Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [45980-46000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45425ΣεραφείμΣε-ρα-φείμ ουσ. (ουδ.) {άκλ., συνήθ. στον πληθ.} & Σεραφίμ: ΕΚΚΛΗΣ. τάγμα αγγέλων με έξι φτερούγες που, κατά την ιουδαϊκή και χριστιανική παράδοση, πλαισιώνουν τον θρόνο του Θεού· κάθε άγγελος που ανήκει σε αυτό. Βλ. εξαπτέρυγο, Χερουβείμ. [< μτγν. Σεραφ(ε)ίμ]
45426σεραφικός, ή, ό σε-ρα-φι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τα Σεραφείμ. Βλ. αγγελ-, χερουβ-ικός. [< μεσν. σεραφικός, γαλλ. séraphique]
45427σερβάλσερ-βάλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. μικρό αιλουροειδές της σαβάνας (επιστ. ονομασ. Felis serval), που μοιάζει με μεγαλόσωμη αγριόγατα και έχει καστανόξανθο τρίχωμα με μαύρα στίγματα. [< γαλλ. serval]
45428σερβάντασερ-βά-ντα ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & σερβάν (το) (παλαιότ.): μπουφές: ~ αντίκα. [< γαλλ. servante]
45429σέρβερσέρ-βερ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. διακομιστής. ΣΥΝ. εξυπηρετητής
45430σερβίσερ-βί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: όρος της χαρτοπαιξίας που δηλώνει ότι ο παίκτης δεν θέλει να αλλάξει χαρτί. Βλ. πάω πάσο. [< γαλλ. servi]
45431σερβιέτασερ-βιέ-τα ουσ. (θηλ.): προϊόν από λεπτό και απαλό απορροφητικό υλικό, συνήθ. βαμβάκι, που τοποθετούν εσωτερικά οι γυναίκες στο εσώρουχό τους κατά τη διάρκεια της εμμηνόρροιας: ~ες υγείας/υγιεινής. Υποαλλεργικές ~ες με/χωρίς φτερά (: αυτοκόλλητες προεξοχές). Αλλάζω/βάζω/φοράω/χρησιμοποιώ ~. Βλ. ταμπόν.|| (κατ' επέκτ.) ~ες ακράτειας/λοχείας. Πβ. πάνα. [< γαλλ. serviette]
45432σερβιετάκισερ-βιε-τά-κι ουσ. (ουδ.): μικρή σερβιέτα καθημερινής χρήσης.
45433σερβικός, ή, ό σερ-βι-κός επίθ. & (προφ.) σέρβικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Σερβία ή/και τους Σέρβους. ● Ουσ.: Σερβικά & (προφ.) Σέρβικα (τα) & (επίσ.) Σερβική (η): η σερβική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. [< μεσν. Σερβικός, Σέρβικος]
45434σερβίρισμασερ-βί-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {σερβιρίσμ-ατος}: προσφορά φαγητού ή ποτού σε κάποιον που κάθεται: άψογο ~. ~ γεύματος/καφέ/κρασιού/πρωινού/τσαγιού. Το ~ των καλεσμένων/πελατών. Η τελετουργία/τέχνη του ~ατος. Δίσκοι/σετ/υπηρεσία ~ατος. Θερμοκρασία ~ατος μπίρας/κρασιού. (σε ξενοδοχεία) ~ στα δωμάτια. Ποτήρια/σκεύη για το ~. Βλ. -ισμα.
45435σερβίρωσερ-βί-ρω ρ. (μτβ.) {σέρβιρ-α κ. σερβίρ-ισα, σερβιρ-ίστηκα, -ισμένος} 1. βάζω σε κάποιον ποτό ή φαγητό: Τι να σου ~ω;|| Πήγαινε να ~ιστείς. 2. (προφ.) εξυπηρετώ κάποιον, συνήθ. πελάτη: Το κατάστημα ~ει (= προσφέρει) ποικιλία από μπίρες. Μας ~ε μουσακά. Δεύτερο πιάτο ~εται κρέας βραστό. Το σάντουιτς ~εται με τηγανητές πατάτες. Πβ. βγάζω. 3. (μτφ.-προφ., αρνητ. συνυποδ.) παρουσιάζω κάτι ως αληθινό: Μας ~ε ένα ωραίο παραμύθι/μια κλασική δικαιολογία. Της ~ε μια ζωή γεμάτη ψέματα. ΣΥΝ. πλασάρω (2) 4. ΑΘΛ. (κυρ. στο βόλεϊ και το τένις) κάνω σερβίς: ~ουν οι γηπεδούχοι (ενν. τη μπάλα). [< μεσν. σερβίρω < βεν.-ιταλ. servir(e)]
45436σέρβιςσέρ-βις ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. περιοδικός έλεγχος μηχανημάτων ή συσκευών για τη συντήρηση και την καλή λειτουργία τους: απαραίτητο/δωρεάν/εξουσιοδοτημένο/ετήσιο/πλήρες ~. ~ αυτοκινήτων. ~ κλιματιστικού/ηλεκτρονικών υπολογιστών. 2. υπηρεσίες που προσφέρονται σε πελάτες: άθλιο/άψογο/εξαιρετικό/προσεγμένο ~. Ευγενικό και γρήγορο ~ σε εστιατόριο. Πρωινό ~ δωματίου (: σε ξενοδοχείο). Βλ. εξυπηρέτηση, σελφ σέρβις. [< αγγλ. service]
45437σερβίςσερ-βίς ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο τένις, το βόλεϊ, το πινγκ πονγκ) η πρώτη βολή της μπάλας στην αντίπαλη περιοχή, με την έναρξη αγώνα ή φάσης: αποτελεσματικό/γρήγορο/δυνατό/δύσκολο/εύκολο/καλό/λάθος ~. Παίκτης που εκτελεί/κάνει ~. Πόντος από ~ (= άσος). [< γαλλ. service]
45438σερβιτόρος, σερβιτόρασερ-βι-τό-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): υπάλληλος εστιατορίου, καφετέριας, μπαρ, νυχτερινού κέντρου που σερβίρει τους πελάτες: Φώναξε τον ~ο. Ζήτησα από τον ~ο τον λογαριασμό. Βλ. αρχι~, τραπεζοκόμος. ΣΥΝ. γκαρσόνι [< ιταλ. servitore]
45439σερβίτσιοσερ-βί-τσιο ουσ. (ουδ.): ολοκληρωμένο σύνολο από επιτραπέζια σκεύη με όμοιο διακοσμητικό σχέδιο και στιλ που έχουν ορισμένη χρήση· ειδικότ. τα σκεύη που χρειάζεται καθένας από τους συνδαιτυμόνες, για να φάει: ασημένιο/πορσελάνινο ~. ~ καφέ/τσαγιού/φαγητού. Πλήρες ~ πιάτων. ~ δέκα τεμαχίων. Πβ. πιατικά.|| Έβαλε δυο ~ια στο τραπέζι. [< μεσν. σερβίτσιο ‘έξυπηρέτηση, υπηρεσία’ < ιταλ. servizio]
45440σερβοκινητήραςσερ-βο-κι-νη-τή-ρας ουσ. (αρσ.) & σερβομοτέρ (το): ΤΕΧΝΟΛ. κινητήρας που ρυθμίζει τη λειτουργία μηχανήματος σε συστήματα αυτόματου ελέγχου: ηλεκτρικοί/υδραυλικοί ~ες. Βλ. αεροκινητήρας. [< γαλλ. servomoteur]
45441σερβομηχανισμόςσερ-βο-μη-χα-νι-σμός ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. αυτόματο σύστημα που εκτελεί συγκεκριμένο πρόγραμμα, διατηρώντας την ισορροπία μεταξύ των οδηγιών που του έχουν δοθεί και των δράσεων που εκτελεί: γραμμικός/ηλεκτρικός/υδραυλικός/ψηφιακός ~. ~οί με έλεγχο θέσεως και ταχύτητας. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. servo-mechanism, 1926, γαλλ. servomécanisme, 1932]
45442σερβομοτέρβλ. σερβοκινητήρας
45443Σέρβος, ΣέρβαΣέρ-βος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Σερβία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη σερβική υπηκοότητα. [< μεσν. Σέρβος]
45444σερβοσύστημασερ-βο-σύ-στη-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα με σερβομηχανισμό.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.