| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45445 | σερβόφρενο | σερ-βό-φρε-νο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα που διευκολύνει τη λειτουργία των φρένων του αυτοκινήτου: υδραυλικά ~α. Βλ. αερόφρενα. [< γαλλ. servofrein, 1922] | |
| 45446 | σεργιάνι | σερ-γιά-νι ουσ. (ουδ.) & σεριάνι (λαϊκό-λογοτ.): βόλτα: απογευματινό/καλοκαιρινό ~. Έκανα ~. Βγήκε για/στο ~. Πβ. περίπατος, σουλάτσο, τσάρκα.|| (μτφ.) Μουσικό/χορευτικό ~. ~ στο διαδίκτυο (πβ. περιήγηση, σερφάρισμα). [< μεσν. σερ(γ)ιάνι < τουρκ. seyran] | |
| 45447 | σεργιανίζω | σερ-για-νί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σεργιάνι-σα} & σεριανίζω & σεργιανώ (λαϊκό-λογοτ.): βγαίνω για σεργιάνι, βολτάρω: ~ουν στους δρόμους. Πβ. σουλατσάρω.|| Με ~σε στη γειτονιά του. Πβ. κυκλοφορώ, ξεναγώ, περι-διαβάζω, -διαβαίνω, περπατώ. [< μεσν. σερ(γ)ιανίζω] | |
| 45448 | σεργιάνισμα | σερ-γιά-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): η ενέργεια του σεργιανίζω: ~ στα γραφικά σοκάκια του νησιού. Πβ. περι-διάβαση, -ήγηση, σουλατσάρισμα. Βλ. -ισμα. | |
| 45449 | σερενάτα | σε-ρε-νά-τα ουσ. (θηλ.) ΜΟΥΣ. 1. & σερενάδα: καντάδα. Βλ. νυχτωδία. 2. ενόργανο ή φωνητικό μελωδικό κομμάτι, που έχει γραφτεί κυρ. για πνευστά όργανα. [< ιταλ. serenata, γαλλ. sérénade] | |
| 45450 | σέρι | σέ-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λευκό ισπανικό κρασί, με προσθήκη μπράντι: γλυκό/ξηρό ~. Βλ. κονιάκ, πορτό. [< αγγλ. sherry] | |
| 45451 | σερί | σε-ρί επίρρ. (προφ.) 1. στη σειρά: Πήρε τα καταστήματα ~, για να βρει αυτό που θέλει. Κέρδιζε τα βραβεία ~.|| (ως επίθ.) Δεύτερη ~ ήττα (= συνεχόμενη). 2. συνεχώς, αδιάκοπα: Δουλεύει ~. ● Ουσ.: σερί (το) (προφ.): σειρά, ακολουθία: ~ αγώνων/νικών/... πόντων. Το ~ των επιτυχιών. Διακόπηκε το ανοδικό/πτωτικό ~ του χρηματιστηρίου. ● ΦΡ.: το πάω σερί (προφ.): για ενέργεια που γίνεται χωρίς διακοπή: Ξενύχτησα και είπα να ~ ~ για δουλειά. [< τουρκ. seri] | |
| 45452 | σερίνη | σε-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. κρυσταλλικό, μη απαραίτητο αμινοξύ (σύμβ. C3H7NO3) δομικό στοιχείο πολλών πρωτεϊνών: φωσφατιδική ~. Βλ. γλυκ-, κυστ-, τυροσ-ίνη. [< αγγλ. serine, γαλλ. sérine, 1901] | |
| 45453 | σερίφης | σε-ρί-φης ουσ. (αρσ.) 1. (στις ΗΠΑ) αιρετός διοικητικός αξιωματούχος με αστυνομική εξουσία και περιορισμένες δικαστικές δικαιοδοσίες: βοηθός ~η. 2. (στη Μεγάλη Βρετανία) ανώτερος διοικητικός και δικαστικός αξιωματούχος κομητείας. [< αμερικ.-αγγλ. sheriff, γαλλ. shérif] | |
| 45454 | σερμαγιά | σερ-μα-γιά ουσ. (θηλ.) & σιρμαγιά (λαϊκό): αρχικό κεφάλαιο, απαραίτητο για την έναρξη επιχείρησης· κατ' επέκτ. περιουσία: καλή/μεγάλη ~. Πβ. κομπόδεμα. [< μεσν. σερμαγια, σιρμαγιά > τουρκ. sermaye] | |
| 45455 | σερμπέτι | σερ-μπέ-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.) 1. ζαχαρούχο αρωματικό ποτό. 2. (γενικότ.) καθετί πάρα πολύ γλυκό: καφές ~ (= πετιμέζι).|| (μτφ.) Στάζει ~ια (= γλυκόλογα). Πβ. σιρόπια. [< τουρκ. şerbet] | |
| 45456 | σερνάμενος | , η, ο σερ-νά-με-νος επίθ. (λαϊκό): που σέρνεται, περπατά με δυσκολία: (για πρόσ.) ~ στα γόνατα.|| ~ο: βήμα. | |
| 45457 | σερνικοβότανο | σερ-νι-κο-βό-τα-νο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): βότανο, η λήψη του οποίου, σύμφωνα με τις λαϊκές αντιλήψεις, συμβάλλει στη γέννηση αγοριών. Βλ. μανδραγόρας. | |
| 45458 | σερνικοθήλυκος | , η, ο βλ. αρσενικοθήλυκος | |
| 45459 | σερνικός | , ή/ιά, ό βλ. αρσενικός | |
| 45460 | σέρνω | σέρ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσυρα, σύρει, σύρ-θηκα, -θεί, -μένος, σέρν-οντας} & (επίσ.) σύρω & (λαϊκό) σούρνω 1. μετακινώ κάτι που είναι σε διαρκή επαφή με το έδαφος ή το δάπεδο, συχνά με δύναμη ή δυσκολία: Μη ~εις τον καναπέ/τις παντόφλες σου (πβ. σβαρνίζω). Έσερνε τη βαλίτσα/το καρότσι της. Βλ. παρασύρω.|| (ειδικότ., για υπολογιστή) Σύρουμε το ποντίκι αριστερά/δεξιά. ~ τον κέρσορα. 2. (μτφ.) τραβώ κάποιον, τον οδηγώ κάπου παρά τη θέλησή του ή τον υποχρεώνω να κάνει κάτι: Τη ~ει από τα μαλλιά. Τον έσυρε έξω από το σπίτι/προς την πόρτα. Με ~ουν στο κρατητήριο/στο Τμήμα. ~θηκε στα δικαστήρια.|| Τον έσυραν να καταθέσει. ~θηκε σε δίκη/παραίτηση. Η χώρα σύρεται σε εκλογές. Βλ. διασύρω. ● σύρατε: συνήθ. ως επιγραφή σε εισόδους με συρόμενη πόρτα. ΑΝΤ. έλξατε., σύρε (λαϊκό): πήγαινε: ~ να ... ~ στο καλό. Πβ. άντε. ● Παθ.: σέρνομαι 1. κινούμαι, μετακινούμαι έρποντας: Τραυματισμένος ~θηκε μέχρι/ως την πόρτα. ~εται (= κυλιέται) στις λάσπες/στα χώματα. Tο φίδι σερνόταν στο έδαφος. Η κουρτίνα ~εται (: ακουμπά στο πάτωμα). 2. (μτφ.-προφ.) περπατώ ή περιφέρομαι αργά, χωρίς σκοπό και διάθεση, συνήθ. από κούραση: Είμαι τόσο κουρασμένη που ~. Σερνόμουν από καρέκλα σε καρέκλα/από τη νύστα. ~ όλη μέρα σήμερα (= είμαι εξαντλημένος). Σερνόταν στους δρόμους.|| (στον αθλητισμό) Η ομάδα/ο παίκτης σερνόταν στο γήπεδο. ΑΝΤ. πετώ. 3. {μόνο στο γ' πρόσ.} (μτφ.-προφ.) για συσκευή, σύστημα με ελαττωματική λειτουργία: Ο υπολογιστής/η σύνδεση ~εται. 4. {μόνο στο γ' πρόσ.} (προφ., για αρρώστια) κυκλοφορεί, μεταδίδεται: ~εται γρίπη/ίωση.|| (κατ' επέκτ.) ~εται η αβεβαιότητα/απειλή. 5. {μόνο στο γ' πρόσ.} χρονίζει, διαρκεί πολύ: Σωρεία εκκρεμοτήτων που ~ονται (: τραβούν σε μάκρος). ● Μτχ.: συρόμενος , η, ο: που σύρεται: ~ος: αναβατήρας (για σκι)/απορροφητήρας/διακόπτης/καναπές/μηχανισμός. ~η: άγκυρα (= τελεσκί)/βάση/επιφάνεια/καγκελόπορτα/κατασκευή/μπαλκονόπορτα/ντουλάπα/οροφή/πόρτα. ~ο: κούφωμα/κρεβάτι/ράφι/παράθυρο/πληκτρολόγιο. Κινητό τηλέφωνο με ~η πρόσοψη. Πβ. συρταρωτός, συρτός. ● ΦΡ.: (τα) σούρνω/σέρνω (σε κάποιον) & (σπάν.) σέρνω (σε κάποιον) όσα σέρνει η σκούπα (λαϊκό): τον επικρίνω ή τον βρίζω: Μου έσουρε τα χίλια μύρια., σέρνω μαζί μου (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): φέρνω, κουβαλώ: Ποιος είναι αυτός που ~ει ~ της;, σέρνω τα πόδια/τα βήματά μου (προφ.): μετακινούμαι αργά και με δυσκολία ή απροθυμία: ~ ~ από κούραση και απογοήτευση.|| (μτφ.) ~ουν τα πόδια τους στο ζήτημα των μεταρρυθμίσεων. Πβ. κωλυσιεργώ. [< γαλλ. traîner les pieds/pas] , σέρνω τον χορό 1. έχω την πρώτη θέση σε κυκλικό κυρ. παραδοσιακό χορό και οδηγώ τους άλλους χορευτές. 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) είμαι επικεφαλής, πρωτοστατώ: Οι νέοι ~ουν ~ της ανεργίας (: αποτελούν τους περισσότερους ανέργους).|| Το ψέμα ~ει ~ (= κυριαρχεί)., σέρνω/σύρω φωνή (λαϊκό): φωνάζω πολύ δυνατά, κραυγάζω. , ακούω/ψέλνω/σέρνω σε κάποιον τον αναβαλλόμενο βλ. αναβαλλόμενος, δεν μπορώ να πάρω/σύρω τα πόδια μου βλ. πόδι, δένομαι/προσδένομαι/σέρνομαι πίσω από το/στο άρμα (κάποιου) βλ. άρμα, πάω/σέρνω (κάποιον) καροτσάκι βλ. καρότσι, πέφτω στα γόνατα βλ. γόνατο, ρίχνομαι/πέφτω/σέρνομαι στα πόδια (κάποιου) βλ. πόδι, σέρνω/τραβώ κάποιον από τη μύτη βλ. μύτη [< αρχ. σύρω, μεσν. σέρνω, γαλλ. traîner] | |
| 45461 | σεροτονίνη | σε-ρο-το-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. αμίνη νευροδιαβιβαστής (σύμβ. C10H12N2O)που βρίσκεται κυρ. στο κεντρικό νευρικό σύστημα και τον γαστρεντερικό σωλήνα, λειτουργεί ως αγγειοσυσπαστικό, ρυθμίζει την κινητικότητα του εντέρου και σχετίζεται με τη νευρική διέγερση, την ψυχική διάθεση, τον έλεγχο του πόνου και του ύπνου. Βλ. -ίνη, μελατονίνη, τρυπτοφάνη. [< αγγλ. serotonin, 1948, γαλλ. sérotonine, μετά το 1948] | |
| 45462 | σέρουμ | σέ-ρουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ορός που χρησιμοποιείται ως προϊόν καλλυντικής περιποίησης: αντιγηραντικό ~. ~ μαλλιών/ματιών/προσώπου/σώματος. ~ ενυδάτωσης/λάμψης. Βλ. βιοϋλικά, κολλαγόνο, υαλουρονικό οξύ. [< γαλλ. sérum] | |
| 45463 | σερπαντίνα | σερ-πα-ντί-να ουσ. (θηλ.) 1. λεπτή, στενή και χρωματιστή ταινία από χαρτί, τυλιγμένη σε ρολό, που ξετυλίγεται καθώς την πετούν στον αέρα συνήθ. οι μασκαράδες την περίοδο του καρναβαλιού: αποκριάτικη ~. Βλ. κομφετί. 2. ΤΕΧΝΟΛ. σπείρωμα σε συσκευές θέρμανσης, κλιματισμού, απόσταξης ή στον μηχανισμό πίσω από το τιμόνι των οχημάτων: ~ τζακιού/ψύξης. Μπόιλερ με ενσωματωμένη ανοξείδωτη ~. [< γαλλ. serpentin] | |
| 45464 | σερπεντίνης | σερ-πε-ντί-νης ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό που βρίσκεται σε πυριγενή και μεταμορφωμένα πετρώματα και έχει συνήθ. πράσινο χρώμα: Ο ~ προκύπτει κυρίως από τον ολιβίνη. Βλ. οφιόλιθος. [< γαλλ. serpentine· πβ. μεσν. σερπεντίνα < ιταλ. serpentina] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ