Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46040-46060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45485ΣΕΥΠ(η): Σχολή Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας (στα AΤΕΙ).
45486σεφουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: αρχιμάγειρας ξενοδοχείου ή εστιατορίου: επαγγελματίας ~. Τηλεοπτικός ~ (= τηλεμάγειρας). ~ ελληνικής και διεθνούς κουζίνας. Βοηθός ~. Σπαγγέτι του ~. Ο σκούφος του ~. Ο ~ προτείνει ... ● ΣΥΜΠΛ.: σαλάτα του σεφ βλ. σαλάτα [< γαλλ. chef]
45487σεφλέρασε-φλέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος τροπικών φυτών (οικογ. Araliaceae) που είναι θαμνώδη ή δενδρώδη, έχουν γυαλιστερά φύλλα και καλλιεργούνται ως καλλωπιστικά. Βλ. αράλια. [< αγγλ. schefflera, 1953, γερμ. ανθρ. J. C. Scheffler]
45488σεφταλιάσε-φτα-λιά ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. παραδοσιακό κυπριακό φαγητό από αρνίσια μπόλια στην οποία τυλίγεται μείγμα από κιμά και μυρωδικά. Βλ. χαλούμι. [< τουρκ. şeftali ‘ποικιλία ροδάκινου’ (kebabı)]
45489σεφτέςσε-φτές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): (για έμπορο) η πρώτη αγοραπωλησία της ημέρας και τα χρήματα που εισπράττονται από αυτή: καλός ~.|| (μτφ.) Έκανε ~έ στα γκολ/στις νίκες. Πβ. ποδαρικό. Βλ. γούρι, -ές. [< τουρκ. siftah]
45490σέχτασέ-χτα ουσ. (θηλ.) & σέκτα: μικρή και οργανωμένη, συνήθ. αποσχιστική, θρησκευτική ή πολιτική ομάδα ανθρώπων που τη χαρακτηρίζει συνοχή και δογματισμός: αιρετική ~. Μέλη ~ας. Γνωστικές/επαναστατικές ~ες. Βλ. φράξια. [< γαλλ. secte]
45491σεχταρισμόςσε-χτα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) & σεκταρισμός: τυφλή προσκόλληση στις αρχές σέχτας, δογματισμός, μισαλλοδοξία, συνήθ. σε θρησκευτικό ή πολιτικό επίπεδο. Πβ. αδιαλλαξία, φανατισμός. Βλ. -ισμός, αιρετικότητα. [< γαλλ. sectarisme]
45492σεχταριστήςσε-χτα-ρι-στής ουσ. (αρσ.) & σεκταριστής: οπαδός ή μέλος σέχτας· κατ' επέκτ. δογματικός και αδιάλλακτος οπαδός διασπαστικών, θρησκευτικών ή πολιτικών, αντιλήψεων. [< γαλλ. sectateur]
45493σεχταριστικός, ή, ό σε-χτα-ρι-στι-κός επίθ. & σεκταριστικός: που σχετίζεται με τον σεχταρισμό ή τον σεχταριστή: ~ός: δογματισμός. [< γαλλ. sectaire]
45495σηκόςση-κός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. (στην κλασική αρχιτεκτονική) ο κύριος εσωτερικός χώρος αρχαίου ελληνικού ή ρωμαϊκού ναού, όπου βρισκόταν το άγαλμα της θεότητας στην οποία ήταν αφιερωμένος: ορθογώνιος ~. Βλ. άδυτο, οπισθό-, πρό-δομος. 2. (συνεκδ.) κοίλωμα τοίχου στο οποίο τοποθετούσαν άγαλμα ή αγγείο: αψιδωτός ~. Βλ. αχιβάδα. [< αρχ. σηκός]
45496σήκωμασή-κω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σηκώνω: το ~ της αυλαίας/του κεφαλιού/του χεριού/των ώμων (πβ. ανύψωση). Πρωινό ~ από το κρεβάτι (πβ. έγερση, ξύπνημα). Τα μανίκια χρειάζονται λίγο ~ (πβ. ανέβασμα, μάζεμα). [< αρχ. σήκωμα, γαλλ. lever]
45497σηκωμάραση-κω-μά-ρα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (αργκό): στύση: Έχει ~ες. ΣΥΝ. καύλα (1)
45498σηκωμένος, η, ο ση-κω-μέ-νος επίθ.: που έχει σηκωθεί, υψωθεί: ~ος: γιακάς. Πανηγύρισε με ~η τη γροθιά του. Κρατάω ~ο το ακουστικό. ● ΦΡ.: (με/χωρίς) σηκωμένη μύτη (μτφ.) : με/χωρίς αλαζονεία: Αγωνίστηκε με τουπέ και ~ ~. Προσιτός, χωρίς ~ ~, ήταν ένας άνθρωπος του λαού.
45499σηκωμόςση-κω-μός ουσ. (αρσ.) 1. (λογοτ.) επανάσταση: ο μεγάλος ~/ο ~ του Γένους (: το 1821). Πβ. εξέγερση, ξε~. 2. (οικ.) ξύπνημα: Δεν θα έχεις ~ό αύριο. Πβ. έγερση. [< μεσν. σηκωμός]
45500σηκώνωση-κώ-νω ρ. (μτβ.) {σήκω-σα, σηκώ-θηκα, -μένος, προστ. αορ. σήκω, σηκωθείτε, σηκών-οντας} 1. μετακινώ κάτι σε υψηλότερο σημείο· κινώ προς τα πάνω, υψώνω, ανεβάζω: ~ το ακουστικό/τηλέφωνο. Μη ~εις βάρος (πβ. βαστώ, κρατώ). Πόσα κιλά μπορείς να ~σεις; ~σε τη βαλίτσα. ~σε από κάτω μια πέτρα. ~θηκαν (= απογειώθηκαν) τα αεροσκάφη/ελικόπτερα.|| ~ την ασφάλεια/τον μοχλό/την τέντα (: την τυλίγω προς τα πάνω)/το χειρόφρενο. ~σε το χέρι του, για να ζητήσει τον λόγο. ~σε το βλέμμα/τα μάτια της στον ουρανό (πβ. στρέφω). Είχε ~σει το πόδι του από το γκάζι. ~ομαι στις μύτες των ποδιών.|| ~θηκαν άγρια και απειλητικά κύματα. Ο ήλιος είχε ~θεί ψηλά. ΑΝΤ. κατεβάζω (1) 2. (προφ.) κάνω κάποιον να σταθεί όρθιος· ξυπνώ· (για εκπαιδευτικό) εξετάζω μαθητή: Ο προπονητής ~σε τους αναπληρωματικούς για ζέσταμα. Τους ~σε από το τραπέζι. Μη ~εσαι! Σήκω να χορέψεις! ~θηκε από τη θέση του/και τον ακολούθησε/να φύγει. (για ζώο) Η αρκούδα ~θηκε στα πισινά της πόδια.|| (ειδικότ.) Μας ~σε από τον καναπέ (: μας υποχρέωσε να δραστηριοποιηθούμε).|| Την ~σε από τον ύπνο. Τι ώρα ~εσαι το πρωί;|| Ο δάσκαλος με ~σε στο μάθημα/στον πίνακα. ΑΝΤ. ξαπλώνω (3) 3. (μτφ., για αναστάτωση, ταραχή) προκαλώ: Η δήλωσή του ~σε θύελλα αντιδράσεων/διαμαρτυριών. ~θηκε κύμα εξεγέρσεων εναντίον ... Πβ. δημιουργώ, ξε~. 4. (μτφ.) αναλαμβάνω κάτι δύσκολο, επωμίζομαι: ~ει την ευθύνη. ~σε το βάρος του αγώνα/της ενοχής. 5. (μτφ.) αντέχω: Δεν τα ~ τα ξενύχτια/φάρμακα.|| (κυριολ. για υλική κατασκευή) Γέφυρα που μπορεί να ~σει μέχρι δύο τόνους βάρος. Τα δοκάρια ~ουν (= στηρίζουν, υποβαστάζουν) την πλάκα (της οικοδομής). 6. (προφ.) ανέχομαι, υπομένω, δέχομαι: Δεν ~ει άλλο την κοροϊδία. Δεν ~ αντίρρηση/αστεία/κουβέντα/προσβολές. Πβ. επιτρέπω. 7. (προφ.) κλέβω: ~σαν δέκα χιλιάδες ευρώ. Τα ~σαν όλα οι διαρρήκτες. Πβ. αρπάζω, κατακλέβω. 8. (προφ.) κάνω ανάληψη: ~σε όλα τα λεφτά από τον λογαριασμό της. Είχε ~σει τις καταθέσεις του από την τράπεζα. 9. (προφ.) χτίζω, οικοδομώ, κατασκευάζω: ~σε πέντε ορόφους. (για κατασκευαστή:) ~ει πολυκατοικίες. Πβ. υψώνω. 10. (προφ.) μαζεύω: Έχουν ~σει το τραπέζι/τα χαλιά. Πβ. ξεστρώνω. ΑΝΤ. στρώνω (1) ● σηκώνει (προφ.-μτφ.) 1. επιδέχεται, αφήνει περιθώριο για κάτι: Πρόταση που ~ (= χωρά) πολλή σκέψη. Το ζήτημα δεν ~ αναβολή/καθυστέρηση. 2. απαιτεί, καθιστά απαραίτητο (κάτι): Η υπόθεση ~ καφέ/ποτό/τσιγάρο.|| Η κατάσταση του τραυματία ~ ακόμη και χειρουργείο. ● Παθ.: σηκώνομαι 1. {μόνο στο γ' εν.} (για φυσικό φαινόμενο που) αρχίζει να γίνεται έντονα αισθητό: ~θηκε αέρας/θύελλα/τρικυμία. Είχε ~θεί ομίχλη. 2. (μτφ.-προφ.) συνέρχομαι από ασθένεια: ~θηκε από την αρρώστια (= αποθεραπεύτηκε). 3. (μτφ.-προφ.-παλαιότ.) ξεσηκώνομαι, επαναστατώ. ● ΦΡ.: (ανα)σηκώνει τους ώμους/τις πλάτες (του): ως ένδειξη άγνοιας, αδιαφορίας: ~ ~ αμήχανα. ~σε ~ με απορία., δεν σηκώνω κεφάλι (προφ.): για να δηλωθεί η αφοσίωση σε κάτι, η εντατική ενασχόληση με κάτι: ~ ~ (= απορροφώμαι) από το βιβλίο. Δεν ~ει ~, δουλεύει απο το πρωί μέχρι το βράδυ., μου σηκώνεται (προφ.): διεγείρομαι, έχω στύση. Πβ. καυλώνω. ΑΝΤ. μου πέφτει, σήκω εσύ, να κάτσω εγώ (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): για την προσπάθεια κάποιου να καταλάβει θέση, αξίωμα που ανήκει σε άλλον., σηκώθηκαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι ο ιεραρχικά κατώτερος εκφράζει αμφισβήτηση ή εναντίωση προς τον ανώτερό του., σηκώνει (πολύ) νερό (μτφ.-προφ.): για κάτι σχετικό ή ασαφές, που επιδέχεται (πολλή) συζήτηση, ανάλυση και διαφορετικές ερμηνείες: Έννοια/θέμα/μεγάλη κουβέντα που ~ ~. , σηκώνει (τη) μύτη (μτφ.-προφ.): φέρεται αλαζονικά: Παρά τις επιτυχίες του, ποτέ δεν ~σε ~. Πβ. έχει ψηλά τη μύτη., σηκώνει στην πλάτη/στις πλάτες του (μτφ.): για ευθύνη που αναλαμβάνει, επωμίζεται κάποιος: ~ ~ τα οικονομικά βάρη/τα χρέη. Πβ. στην καμπούρα (κάποιου)., σηκώνει/ανεβάζει (την) αυλαία & ανοίγει/σηκώνεται η αυλαία: για να δηλωθεί έναρξη παράστασης, σειράς παραστάσεων ή γενικότ. θεάματος, εκδήλωσης, διαδικασίας: Το καρναβάλι/φεστιβάλ σηκώνει/ανεβάζει την ~ του.|| Σηκώνεται ~ της 1ης αγωνιστικής. Ανοίγει ~ του διαλόγου/των συνομιλιών. ΑΝΤ. κλείνει/πέφτει η αυλαία. [< γαλλ. lever le rideau] , σηκώνομαι και φεύγω (εμφατ.): φεύγω από κάπου (έναν χώρο, μια επαγγελματική θέση): ~ ~ βιαστικός.|| Μόλις τελειώσει το συμβόλαιό μου, θα σηκωθώ και θα φύγω (βλ. τα βρόντηξε). Αν δεν σου αρέσει, σήκω και φύγε. , σηκώνω κεφάλι (μτφ.) 1. προβάλλω αντίσταση, αντιδρώ: ~ ~ και ζητώ τα κεκτημένα μου. ΑΝΤ. σκύβω το κεφάλι (2) 2. ορθοποδώ: Δεν μπορεί να ~σει ~ από τα χρέη και τους λογαριασμούς. , σηκώνω μπαϊράκι/παντιέρα (μτφ.-προφ.): εναντιώνομαι σε κάτι, επαναστατώ: Έχει ~σει δικό του μπαϊράκι (πβ. κάνει του κεφαλιού του). ~σαν την παντιέρα της αντίστασης/της εξέγερσης., σηκώνω στα χέρια (μου): υψώνω και κρατώ κάποιον ή κάτι ψηλά: Τον ~σαν ~, φωνάζοντας ρυθμικά το όνομά του (πβ. αποθεώνω). ~σαν ~ τους το τρόπαιο., σηκώνω στο πόδι (μτφ.-προφ.): αναστατώνω, ξεσηκώνω: ~σε ~ όλη τη γειτονιά., σηκώνω τα χέρια ψηλά & σηκώνω ψηλά τα χέρια: για να δηλωθεί αποτυχία, αδυναμία: ~σε ~ και παραδόθηκε.|| (συνήθ. μτφ.) ~ ~ και παραδέχομαι την ήττα μου. ~ ~· δεν μπορώ να καταλάβω πώς σκέφτεσαι. Η επιστήμη σηκώνει ~ ~ (: σε περιπτώσεις που δεν μπορεί να επιλυθεί ή να εξηγηθεί λογικά κάτι)., σηκώνω τη σημαία 1. {κυρ στο γ' πρόσ.} (στο ποδόσφαιρο) κάνει σινιάλο, κρατώντας ψηλά το σημαιάκι: Ο επόπτης ~ει ~ του, για να υποδείξει το οφσάιντ. 2. είμαι σημαιοφόρος: ~σε ~ στην παρέλαση. 3. (μτφ.) διακηρύσσω: ~ ~ της αντίστασης/επανάστασης/κάθαρσης/μεταρρύθμισης. ΣΥΝ. υψώνω τη σημαία (2), σηκώνω χέρι (προφ.): χειροδικώ: ~σε ~ πάνω μου. , σήκω-σήκω, κάτσε-κάτσε (προφ.): για να δηλωθεί δουλική υποταγή: Τον έχει "~ ~" (πβ. έχω κάποιον του χεριού μου). Είχε τη δική του προσωπικότητα, δεν ήταν "~ ~". , (δεν) (το) αντέχει/σηκώνει η τσέπη μου βλ. τσέπη, (ο καθένας) σηκώνει/κουβαλάει τον σταυρό του βλ. σταυρός, ανεβάζω/σηκώνω τον πήχη/πήχυ (ψηλά) βλ. ανεβάζω, ανοίγω πανιά βλ. πανί, δεν ακούω/δεν δέχομαι/δεν θέλω/δεν σηκώνω/δεν παίρνω κουβέντα βλ. κουβέντα, δεν κουνά/δεν σηκώνει ούτε το δαχτυλάκι του/ούτε το μικρό του δαχτυλάκι βλ. δάχτυλο, δεν με σηκώνει το κλίμα βλ. κλίμα, δεν σηκώνει αστεία βλ. αστείο, δεν σηκώνει/δεν δέχεται μύγα στο σπαθί του βλ. μύγα, η μύτη του να πέσει, δεν θα σκύψει να τη σηκώσει/να την πιάσει βλ. μύτη, θα τον πάρει (ο διάβολος) και θα τον σηκώσει βλ. παίρνω, κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα βλ. συζήτηση, κουβαλώ/σηκώνω στους ώμους (μου) βλ. ώμος, μου σηκώθηκε η πέτσα/το πετσί βλ. πέτσα, μου σηκώθηκε η τρίχα (κάγκελο) βλ. τρίχα, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα τον βρεις από κάτω βλ. πέτρα, παίρνω/ρίχνω/σηκώνω/πετάω μπόι βλ. μπόι, σηκώνει/υψώνει ανάστημα βλ. ανάστημα, σηκώνομαι από το κρεβάτι βλ. κρεβάτι, σηκώνω (την) άγκυρα βλ. άγκυρα, σηκώνω αντάρτικο βλ. αντάρτικο, σηκώνω σκόνη βλ. σκόνη, σηκώνω τα μανίκια βλ. μανίκι, σηκώνω το γάντι βλ. γάντι, σηκώνω/υψώνω το λάβαρο της επανάστασης βλ. λάβαρο, σηκώνω/υψώνω το ποτήρι βλ. ποτήρι, τα θέλει/τα τραβάει/τα σηκώνει ο οργανισμός του βλ. οργανισμός, υψώνω/σηκώνω τη φωνή μου βλ. φωνή [< μεσν. σηκώνω, γαλλ. lever]
45501σηκωτός, ή, ό ση-κω-τός επίθ. (προφ.): που μεταφέρεται από άλλους κάπου παρά τη θέλησή του ή σπανιότ. επειδή ο ίδιος δεν μπορεί να κινηθεί: Τον έφεραν/πήραν ~ό. Πήγε ~ στο ραντεβού. Μόνο ~ή θα με βγάλουν από 'δω μέσα! Πβ. κουβαλητός. [< μεσν. σηκωτός]
45502σήμα[σῆμα] σή-μα ουσ. (ουδ.) {σήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. οποιοδήποτε συμβατικό μέσο μετάδοσης πληροφοριών, εντολών, προειδοποιήσεων, όπως πινακίδα, επιγραφή, ηχητική ή οπτική ένδειξη, χειρονομία, ενέργεια: περιβαλλοντικό ~. ~ εμπιστοσύνης. Αγροτικά προϊόντα με ~ προέλευσης. Απονομή οικολογικού ~ατος. Παιχνίδια χωρίς ~ κατασκευής. Ειδικό ~ λειτουργίας τουριστικών επιχειρήσεων. Το ~ τελών κυκλοφορίας. Χορήγηση ~ατος ποιότητας.|| Ακουστικό/οπτικό ~ συναγερμού (: σε συστήματα ασφαλείας). ~ απαγόρευσης του καπνίσματος. Οδικά/προειδοποιητικά ~ατα. ~ατα οδικής κυκλοφορίας/του ΚΟΚ. Εξετάσεις στα ~ατα (ενν. της Τροχαίας). Διεθνής κώδικας ~άτων ναυσιπλοΐας. Έδωσε το ~ (= σύνθημα) για την έναρξη των αγώνων. Περιμένει ~.|| (στους προσκόπους) ~ατα εδάφους-αέρος σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. (παλαιότ.) Συνεννόηση με (οπτικό) ~ καπνού/φωτιάς. Πβ. σινιάλο. Βλ. νεύμα, νόημα.|| (ΝΑΥΤ.) ~ατα διά βραχιόνων (: που εκτελούνται με σημαίες από τον σηματωρό). 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ήχος ή εικόνα που εκπέμπεται ή λαμβάνεται κυρ. ηλεκτρονικά (στην τηλεφωνία, το ραδιόφωνο, την τηλεόραση) για τη μετάδοση πληροφοριών· η ίδια η πληροφορία που μεταφέρεται: αναλογικό/ασθενές/ηλεκτρικό/ηχητικό/στερεοφωνικό/ψηφιακό ~. Αποστολή/εμβέλεια/ένταση/επεξεργασία/επίπεδο/ισχύς/ποιότητα ~ατος. Ακούω το ~ κατειλημμένης γραμμής/του κέντρου. Ενισχυτής ~ατος κινητού τηλεφώνου. Εκπομπή και λήψη ραδιοφωνικού/τηλεοπτικού ~ατος. Λόγος ~ατος προς θόρυβο (ακρ. SNR). Μετάδοση δορυφορικών ~άτων. Δεν έχω ~ (: στο κινητό). Πβ. ραδιο~.|| ~ ρεύματος/τάσης (βλ. παλμογράφος).|| Απόρρητο/επείγον ~. Ο πιλότος του ελικοπτέρου έστειλε ~ ότι ... Έλαβε/πήρε ~ (= διαταγή) να ... 3. διακριτικό προϊόντος, υπηρεσίας, ιδρύματος, σωματείου, φορέα, στρατιωτικού σώματος, που φέρει γράμματα ή/και παραστάσεις: αναγνωριστικό (πβ. λογότυπο)/βιομηχανικό/έγχρωμο/κοινοτικό/λεκτικό/τρισδιάστατο ~. ~ απεικόνισης (: συνδυασμός λέξεων και απεικονιστικών στοιχείων). ~ αγώνων/εργοστασίου/λέσχης/ομάδας/πανεπιστημίου/συνδέσμου/σχολείου. Το ~ της Ελληνικής Αστυνομίας/Πολεμικής Αεροπορίας/Πυροσβεστικής. Το ~ του σταυρού. Αυτοκίνητο με ιατρικό ~. Μουσικό ~ εκπομπής.|| (ειδικότ., που φοριέται:) Μεταλλικό ~. Πβ. έμβλημα, σημείο, σύμβολο. Βλ. εθνόσημο. ● Υποκ.: σηματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: εμπορικό σήμα βλ. εμπορικός, σήμα γνησιότητας βλ. γνησιότητα, σήμα κατατεθέν βλ. κατατεθείς, σήμα κινδύνου βλ. κίνδυνος, σήματα μορς βλ. μορς ● ΦΡ.: κάνω σήμα (σε κάποιον): κάνω νόημα: Θα σου ~ ~ πότε να ξεκινήσεις (βλ. γνέφω). Αστυνομική περίπολος του έκανε ~ να σταματήσει., το σήμα της νίκης: το βε. [< αρχ. σῆμα ΄σημάδι, τάφος’, γαλλ. signal, marque, αγγλ. signal, mark]
45503σημάδεμαση-μά-δε-μα ουσ. (ουδ.) 1. τοποθέτηση αναγνωριστικού σημαδιού: ~ των ζώων/της τράπουλας. ~ με κόκκινο χρώμα/μολύβι. ΣΥΝ. μαρκάρισμα, σταμπάρισμα 2. σκόπευση με όπλο: ~ με καραμπίνα. [< μεσν. σημάδεμαν (το)]
45504σημαδεμένος, η, ο ση-μα-δε-μέ-νος επίθ. 1. που φέρει αναγνωριστικό σημάδι: ~η: διαδρομή. ~ο: μονοπάτι. 2. (μτφ.) που έχει σημάδια λόγω αρρώστιας ή τραύματος: ~ο: πρόσωπο (πβ. βλογιοκομμένο)/σώμα.|| (μτφ.) ~η από τη μοίρα. Ψυχολογικά ~. 3. (μτφ.) στημένος, σικέ: ~ο: πρωτάθλημα. ~α: παιχνίδια. ● ΣΥΜΠΛ.: σημαδεμένη τράπουλα/σημαδεμένα χαρτιά: τράπουλα που έχει σημειωθεί με κρυφά σημάδια, προκειμένου ένας ή περισσότεροι παίκτες του παιχνιδιού να κερδίσουν, εξαπατώντας τους υπόλοιπους· γενικότ. για οποιαδήποτε στημένη διαδικασία: Παρτίδα που παίζεται με ~ ~.|| (μτφ.) Συνέδριο με σημαδεμένα χαρτιά. ● βλ. σημαδεύω
45505σημαδεύωση-μα-δεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σημάδ-εψα, -εύτηκε, -εμένος, σημαδεύ-οντας} 1. στοχεύω κάποιον ή κάτι: Τον ~εψε με την καραμπίνα. ~ευαν με λέιζερ (τον παίκτη της ομάδας). (για ποδοσφαιριστή) ~εψε το δοκάρι (: το πέτυχε χωρίς να το θέλει). Δεν ~εψε σωστά. Πβ. σκοπεύω. 2. {κυρ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.) επηρεάζω καθοριστικά· σηματοδοτώ: Η βία ~ει τα παιδιά. Σοβαρά επεισόδια ~εψαν το ντέρμπι. Εποχή που ~εύτηκε από αιματηρά γεγονότα. Πβ. στιγματίζω.|| Πρόσωπο/φιλία που με ~εψε για όλη μου τη ζωή. Γεγονός που ~εψε το φετινό καλοκαίρι. Πβ. σφραγίζω.|| Περίοδος που ~ει την έναρξη/το κλείσιμο μιας εποχής. 3. σημειώνω, μαρκάρω: Δέντρα/ζώα/σπίτια που έχουν ~ευτεί. Πβ. σταμπάρω.|| (μτφ., για ουλή, στίγμα) ~εύτηκε στο πρόσωπο από έκρηξη. ● βλ. σημαδεμένος [< μεσν. σημαδεύω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.