| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45435 | σερβίρω | σερ-βί-ρω ρ. (μτβ.) {σέρβιρ-α κ. σερβίρ-ισα, σερβιρ-ίστηκα, -ισμένος} 1. βάζω σε κάποιον ποτό ή φαγητό: Τι να σου ~ω;|| Πήγαινε να ~ιστείς. 2. (προφ.) εξυπηρετώ κάποιον, συνήθ. πελάτη: Το κατάστημα ~ει (= προσφέρει) ποικιλία από μπίρες. Μας ~ε μουσακά. Δεύτερο πιάτο ~εται κρέας βραστό. Το σάντουιτς ~εται με τηγανητές πατάτες. Πβ. βγάζω. 3. (μτφ.-προφ., αρνητ. συνυποδ.) παρουσιάζω κάτι ως αληθινό: Μας ~ε ένα ωραίο παραμύθι/μια κλασική δικαιολογία. Της ~ε μια ζωή γεμάτη ψέματα. ΣΥΝ. πλασάρω (2) 4. ΑΘΛ. (κυρ. στο βόλεϊ και το τένις) κάνω σερβίς: ~ουν οι γηπεδούχοι (ενν. τη μπάλα). [< μεσν. σερβίρω < βεν.-ιταλ. servir(e)] | |
| 45436 | σέρβις | σέρ-βις ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. περιοδικός έλεγχος μηχανημάτων ή συσκευών για τη συντήρηση και την καλή λειτουργία τους: απαραίτητο/δωρεάν/εξουσιοδοτημένο/ετήσιο/πλήρες ~. ~ αυτοκινήτων. ~ κλιματιστικού/ηλεκτρονικών υπολογιστών. 2. υπηρεσίες που προσφέρονται σε πελάτες: άθλιο/άψογο/εξαιρετικό/προσεγμένο ~. Ευγενικό και γρήγορο ~ σε εστιατόριο. Πρωινό ~ δωματίου (: σε ξενοδοχείο). Βλ. εξυπηρέτηση, σελφ σέρβις. [< αγγλ. service] | |
| 45437 | σερβίς | σερ-βίς ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο τένις, το βόλεϊ, το πινγκ πονγκ) η πρώτη βολή της μπάλας στην αντίπαλη περιοχή, με την έναρξη αγώνα ή φάσης: αποτελεσματικό/γρήγορο/δυνατό/δύσκολο/εύκολο/καλό/λάθος ~. Παίκτης που εκτελεί/κάνει ~. Πόντος από ~ (= άσος). [< γαλλ. service] | |
| 45438 | σερβιτόρος, σερβιτόρα | σερ-βι-τό-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): υπάλληλος εστιατορίου, καφετέριας, μπαρ, νυχτερινού κέντρου που σερβίρει τους πελάτες: Φώναξε τον ~ο. Ζήτησα από τον ~ο τον λογαριασμό. Βλ. αρχι~, τραπεζοκόμος. ΣΥΝ. γκαρσόνι [< ιταλ. servitore] | |
| 45439 | σερβίτσιο | σερ-βί-τσιο ουσ. (ουδ.): ολοκληρωμένο σύνολο από επιτραπέζια σκεύη με όμοιο διακοσμητικό σχέδιο και στιλ που έχουν ορισμένη χρήση· ειδικότ. τα σκεύη που χρειάζεται καθένας από τους συνδαιτυμόνες, για να φάει: ασημένιο/πορσελάνινο ~. ~ καφέ/τσαγιού/φαγητού. Πλήρες ~ πιάτων. ~ δέκα τεμαχίων. Πβ. πιατικά.|| Έβαλε δυο ~ια στο τραπέζι. [< μεσν. σερβίτσιο ‘έξυπηρέτηση, υπηρεσία’ < ιταλ. servizio] | |
| 45440 | σερβοκινητήρας | σερ-βο-κι-νη-τή-ρας ουσ. (αρσ.) & σερβομοτέρ (το): ΤΕΧΝΟΛ. κινητήρας που ρυθμίζει τη λειτουργία μηχανήματος σε συστήματα αυτόματου ελέγχου: ηλεκτρικοί/υδραυλικοί ~ες. Βλ. αεροκινητήρας. [< γαλλ. servomoteur] | |
| 45441 | σερβομηχανισμός | σερ-βο-μη-χα-νι-σμός ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. αυτόματο σύστημα που εκτελεί συγκεκριμένο πρόγραμμα, διατηρώντας την ισορροπία μεταξύ των οδηγιών που του έχουν δοθεί και των δράσεων που εκτελεί: γραμμικός/ηλεκτρικός/υδραυλικός/ψηφιακός ~. ~οί με έλεγχο θέσεως και ταχύτητας. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. servo-mechanism, 1926, γαλλ. servomécanisme, 1932] | |
| 45442 | σερβομοτέρ | βλ. σερβοκινητήρας | |
| 45443 | Σέρβος, Σέρβα | Σέρ-βος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Σερβία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη σερβική υπηκοότητα. [< μεσν. Σέρβος] | |
| 45444 | σερβοσύστημα | σερ-βο-σύ-στη-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα με σερβομηχανισμό. | |
| 45445 | σερβόφρενο | σερ-βό-φρε-νο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα που διευκολύνει τη λειτουργία των φρένων του αυτοκινήτου: υδραυλικά ~α. Βλ. αερόφρενα. [< γαλλ. servofrein, 1922] | |
| 45446 | σεργιάνι | σερ-γιά-νι ουσ. (ουδ.) & σεριάνι (λαϊκό-λογοτ.): βόλτα: απογευματινό/καλοκαιρινό ~. Έκανα ~. Βγήκε για/στο ~. Πβ. περίπατος, σουλάτσο, τσάρκα.|| (μτφ.) Μουσικό/χορευτικό ~. ~ στο διαδίκτυο (πβ. περιήγηση, σερφάρισμα). [< μεσν. σερ(γ)ιάνι < τουρκ. seyran] | |
| 45447 | σεργιανίζω | σερ-για-νί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σεργιάνι-σα} & σεριανίζω & σεργιανώ (λαϊκό-λογοτ.): βγαίνω για σεργιάνι, βολτάρω: ~ουν στους δρόμους. Πβ. σουλατσάρω.|| Με ~σε στη γειτονιά του. Πβ. κυκλοφορώ, ξεναγώ, περι-διαβάζω, -διαβαίνω, περπατώ. [< μεσν. σερ(γ)ιανίζω] | |
| 45448 | σεργιάνισμα | σερ-γιά-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): η ενέργεια του σεργιανίζω: ~ στα γραφικά σοκάκια του νησιού. Πβ. περι-διάβαση, -ήγηση, σουλατσάρισμα. Βλ. -ισμα. | |
| 45449 | σερενάτα | σε-ρε-νά-τα ουσ. (θηλ.) ΜΟΥΣ. 1. & σερενάδα: καντάδα. Βλ. νυχτωδία. 2. ενόργανο ή φωνητικό μελωδικό κομμάτι, που έχει γραφτεί κυρ. για πνευστά όργανα. [< ιταλ. serenata, γαλλ. sérénade] | |
| 45450 | σέρι | σέ-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λευκό ισπανικό κρασί, με προσθήκη μπράντι: γλυκό/ξηρό ~. Βλ. κονιάκ, πορτό. [< αγγλ. sherry] | |
| 45451 | σερί | σε-ρί επίρρ. (προφ.) 1. στη σειρά: Πήρε τα καταστήματα ~, για να βρει αυτό που θέλει. Κέρδιζε τα βραβεία ~.|| (ως επίθ.) Δεύτερη ~ ήττα (= συνεχόμενη). 2. συνεχώς, αδιάκοπα: Δουλεύει ~. ● Ουσ.: σερί (το) (προφ.): σειρά, ακολουθία: ~ αγώνων/νικών/... πόντων. Το ~ των επιτυχιών. Διακόπηκε το ανοδικό/πτωτικό ~ του χρηματιστηρίου. ● ΦΡ.: το πάω σερί (προφ.): για ενέργεια που γίνεται χωρίς διακοπή: Ξενύχτησα και είπα να ~ ~ για δουλειά. [< τουρκ. seri] | |
| 45452 | σερίνη | σε-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. κρυσταλλικό, μη απαραίτητο αμινοξύ (σύμβ. C3H7NO3) δομικό στοιχείο πολλών πρωτεϊνών: φωσφατιδική ~. Βλ. γλυκ-, κυστ-, τυροσ-ίνη. [< αγγλ. serine, γαλλ. sérine, 1901] | |
| 45453 | σερίφης | σε-ρί-φης ουσ. (αρσ.) 1. (στις ΗΠΑ) αιρετός διοικητικός αξιωματούχος με αστυνομική εξουσία και περιορισμένες δικαστικές δικαιοδοσίες: βοηθός ~η. 2. (στη Μεγάλη Βρετανία) ανώτερος διοικητικός και δικαστικός αξιωματούχος κομητείας. [< αμερικ.-αγγλ. sheriff, γαλλ. shérif] | |
| 45454 | σερμαγιά | σερ-μα-γιά ουσ. (θηλ.) & σιρμαγιά (λαϊκό): αρχικό κεφάλαιο, απαραίτητο για την έναρξη επιχείρησης· κατ' επέκτ. περιουσία: καλή/μεγάλη ~. Πβ. κομπόδεμα. [< μεσν. σερμαγια, σιρμαγιά > τουρκ. sermaye] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ