Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [46020-46040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45475σερφίσταςσερ-φί-στας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. σερφίστρια} (προφ.): ΑΘΛ. σέρφερ: έμπειρος/καταξιωμένος/κορυφαίος ~. Βλ. -ίστας. [< πβ. ιταλ. surfista, 1964]
45476ΣΕΣ: (η) Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων.
45477σεσημασμένος, η, ο σε-ση-μα-σμέ-νος επίθ. (επίσ.) 1. (για κακοποιό) που έχει συλληφθεί τουλάχιστο μία φορά από τις αστυνομικές Αρχές και η Σήμανση έχει καταχωρήσει τα δακτυλικά του αποτυπώματα, φωτογραφίες και άλλα στοιχεία: ~ος: απαγωγέας/απατεώνας/εγκληματίας. 2. (σπανιότ.) που έχει σημανθεί: ραδιενεργά ~ο μόριο DNA/οξυγόνο. Ναρκοπέδιο ~ο με πινακίδες. ● βλ. σημαίνει [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. σημαίνω, γαλλ. marqué]
45478σέσκουλοσέ-σκου-λο ουσ. (ουδ.) & σέσκλο: ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Beta vulgaris cicla) με πλατιά, γυαλιστερά και εδώδιμα φύλλα. Βλ. λάχανο, μαρούλι, τεύτλο. [< μεσν. *σεύκλον]
45479ΣΕΣΟ(το): Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών. Πβ. πόιντ σύστεμ.
45480σεσουάρσε-σου-άρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: φορητή ηλεκτρική συσκευή που βγάζει θερμό ή ψυχρό αέρα για το στέγνωμα και φορμάρισμα των μαλλιών: επαγγελματικό ~. ~ ταξιδίου (με πτυσσόμενη χειρολαβή). ΣΥΝ. πιστολάκι (1), στεγνωτήρας μαλλιών [< γαλλ. séchoir (à cheveux), 1907]
45481σέσουλασέ-σου-λα ουσ. (θηλ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: με τη σέσουλα (προφ.): σε μεγάλη ποσότητα, πάρα πολύ: κέρδη/υποσχέσεις ~ ~. Παίρνει φάρμακα ~ ~ (= ένα σωρό). Καταναλώνουν/ξοδεύουν ~ ~. Πβ. αβέρτα, με το κιλό. ΑΝΤ. με το σταγονόμετρο, λεφτά με τη σέσουλα/με το τσουβάλι/με (την) ουρά βλ. λεφτά [< ιταλ. sessola]
45482σεστέτοβλ. σεξτέτο
45483σετουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. παρόμοια ή όμοια πράγματα που αποτελούν ένα σύνολο και χρησιμοποιούνται μαζί: ένα/δύο ~ επιβίωσης/επίπλων/κοσμημάτων (: περιδέραιο, βραχιόλι, σκουλαρίκια, δαχτυλίδι)/μακιγιάζ/ποτηριών. ~ μπλούζα-παντελόνι. ~ από σεντόνια και παπλώματα. 2. ΑΘΛ. καθένα από τα μέρη αγώνα τένις, βόλεϊ ή πινγκ πονγκ: Έχασε/κέρδισε το πρώτο ~. Νίκη με 3-2 ~. ~-μπολ (: που κρίνει τον νικητή του ~). ● Υποκ.: σετάκι (το): στη σημ. 1. [< αγγλ. set]
45484σέτερσέ-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. ράτσα κυνηγετικού σκύλου με ιδιαίτερη ικανότητα στον εντοπισμό του θηράματος, πυκνό, απαλό τρίχωμα και κρεμαστά αυτιά: αγγλικό/ιρλανδικό ~. Βλ. κανίς, κόκερ, κόλεϊ, πεκινουά, πόιντερ. [< αγγλ. setter]
45485ΣΕΥΠ(η): Σχολή Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας (στα AΤΕΙ).
45486σεφουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: αρχιμάγειρας ξενοδοχείου ή εστιατορίου: επαγγελματίας ~. Τηλεοπτικός ~ (= τηλεμάγειρας). ~ ελληνικής και διεθνούς κουζίνας. Βοηθός ~. Σπαγγέτι του ~. Ο σκούφος του ~. Ο ~ προτείνει ... ● ΣΥΜΠΛ.: σαλάτα του σεφ βλ. σαλάτα [< γαλλ. chef]
45487σεφλέρασε-φλέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος τροπικών φυτών (οικογ. Araliaceae) που είναι θαμνώδη ή δενδρώδη, έχουν γυαλιστερά φύλλα και καλλιεργούνται ως καλλωπιστικά. Βλ. αράλια. [< αγγλ. schefflera, 1953, γερμ. ανθρ. J. C. Scheffler]
45488σεφταλιάσε-φτα-λιά ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. παραδοσιακό κυπριακό φαγητό από αρνίσια μπόλια στην οποία τυλίγεται μείγμα από κιμά και μυρωδικά. Βλ. χαλούμι. [< τουρκ. şeftali ‘ποικιλία ροδάκινου’ (kebabı)]
45489σεφτέςσε-φτές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): (για έμπορο) η πρώτη αγοραπωλησία της ημέρας και τα χρήματα που εισπράττονται από αυτή: καλός ~.|| (μτφ.) Έκανε ~έ στα γκολ/στις νίκες. Πβ. ποδαρικό. Βλ. γούρι, -ές. [< τουρκ. siftah]
45490σέχτασέ-χτα ουσ. (θηλ.) & σέκτα: μικρή και οργανωμένη, συνήθ. αποσχιστική, θρησκευτική ή πολιτική ομάδα ανθρώπων που τη χαρακτηρίζει συνοχή και δογματισμός: αιρετική ~. Μέλη ~ας. Γνωστικές/επαναστατικές ~ες. Βλ. φράξια. [< γαλλ. secte]
45491σεχταρισμόςσε-χτα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) & σεκταρισμός: τυφλή προσκόλληση στις αρχές σέχτας, δογματισμός, μισαλλοδοξία, συνήθ. σε θρησκευτικό ή πολιτικό επίπεδο. Πβ. αδιαλλαξία, φανατισμός. Βλ. -ισμός, αιρετικότητα. [< γαλλ. sectarisme]
45492σεχταριστήςσε-χτα-ρι-στής ουσ. (αρσ.) & σεκταριστής: οπαδός ή μέλος σέχτας· κατ' επέκτ. δογματικός και αδιάλλακτος οπαδός διασπαστικών, θρησκευτικών ή πολιτικών, αντιλήψεων. [< γαλλ. sectateur]
45493σεχταριστικός, ή, ό σε-χτα-ρι-στι-κός επίθ. & σεκταριστικός: που σχετίζεται με τον σεχταρισμό ή τον σεχταριστή: ~ός: δογματισμός. [< γαλλ. sectaire]
45495σηκόςση-κός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. (στην κλασική αρχιτεκτονική) ο κύριος εσωτερικός χώρος αρχαίου ελληνικού ή ρωμαϊκού ναού, όπου βρισκόταν το άγαλμα της θεότητας στην οποία ήταν αφιερωμένος: ορθογώνιος ~. Βλ. άδυτο, οπισθό-, πρό-δομος. 2. (συνεκδ.) κοίλωμα τοίχου στο οποίο τοποθετούσαν άγαλμα ή αγγείο: αψιδωτός ~. Βλ. αχιβάδα. [< αρχ. σηκός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.