένη). ~ο: μυστικό (= κρυφό). ~οι: πόθοι/φόβοι (= ανομολόγητοι). ~α: συναισθήματα (= ανέκφραστα).
3663ανειρήνευτος, η, ο [ἀνειρήνευτος] α-νει-ρή-νευ-τος επίθ. (λόγ.): που δεν τελειώνει (ειρηνικά) ή δεν ειρηνεύει, δεν ηρεμεί: ~ος: αγώνας/πόλεμος. ~η: διαμάχη/πάλη/σύγκρουση. ~ες: αντιθέσεις. Πβ. αδιάκοπος, αδιάλειπτος, ακατάπαυστος, ασταμάτητος.|| (για πρόσ.) ~οι: εχθροί. ● επίρρ.: ανειρήνευτα [< μεσν. ανειρήνευτος]
3664ανείσπρακτος, η, ο [ἀνείσπρακτος] α-νεί-σπρα-κτος επίθ. & ανείσπραχτος (επίσ.): που δεν έχει εισπραχθεί: ~ος: λογαριασμός. ~η: επιταγή. ~ο: ποσό. ~οι: φόροι. ~ες: δόσεις/εισφορές/οφειλές. ~α: ασφάλιστρα/ενοίκια/έσοδα/χρέη. Πβ. ανεξαργύρωτος, ανεξόφλητος, απλήρωτος. [< μτγν. ἀνείσπρακτος]
3665ανέκαθεν[ἀνέκαθεν] α-νέ-κα-θεν επίρρ. (λόγ.) (εσφαλμ. από ~): πάντα, από την πρώτη στιγμή, εξαρχής: ~ θεωρούσε τον εαυτό της ... Τη ζήλευε ~. Βλ. -θεν. ΑΝΤ. ποτέ (1) [< αρχ. ἀνέκαθεν]
3666ανεκδήλωτος, η, ο [ἀνεκδήλωτος] α-νεκ-δή-λω-τος επίθ. (λόγ.): (συνήθ. για συναισθήματα) που δεν φανερώθηκε: ~ος: ενθουσιασμός/έρωτας/θυμός. ~η: θλίψη/χαρά. Πβ. κρυφός. ΣΥΝ. ανέκφραστος (2), αφανέρωτος ΑΝΤ. έκδηλος, καταφανής [< γαλλ. non déclaré]
3667ανεκδιήγητος, η, ο [ἀνεκδιήγητος] α-νεκ-δι-ή-γη-τος επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): απερίγραπτος: ~ος: τύπος/χαρακτήρας. ~η: δήλωση/συμπεριφορά. ~ο: θέαμα. ~α: μαρτύρια (πβ. φριχτά).|| (για πρόσ., προφ.-μειωτ.) Είσαι ~! Επιτίθεσαι συνεχώς στους άλλους χωρίς λόγο και αιτία. Πβ. απαράδεκτος.|| (κατ' επέκτ. που προκαλεί γέλιο:) ~η: κατάσταση (= αστεία, γελοία, φαιδρή). ~ο: περιστατικό. Ακούσαμε και το ~ο (πβ. αμίμητο) ... ● επίρρ.: ανεκδιήγητα [< μτγν. ἀνεκδιήγητος, γαλλ. inénarrable]
3668ανεκδοτικός, ή, ό [ἀνεκδοτικός] α-νεκ-δο-τι-κός επίθ.: ανεκδοτολογικός. [< γαλλ. anecdotique, αγγλ. anecdotic]
3669ανέκδοτο[ἀνέκδοτο] α-νέκ-δο-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ότου} 1. σύντομη συνήθ. διήγηση κωμικού περιεχομένου: έξυπνο/κουφό/κρύο/ξεκαρδιστικό/χαριτωμένο ~. Πικάντικα/σόκιν ~α. Το έχω ξανακούσει/ξέρω αυτό το ~. Του αρέσει να λέει ~α. Πβ. αστείο. 2. γεγονός, επεισόδιο ή σκηνή ιστορικού ή βιογραφικού χαρακτήρα που δεν τεκμηριώνεται από τις πηγές: ιστορικό ~. ● Υποκ.: ανεκδοτάκι (το) ● ΦΡ.: από άλλο ανέκδοτο (προφ.-χιουμορ.): για κάποιον ή κάτι άσχετο: Αυτός είναι (βγαλμένος) ~ ~. Άλλο είναι το θέμα μας, αυτό που λες εσύ είναι ~ ~. Πβ. άλλου/αλλουνού παπά ευαγγέλιο., το πιο σύντομο ανέκδοτο (προφ.): για να σχολιαστεί ειρωνικά μια πρόταση, δήλωση, κατάσταση: Μεταρρυθμίσεις,~ ~. ● βλ. ανέκδοτος [< μτγν. ἀνέκδοτα '(έργα) που δεν έχουν εκδοθεί', γαλλ.-αγγλ. anecdote]
3670ανεκδοτολογία[ἀνεκδοτολογία] α-νεκ-δο-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ανεύθυνες, ατεκμηρίωτες πληροφορίες: ιστορική/λογοτεχνική ~. Αυτή είναι η μοναδική αλήθεια, τα υπόλοιπα αποτελούν ~ες. Πβ. κουτσομπολιό. Βλ. -λογία.
3671ανεκδοτολογικός, ή, ό [ἀνεκδοτολογικός] α-νεκ-δο-το-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ανεκδοτολογία ή το ανέκδοτο: ~ή: αφήγηση. ~ά: επεισόδια/κείμενα. Απόσπασμα ~ού περιεχομένου. Πλήθος ~ού και βιογραφικού υλικού για τη ζωή (κάποιου). Πληροφορίες ~ού χαρακτήρα. ΣΥΝ. ανεκδοτικός ● επίρρ.: ανεκδοτολογικά [< γαλλ. anecdotique, αγγλ. anecdot(ic)al]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.