| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45506 | σημάδι | ση-μά-δι ουσ. (ουδ.) 1. ορατό ίχνος ή σημείο που έχει αποτυπωθεί ή υπάρχει κάπου: χαρακτηριστικό ~. ~ στον ορίζοντα (πβ. στίγμα)/ουρανό. ~ αναγνώρισης (= αναγνωριστικό ~). ~ια στην οθόνη/στο χώμα (πβ. αποτύπωμα, χνάρι).|| ~ από έγκαυμα/εμβόλιο/μαχαίρι (πβ. ουλή, τραύμα). Εμφάνιση ~ιών γήρανσης στο δέρμα. Βλ. κηλίδα.|| (προφ.) Μουσικό (βλ. νότα)/τονικό (= τόνος) ~. ~ παραγράφου. Ορθογραφικά ~ια (π.χ. απόστροφος). Πβ. σύμβολο.|| (μτφ.) Βαθιά ~ια στην ψυχή. Τραυματική εμπειρία που έχει αφήσει ανεξίτηλα ~ια. 2. (μτφ.) ένδειξη (για κάτι)· οιωνός: ανακουφιστικό/αναμφισβήτητο/ελπιδοφόρο/ενθαρρυντικό/ευοίωνο/παρήγορο/σαφές/σίγουρο ~. ~ια ανησυχίας/ενοχής/ζωής/κόπωσης/πολιτισμού. Ούτε για ~ (= για δείγμα). Αλάνθαστο ~ ότι ... Δείχνει ~ια ωριμότητας. Αρνητικά/θετικά ~ια στην οικονομία. ~ια ανάκαμψης παρουσίασε η αγορά. Εμφανίστηκαν ~ια αλλαγής προς το καλύτερο. Πβ. σημείο.|| Θεϊκό/θεόσταλτο/κακό/καλό ~. Πβ. προμήνυμα. 3. σκοποβολή· γενικότ. σκόπευση: Εξασκείται στο ~. Καλός/πρώτος στο ~. ● Υποκ.: σημαδάκι (το) ● ΦΡ.: βάζω (κάποιον/κάτι) (στο) σημάδι (κυριολ. ή μτφ.): στοχεύω, σημαδεύω: (μτφ.) Έβαλε ~ την κορυφή. Πβ. επιδιώκω. [< μεσν. σημάδι(ν) < μτγν. σημάδιον ‘σημαία’] | |
| 45507 | σημαδιακός | , ή, ό ση-μα-δια-κός επίθ.: που προμηνύει κάτι, που αποδεικνύεται καθοριστικός και μοιραίος: ~ός: αριθμός/τίτλος. ~ό: όνειρο. Βλ. προφητικός.|| ~ή: ημερομηνία/μέρα/στιγμή/φράση/χρονιά. ~ό: γεγονός. Πβ. σημαντικός. | |
| 45508 | σημαδούρα | ση-μα-δού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): αντικείμενο που επιπλέει σε ορισμένο σημείο της θάλασσας, επισημαίνοντας ρηχά ή επικίνδυνα νερά, τη θέση άλλου αντικειμένου, υποβρύχια δραστηριότητα: κυλινδρική/σφαιρική ~. ~ αλιείας/κατάδυσης/σήμανσης. Πλωτές ~ες. Ζώνη που οριοθετείται από κόκκινες/πορτοκαλί ~ες. ΣΥΝ. σημαντήρας | |
| 45509 | σημαδόφωνα | ση-μα-δό-φω-να ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. σημαδόφωνο}: ΜΟΥΣ. σημεία της βυζαντινής μουσικής. | |
| 45510 | σημαία | ση-μαί-α ουσ. (θηλ.) {σημαιών} 1. κομμάτι από ύφασμα ή πλαστικό, που ποικίλλει σε μέγεθος, σχήμα (συνήθ. ορθογώνιο ή τετράγωνο) και χρώματα, συχνά είναι διακοσμημένο με έμβλημα, προσαρμόζεται σε κοντάρι και χρησιμοποιείται ως σύμβολο: η ελληνική (= γαλανόλευκη)/ευρωπαϊκή/αμερικανική (= αστερόεσσα) ~. Επίσημη ~ κράτους/χώρας. Πειρατική/πολεμική ~. Εθνικές ~ες. Η ~ του δήμου/του κόμματος/της ομάδας/της πόλης/του συλλόγου/του σωματείου. Η ~ της αεροπορίας/της επανάστασης/του ναυτικού/του στρατού ξηράς. Ο ιστός της ~ας. Αλλαγή/ανάρτηση/βεβήλωση/έπαρση/ύψωση ~ας. Η ~ ανεμίζει. Ανεβάζω/κατεβάζω/κρατώ/κρεμώ/τιμώ τη ~. ~ αναρτημένη σε ... Πλοίο με ~ ... Οι ~ες των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πβ. λάβαρο, παντιέρα.|| (συνεκδ.) Αγωνίστηκαν/θυσιάστηκαν για τη ~ (: το έθνος, την πατρίδα). 2. παρόμοιο αντικείμενο που έχει ορισμένο συμβολισμό ή χρησιμοποιείται για συγκεκριμένο σκοπό: ειδική/κίτρινη (: διεθνές σήμα της καραντίνας)/οικολογική/πράσινη ~. Διακοσμητικές/διαφημιστικές ~ες.|| (στο ποδόσφαιρο) Η ~ (συνήθ. το σημαιάκι) του επόπτη/κόρνερ.|| (στον μηχανοκίνητο αθλητισμό) Η ~ του αφέτη. Κόκκινη ~ (για διακοπή του αγώνα). Πτώση της καρό ~ας (: τερματισμού). Βλ. φόρμουλα. || (ΛΑΟΓΡ.) ~ του γάμου (= φλάμπουρο). 3. {κυρ. στον εν.} (μτφ.) έμβλημα, σύμβολο: ιδεολογική ~. Παίκτης-~ της ομάδας του (: ηγετική μορφή). Με ~ την ανανέωση/ποιότητα (πβ. σύνθημα). Έγινε η ~ του κινήματος ενάντια στην ... 4. {κυρ. στον εν.} εξάρτημα του ταξίμετρου με την ένδειξη "ελεύθερο", που, όταν είναι ανεβασμένο, δηλώνει ότι το ταξί είναι διαθέσιμο: (στην εκκίνηση της διαδρομής) πτώση της ~ας. ● Υποκ.: σημαιάκι (το), σημαιούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: γαλάζια σημαία: διεθνές περιβαλλοντικό σήμα ποιότητας που απονέμεται ως τιμητική διάκριση σε οργανωμένη παραλία ή μαρίνα, με κριτήρια την καθαριότητα θάλασσας και ακτής, την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, την ασφάλεια λουομένων και επισκεπτών και την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. [< αγγλ. blue flag, 1987] , λευκή σημαία 1. σημαία και γενικότ. πανί άσπρου χρώματος που δηλώνει παράδοση, ανακωχή, συνθηκολόγηση: ~ ~ για διακοπή των εχθροπραξιών. Σήκωσαν/ύψωσαν ~ ~. 2. (κατ' επέκτ.) για κάθε κίνηση συμφιλιωτικού, διαπραγματευτικού χαρακτήρα., σημαία ευκαιρίας & (σπάν.) ευκολίας (συντομ. ΣΕ) 1. ΕΜΠΟΡ. νηολόγηση εμπορικού πλοίου με ξένη σημαία, που του παρέχει λιγότερο περιοριστικούς κανονισμούς (στη φορολογία, τη νομοθεσία). 2. (μτφ.) για ανεκπλήρωτες υποσχέσεις ή δικαιολογίες: προεκλογικές ~ες ~. [< αγγλ. flag of convenience] , ολυμπιακή σημαία βλ. ολυμπιακός, υποστολή (της) σημαίας βλ. υποστολή ● ΦΡ.: η σημαία κυματίζει μεσίστια: ως ένδειξη πένθους για τον θάνατο επιφανούς προσωπικότητας ή γενικότ. για εθνικό πένθος., κάνω σημαία μου (κάτι): το υποστηρίζω με πάθος: ~ ~ τον εθελοντισμό/τα δημοκρατικά ιδεώδη., κάτω από τη/υπό (τη) σημαία 1. (μτφ.) για κάποιον ή κάτι που είναι υπό την εξουσία, εποπτεία, καθοδήγηση, προστασία κράτους, φορέα, ιδεολογίας: Δήμαρχος/περιφερειάρχης που εξελέγη ~ ~ ενός κόμματος. ~ ~ του αντιπολεμικού κινήματος. 2. (μόνο με το υπό) για πλεούμενο που φέρει τη σημαία μιας χώρας: πλοία υπό ~ κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< γαλλ. sous les drapeaux] , κρατώ ψηλά τη σημαία (μτφ.) : εξακολουθώ να αγωνίζομαι για κάτι ανυποχώρητα: Μαχητές που κράτησαν ~ ~ της ελευθερίας. Η εταιρεία κρατάει ~ ~ της ποιότητας., παίρνω άδεια από τη σημαία (μτφ.-ειρων.): για εργαζόμενο ή φαντάρο που απουσιάζει χωρίς επίσημη άδεια., υψώνω τη σημαία 1. την ανεβάζω στον ιστό. 2. (μτφ.) διακηρύσσω: ~σε ~ του εκσυγχρονισμού/της ενότητας., με σημαίες και (με) ταμπούρλα βλ. ταμπούρλο, σηκώνω τη σημαία βλ. σηκώνω, υποστέλλω τη σημαία βλ. υποστέλλω [< μτγν. σημαία, γαλλ. drapeau, αγγλ. flag] | |
| 45511 | σημαίνει | ση-μαί-νει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σήμα-νε, σημά-νει, -νθηκε, -νθεί} 1. έχει ορισμένη σημασία (σε μια συγκεκριμένη γλώσσα): Θαλπωρή ~ "ζεστασιά". Έκφραση/λέξη/όρος/φράση που ~ (κάτι) στα Ελληνικά/Ιταλικά. Πβ. δηλώνει. 2. (μτφ.) έχει ως βαθύτερο νόημα ή αποτέλεσμα, επακόλουθο· έχει μεγάλη αξία: Επικοινωνία ~ διάλογος. Ανάπτυξη δεν ~ και (: ισοδυναμεί με) βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Δεν κατάλαβα τι σήμαινε το γέλιο του (πβ. υποδηλώνει, φανερώνω). Τώρα θα δεις τι ~ μοναξιά.|| Να πεις τη γνώμη σου, αλλά αυτό δεν ~ (πβ. έπεται) ότι θα μου την επιβάλεις. Αποφάσεις που ~ναν (: σηματοδότησαν) την απαρχή νέας πολιτικής. Γεγονός που ~νε το τέλος της καριέρας του. Πβ. συνεπάγεται.|| Η παρουσία του ~ πολλά (: είναι ιδιαίτερα σημαντική) για μένα. 3. (για όργανο) ηχεί με σκοπό να γνωστοποιηθεί, να ανακοινωθεί ή να αναγγελθεί κάτι επίσημα ή δημόσια: ~νε το κουδούνι. ~ναν οι σειρήνες. Οι καμπάνες των εκκλησιών ~ναν χαρμόσυνα. Έχει ~νει εγερτήριο/σιωπητήριο. Το ρολόι ~νε (= χτύπησε) μεσάνυχτα.|| (μτφ.) ~νε το καμπανάκι του κινδύνου.|| (σπανιότ.) Ο παπάς ~νε την καμπάνα. Πβ. κρούω, χτυπώ. ● σημαίνω (μτφ.): δίνω το σήμα ή το έναυσμα για κάτι: ~νε την έναρξη/τη λήξη των εκδηλώσεων/του φεστιβάλ. ~νε αντεπίθεση/υποχώρηση.|| ~νε η αντίστροφη μέτρηση για ... ● Παθ.: σημαίνεται: για κάτι που δηλώνεται με διακριτικό σημείο, στο οποίο τοποθετείται σήμανση: Πινακίδες με τις οποίες ~ η είσοδος στον/έξοδος από τον αυτοκινητόδρομο. (Αδέσποτα) ζώα ~νθηκαν και καταγράφηκαν.|| (ειδικότ., ΔΙΑΔΙΚΤ.) Θέματα του φόρουμ που έχουν ~θεί ως αναγνωσμένα (: με σήμα σε ηλεκτρονική μορφή). ● ΦΡ.: σημαίνω (τον) συναγερμό (μτφ.) 1. & σημαίνει συναγερμός: οδηγώ σε γενική κινητοποίηση λόγω έκτακτης ανάγκης: Δύο πυρκαγιές σήμαναν ~ στην πυροσβεστική υπηρεσία.|| Αμέσως/ξαφνικά σήμανε (ο) συναγερμός. 2. προειδοποιώ για άμεσο και μεγάλο κίνδυνο: Οι επιστήμονες ~ουν ~ (για τις κλιματικές αλλαγές). ΣΥΝ. κρούω τον κώδωνα (του κινδύνου).|| (κυριολ.) Οι επιβάτες ~ναν ~, για να σταματήσει το τρένο., σήμανε (το) τέλος: έφτασε το τέλος: ~ ~ της πολιτικής του απομονωτισμού. ~ τέλος εποχής για ..., ήρθε/σήμανε η ώρα βλ. ώρα ● βλ. σεσημασμένος, σημαίνων [< αρχ. σημαίνω, γαλλ. signifier, sonner] | |
| 45512 | σημαινόμενο | ση-μαι-νό-με-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ένου}: ΓΛΩΣΣ. το περιεχόμενο του γλωσσικού σημείου, σε αντιδιαστολή με το σημαίνον· η σημασία που φέρει: συμβατική σχέση ~ένου-σημαίνοντος. Λέξεις με περισσότερα από ένα ~α (βλ. πολύσημος).|| (κατ' επέκτ.) Τα ~α ενός κειμένου (: τα νοήματά του). Βλ. σημαίνω. [< αρχ. σημαινόμενον, γαλλ. signifié, 1910] | |
| 45513 | σημαίνον | [σημαῖνον] ση-μαί-νον ουσ. (ουδ.) {σημαίν-οντος, -οντα | -όντων}: ΓΛΩΣΣ. η μορφή του γλωσσικού σημείου, σε αντιδιαστολή με το σημαινόμενο· η ακουστική του εικόνα: Στο γλωσσικό σημείο "νερό", ~ είναι το ακουστικό ίνδαλμα [nero].|| (κατ' επέκτ.) Τα ~οντα ενός κειμένου (: τα εκφραστικά μέσα). Βλ. σημαίνει. [< μτγν. τό σημαῖνον, γαλλ. signifiant, 1910] | |
| 45514 | σημαίνων | , ουσα, ον ση-μαί-νων επίθ. {σημαίν-οντος (θηλ. -ουσας), -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (απαιτ. λεξιλόγ.): πολύ σημαντικός: ~ων: επιστήμονας/παράγοντας. ~ουσα: θέση/παρουσία/προσωπικότητα/σημασία/φυσιογνωμία. ~ον: μέλος .../στέλεχος (της εταιρείας). ~οντα: πρόσωπα. Νομοθετικές ρυθμίσεις σε ~οντες τομείς της εκπαίδευσης. Παίζει ~οντα ρόλο. Πβ. σπουδαίος. ΑΝΤ. ασήμαντος ● βλ. σημαίνει [< μτχ. ενεστ. του ρ. σημαίνω, αγγλ. significant] | |
| 45515 | σημαιοστολίζω | ση-μαι-ο-στο-λί-ζω ρ. (μτβ.) {σημαιοστόλι-σε, σημαιοστολί-στηκε, -σμένος}: τοποθετώ σημαίες σε δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους και κτίρια λόγω εθνικής εορτής ή επίσημης τελετής: Η πόλη ~στηκε με γαλανόλευκες. ~σμένη: πλατεία (= σημαιοστόλιστη). ~σμένα: μπαλκόνια. [< γαλλ. pavoiser] | |
| 45516 | σημαιοστολισμός | ση-μαι-ο-στο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια του σημαιοστολίζω: γενικός ~ σε όλη την επικράτεια. ~ της πλατείας/πλοίων. ~ για τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου/της 25ης Μαρτίου. Βλ. -ισμός, παρέλαση. [< γαλλ. pavoisement] | |
| 45517 | σημαιοστόλιστος | , η, ο ση-μαι-ο-στό-λι-στος επίθ. (λόγ.): σημαιοστολισμένος: ~α: πλοία/σχολεία. | |
| 45519 | σήμανση | σή-μαν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. τοποθέτηση διακριτικών, αναγνωριστικών ή καθοδηγητικών σημείων ή σημάτων: ειδική/μόνιμη/oικολογική/παραπλανητική/προειδοποιητική/φορολογική/ψηφιακή ~. ~ δρόμων (= οδο~)/εγγράφων (= χαρτο~)/εξοπλισμού/μονοπατιών/τροφίμων. ~ ασφαλείας και υγείας στους χώρους εργασίας. ~ των γενετικά τροποποιημένων προϊόντων. ~ ισόπεδων σιδηροδρομικών διαβάσεων. Κάθετη/οριζόντια ~ των οδών (: πινακίδες ~ης και διαγράμμιση οδοστρώματος, πβ. σηματοδότηση). ~ CE (: δηλώνει ότι ένα προϊόν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης). ~ με ετικέτα (= ετικετοποίηση). Μηχανές ~ης. Βλ. προ~, σημάδεμα, χρονο~.|| (ΤΟΠΟΓΡ.) ~ στο έδαφος (: προσδιορισμός της θέσης σημείου). Βλ. φωτο~. 2. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Σ) υπηρεσία της Αστυνομίας που λαμβάνει και καταγράφει δακτυλικά αποτυπώματα, σωματομετρικά και άλλα στοιχεία υπόπτων ή κακοποιών: Τον οδήγησαν στη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γλώσσα σήμανσης: ΠΛΗΡΟΦ. κωδικοποίηση των πληροφοριών δόμησης και μορφοποίησης εγγράφου: επεκτάσιμη ~ ~. ~ ~ εικονικής πραγματικότητας/υπερκειμένου (= HTML). [< αγγλ. markup language, 1980] , ενεργειακή κλάση/σήμανση βλ. ενεργειακός, σήμανση πιστότητας βλ. πιστότητα [< μτγν. σήμανσις] | |
| 45520 | σημαντήρας | ση-μα-ντή-ρας ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. σημαδούρα: πλωτός/φωτεινός ~. Υποβρύχιος ψαράς που φέρει επιπλέοντα ~α. Διαχωριστικά και ~ες που οριοθετούν την περιοχή των λουομένων.|| (σε ιστιοδρομία) ~ες εκκίνησης/τερματισμού. Περίπλους ~ων. Βλ. -τήρας. [< μτγν. σημαντήρ 'αυτός που δίνει το σύνθημα (για βοσκό), σφραγίδα', γαλλ. bouée] | |
| 45521 | σημαντικός | , ή, ό ση-μα-ντι-κός επίθ. 1. που έχει μεγάλη σημασία, σπουδαιότητα, αξία: ~ός: ρόλος/στόχος. ~ή: ανακάλυψη/ανακοίνωση/απόφαση/διάκριση/είδηση/εμπειρία/εξέλιξη/ευκαιρία/κίνηση/νίκη/πρόοδος/πρωτοβουλία. ~ό: έγγραφο/έργο/θέμα/λάθος. ~ές: πληροφορίες/συμβουλές. ~ά: γεγονότα/οφέλη/στοιχεία. Η σωστή διατροφή είναι ~ παράγοντας για καλή υγεία. ~οί σταθμοί στην ιστορία. Η προαγωγή του ήταν μία από τις ~ότερες στιγμές της καριέρας του. Είναι ιδιαίτερα ~ό να ... Πβ. αξιόλογος, μείζων, ουσιαστικός, ουσιώδης, σπουδαίος. Βλ. βαρυ-, πολυ-σήμαντος.|| (για πρόσ.) ~ός: αθλητής/επιστήμονας/ηγέτης/καλλιτέχνης. Πβ. διακεκριμένος, κορυφαίος. ΑΝΤ. ασήμαντος 2. μεγάλος σε μέγεθος, αριθμό, διάρκεια: ~ός: κίνδυνος. ~ή: αύξηση/καθυστέρηση/πτώση (κερδών). ~ό: ποσό/ποσοστό. ~ές: αποκλίσεις (τιμών)/εκπτώσεις/ποσότητες (προϊόντων). Στατιστικά ~ή διαφορά. ~ή μεταβολή του καιρού. ~ές απώλειες κατέγραψε το χρηματιστήριο. Πβ. αισθητός, αξιοσημείωτος. ● επίρρ.: σημαντικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 2: Επέδρασε ~ (= καθοριστικά). ● ΦΡ.: τελευταίος, αλλά όχι έσχατος/λιγότερο σημαντικός/ασήμαντος βλ. τελευταίος [< αρχ. σημαντικός '(για λέξη) που έχει σημασία, ενδεικτικός', γαλλ. significatif] | |
| 45522 | σημαντικότητα | ση-μα-ντι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σημαντικού: η ~ της (σωματικής) άσκησης/του πρασίνου για τις αστικές περιοχές/της συνεργασίας. Η ~ του νερού για τη διατήρηση της ζωής στον πλανήτη. (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~ της διαφοράς. Πβ. σπουδαιότητα. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: επίπεδο σημαντικότητας: ΣΤΑΤΙΣΤ. δείκτης που φανερώνει το ποσοστό στο οποίο μια αρχική υπόθεση θα είναι μακροπρόθεσμα εσφαλμένη: (Ελέγχω σε) ~ ~ 0.05 (ή 5%). Ορίζω ~ ~ ίσο με 1%. [< αγγλ. level of significance, 1925, significance level, 1947] [< γαλλ. importance] | |
| 45523 | σήμαντρο | σή-μα-ντρο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) σημαντήρι 1. (σε μοναστήρια και ξωκλήσια) ηχητικό αντικείμενο που αποτελείται από μια μακρόστενη ξύλινη ή μεταλλική σανίδα η οποία κρούεται ρυθμικά με σφυρί ή κόπανο σε καθορισμένο χρόνο, ειδοποιώντας για την έναρξη Λειτουργίας ή Ακολουθίας: μεγάλο/μικρό ~. Βλ. καμπάνα. 2. (σπάν.-επίσ.) σφραγίδα: ταχυδρομικό/χρονολογικό ~. Βλ. -τρο. [< μτγν. σήμαντρον] | |
| 45524 | σημασία | ση-μα-σί-α ουσ. (θηλ.) {σημασιών} 1. αξία, σπουδαιότητα που αποδίδεται σε κάτι (γεγονός, φαινόμενο, ενέργεια, κατάσταση, ζήτημα, συναίσθημα): διαχρονική/εθνική/επικοινωνιακή/επιστημονική/θρησκευτική/καίρια/κομβική/οικονομική/ουσιαστική/περιβαλλοντική/πολύπλευρη/πρωτεύουσα/συμβολική/συνολική ~. Αναγνωρίζω/υποτιμώ την ιστορική ~ ενός κινήματος. Αναδεικνύω/κατανοώ/υπογραμμίζω τη(ν) θεωρητική/κοινωνική/πρακτική ~ ενός θέματος/προβλήματος. Η ~ της σωστής διατροφής για τα παιδιά. Τροφή με μεγάλη βιολογική ~. Η ~ της αγάπης/της ζωής/της συμμετοχής/(προφ.) του να έχεις καλούς φίλους. Η προστασία του περιβάλλοντος έχει ζωτική/καθοριστική ~ για την ποιότητα ζωής. Ιαματικές πηγές τουριστικής ~ας. Σπουδαίας βαθμολογικής ~ας νίκη. Συμφωνία στρατηγικής ~ας. Καθοριστικής/κρίσιμης ~ας (τομείς). Ευρήματα ελάσσονος/μείζονος ~ας. Έργο που αποκτά ιδιάζουσα/κεντρική/σημαίνουσα ~. Είναι θεμελιώδους/υψίστης ~ας να ... Έχει αποδοθεί ιδιαίτερη ~ στη ... Δεν θέλω να μειώσω τη ~ της επιτυχίας του. Πβ. βαρύτητα. 2. ΓΛΩΣΣ. έννοια γλωσσικού στοιχείου, συνήθ. λέξης ή φράσης, εκτός συμφραζομένων, εννοιολογικό περιεχόμενο ενός σημείου: αλληγορική/αρχική/βασική/γενική/(συνυπο)δηλωτική/ειδική/κυριολεκτική/μεταφορική/τρέχουσα ~. ~ μορφήματος/όρου. Γραμματική/κειμενική/λεξική (πβ. σημαινόμενο)/προτασιακή ~. Οι διαφορετικές ~ες μιας λέξης (βλ. πολυσημία). Λέξεις που έχουν την ίδια ~ (βλ. συνωνυμία, ταυτοσημία). Δεν έχεις καταλάβει τη ~ των λόγων/του μηνύματός του (πβ. νόημα, περιεχόμενο). Η ~ της χειρονομίας. ● ΣΥΜΠΛ.: βαρύνουσα σημασία βλ. βαρύνων, ήσσονος/δευτερεύουσας σημασίας βλ. ήσσων & ήττων ● ΦΡ.: άνευ σημασίας (λόγ.) & χωρίς σημασία: χωρίς αξία, σπουδαιότητα: Είναι ~ ~ το γεγονός. Κάποιοι προσπαθούν να παρουσιάσουν το θέμα ως ~ ~. Δεν είναι ~ ~ να ... Ήττα χωρίς ~. ΣΥΝ. επουσιώδης ΑΝΤ. ουσιώδης, δίνω σημασία (προφ.): ενδιαφέρομαι για, ασχολούμαι με κάποιον ή κάτι: Μη ~εις ~ στις κακίες/συκοφαντίες (πβ. αδιαφορώ). Κανείς δεν τους έδωσε ~., έχει σημασία & σημασία έχει: έχει αξία, είναι σημαντικό: ~ ~ να τηρούνται οι νόμιμες διαδικασίες. Εκείνο που έχει ~ είναι να ... Δεν έχει (καμιά απολύτως) ~ τι πιστεύω εγώ., με όλη τη σημασία της λέξης (εμφατ.): για να αποδοθεί θετική συνήθ. ιδιότητα στο μέγιστο βαθμό στο ουσιαστικό που προηγείται: άνθρωπος/ήρωας/ομάδα/τελικός ~ ~. Άντρας/γυναίκα ~ ~ (= με άλφα/γάμμα κεφαλαίο, πβ. εκατό τοις εκατό, με τα όλα του/της).|| Σε θαυμάζω ~ ~. [< γαλλ. dans tout le sens du mot] , τι σημασία έχει;: (ως ρητορ. ερώτηση) δεν έχει κανένα νόημα, δεν είναι σημαντικό: ~ ~ ποιος το έγραψε; ~ ~ αν ήρθε χθες ή προχθές; Άλλωστε, ~ ~;, με νόημα/σημασία βλ. νόημα [< 1: αγγλ. significance 2: μτγν. σημασία, αγγλ. meaning] | |
| 45525 | σημασιακός | , ή, ό ση-μα-σι-α-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στη σημασία λέξης, φράσης ή πρότασης: ~ές: μονάδες. ~ά: συστατικά. Πβ. σημασιολογικός. | |
| 45526 | σημασιοδότηση | ση-μα-σι-ο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σημασιοδοτώ: αρνητική/θετική/ιδεολογική/πολιτική/πολιτισμική ~. ~ εννοιών/όρων (= σημασιολόγηση). Νέες/πολλαπλές ~ήσεις. Βλ. -δότηση. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ