| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45465 | σερπετό | βλ. ερπετό | |
| 45466 | σερραϊκός | , ή, ό σερ-ρα-ϊ-κός επίθ. & (προφ.) σερραίικος, η, ο: που σχετίζεται με τις Σέρρες ή/και τους Σερραίους. | |
| 45467 | Σερραίος, Σερραία | [Σερραῖος] Σερ-ραί-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τις Σέρρες. | |
| 45468 | σερσέμης | σερ-σέ-μης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) : χαζός, κουτός. ΣΥΝ. μάπας, μπουνταλάς (1) [< τουρκ. sersem] | |
| 45469 | σέρτικος | , η, ο σέρ-τι-κος επίθ. (λαϊκό) 1. (για τσιγάρο) βαρύς, δυνατός. 2. (σπάν.) (για πρόσ. ή συμπεριφορά) οξύθυμος, ευέξαπτος: βαρύθυμοι και ~οι. [< τουρκ. sert] | |
| 45470 | σερφ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. επίπεδη σανίδα του σέρφινγκ· ιστιοσανίδα. Πβ. γουίντ~. 2. ΑΘΛ. (συνεκδ.) σέρφινγκ: πρωταθλητής του ~. 3. ΔΙΑΔΙΚΤ. σερφάρισμα: ασφαλές ~ στο διαδίκτυο. Πβ. περι-, πλο-ήγηση. [< αμερικ. surf] | |
| 45471 | σερφάρισμα | σερ-φά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σερφάρω: (ΔΙΑΔΙΚΤ.) αποτελεσματικό/ασφαλές/γρήγορο/δωρεάν ~ στο ίντερνετ.|| (σπάν. ΑΘΛ.) Θαλάσσιο ~. Βλ. -ισμα. | |
| 45472 | σερφάρω | σερ-φά-ρω ρ. (αμτβ.) {σέρφαρ-α κ. σερφάρ-ισα, σερφάρ-οντας} 1. ΔΙΑΔΙΚΤ. περιηγούμαι: ~ στο ίντερνετ. ~ουν στις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης. 2. ΑΘΛ. κάνω σέρφινγκ. [< 1: αμερικ. surf, 1992, 2: αμερικ. ~, 1926] | |
| 45473 | σέρφερ | σέρ-φερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. ΑΘΛ. αθλητής του σέρφινγκ. ΣΥΝ. σερφίστας 2. ΔΙΑΔΙΚΤ. αυτός που σερφάρει στο διαδίκτυο. [< 1: αμερικ. surfer, 1955, 2: αμερικ. ~, 1992] | |
| 45474 | σέρφινγκ | σέρ-φινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. θαλάσσιο ψυχαγωγικό ή αγωνιστικό άθλημα κατά το οποίο ο αθλητής, ισορροπώντας πάνω σε ειδική σανίδα ή ιστιοσανίδα, πλέει στην κορυφή των κυμάτων. Πβ. γουίντ σέρφινγκ. Βλ. ιστιοπλοΐα, κωπηλασία. ΣΥΝ. κυματοδρομία, σερφ (2) [< αγγλ. surfing, 1926] | |
| 45475 | σερφίστας | σερ-φί-στας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. σερφίστρια} (προφ.): ΑΘΛ. σέρφερ: έμπειρος/καταξιωμένος/κορυφαίος ~. Βλ. -ίστας. [< πβ. ιταλ. surfista, 1964] | |
| 45476 | ΣΕΣ | : (η) Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων. | |
| 45477 | σεσημασμένος | , η, ο σε-ση-μα-σμέ-νος επίθ. (επίσ.) 1. (για κακοποιό) που έχει συλληφθεί τουλάχιστο μία φορά από τις αστυνομικές Αρχές και η Σήμανση έχει καταχωρήσει τα δακτυλικά του αποτυπώματα, φωτογραφίες και άλλα στοιχεία: ~ος: απαγωγέας/απατεώνας/εγκληματίας. 2. (σπανιότ.) που έχει σημανθεί: ραδιενεργά ~ο μόριο DNA/οξυγόνο. Ναρκοπέδιο ~ο με πινακίδες. ● βλ. σημαίνει [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. σημαίνω, γαλλ. marqué] | |
| 45478 | σέσκουλο | σέ-σκου-λο ουσ. (ουδ.) & σέσκλο: ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Beta vulgaris cicla) με πλατιά, γυαλιστερά και εδώδιμα φύλλα. Βλ. λάχανο, μαρούλι, τεύτλο. [< μεσν. *σεύκλον] | |
| 45479 | ΣΕΣΟ | (το): Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών. Πβ. πόιντ σύστεμ. | |
| 45480 | σεσουάρ | σε-σου-άρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: φορητή ηλεκτρική συσκευή που βγάζει θερμό ή ψυχρό αέρα για το στέγνωμα και φορμάρισμα των μαλλιών: επαγγελματικό ~. ~ ταξιδίου (με πτυσσόμενη χειρολαβή). ΣΥΝ. πιστολάκι (1), στεγνωτήρας μαλλιών [< γαλλ. séchoir (à cheveux), 1907] | |
| 45481 | σέσουλα | σέ-σου-λα ουσ. (θηλ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: με τη σέσουλα (προφ.): σε μεγάλη ποσότητα, πάρα πολύ: κέρδη/υποσχέσεις ~ ~. Παίρνει φάρμακα ~ ~ (= ένα σωρό). Καταναλώνουν/ξοδεύουν ~ ~. Πβ. αβέρτα, με το κιλό. ΑΝΤ. με το σταγονόμετρο, λεφτά με τη σέσουλα/με το τσουβάλι/με (την) ουρά βλ. λεφτά [< ιταλ. sessola] | |
| 45482 | σεστέτο | βλ. σεξτέτο | |
| 45483 | σετ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. παρόμοια ή όμοια πράγματα που αποτελούν ένα σύνολο και χρησιμοποιούνται μαζί: ένα/δύο ~ επιβίωσης/επίπλων/κοσμημάτων (: περιδέραιο, βραχιόλι, σκουλαρίκια, δαχτυλίδι)/μακιγιάζ/ποτηριών. ~ μπλούζα-παντελόνι. ~ από σεντόνια και παπλώματα. 2. ΑΘΛ. καθένα από τα μέρη αγώνα τένις, βόλεϊ ή πινγκ πονγκ: Έχασε/κέρδισε το πρώτο ~. Νίκη με 3-2 ~. ~-μπολ (: που κρίνει τον νικητή του ~). ● Υποκ.: σετάκι (το): στη σημ. 1. [< αγγλ. set] | |
| 45484 | σέτερ | σέ-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. ράτσα κυνηγετικού σκύλου με ιδιαίτερη ικανότητα στον εντοπισμό του θηράματος, πυκνό, απαλό τρίχωμα και κρεμαστά αυτιά: αγγλικό/ιρλανδικό ~. Βλ. κανίς, κόκερ, κόλεϊ, πεκινουά, πόιντερ. [< αγγλ. setter] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ