Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [46060-46080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45516σημαιοστολισμόςση-μαι-ο-στο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια του σημαιοστολίζω: γενικός ~ σε όλη την επικράτεια. ~ της πλατείας/πλοίων. ~ για τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου/της 25ης Μαρτίου. Βλ. -ισμός, παρέλαση. [< γαλλ. pavoisement]
45517σημαιοστόλιστος, η, ο ση-μαι-ο-στό-λι-στος επίθ. (λόγ.): σημαιοστολισμένος: ~α: πλοία/σχολεία.
45519σήμανσησή-μαν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. τοποθέτηση διακριτικών, αναγνωριστικών ή καθοδηγητικών σημείων ή σημάτων: ειδική/μόνιμη/oικολογική/παραπλανητική/προειδοποιητική/φορολογική/ψηφιακή ~. ~ δρόμων (= οδο~)/εγγράφων (= χαρτο~)/εξοπλισμού/μονοπατιών/τροφίμων. ~ ασφαλείας και υγείας στους χώρους εργασίας. ~ των γενετικά τροποποιημένων προϊόντων. ~ ισόπεδων σιδηροδρομικών διαβάσεων. Κάθετη/οριζόντια ~ των οδών (: πινακίδες ~ης και διαγράμμιση οδοστρώματος, πβ. σηματοδότηση). ~ CE (: δηλώνει ότι ένα προϊόν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης). ~ με ετικέτα (= ετικετοποίηση). Μηχανές ~ης. Βλ. προ~, σημάδεμα, χρονο~.|| (ΤΟΠΟΓΡ.) ~ στο έδαφος (: προσδιορισμός της θέσης σημείου). Βλ. φωτο~. 2. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Σ) υπηρεσία της Αστυνομίας που λαμβάνει και καταγράφει δακτυλικά αποτυπώματα, σωματομετρικά και άλλα στοιχεία υπόπτων ή κακοποιών: Τον οδήγησαν στη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γλώσσα σήμανσης: ΠΛΗΡΟΦ. κωδικοποίηση των πληροφοριών δόμησης και μορφοποίησης εγγράφου: επεκτάσιμη ~ ~. ~ ~ εικονικής πραγματικότητας/υπερκειμένου (= HTML). [< αγγλ. markup language, 1980] , ενεργειακή κλάση/σήμανση βλ. ενεργειακός, σήμανση πιστότητας βλ. πιστότητα [< μτγν. σήμανσις]
45520σημαντήραςση-μα-ντή-ρας ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. σημαδούρα: πλωτός/φωτεινός ~. Υποβρύχιος ψαράς που φέρει επιπλέοντα ~α. Διαχωριστικά και ~ες που οριοθετούν την περιοχή των λουομένων.|| (σε ιστιοδρομία) ~ες εκκίνησης/τερματισμού. Περίπλους ~ων. Βλ. -τήρας. [< μτγν. σημαντήρ 'αυτός που δίνει το σύνθημα (για βοσκό), σφραγίδα', γαλλ. bouée]
45521σημαντικός, ή, ό ση-μα-ντι-κός επίθ. 1. που έχει μεγάλη σημασία, σπουδαιότητα, αξία: ~ός: ρόλος/στόχος. ~ή: ανακάλυψη/ανακοίνωση/απόφαση/διάκριση/είδηση/εμπειρία/εξέλιξη/ευκαιρία/κίνηση/νίκη/πρόοδος/πρωτοβουλία. ~ό: έγγραφο/έργο/θέμα/λάθος. ~ές: πληροφορίες/συμβουλές. ~ά: γεγονότα/οφέλη/στοιχεία. Η σωστή διατροφή είναι ~ παράγοντας για καλή υγεία. ~οί σταθμοί στην ιστορία. Η προαγωγή του ήταν μία από τις ~ότερες στιγμές της καριέρας του. Είναι ιδιαίτερα ~ό να ... Πβ. αξιόλογος, μείζων, ουσιαστικός, ουσιώδης, σπουδαίος. Βλ. βαρυ-, πολυ-σήμαντος.|| (για πρόσ.) ~ός: αθλητής/επιστήμονας/ηγέτης/καλλιτέχνης. Πβ. διακεκριμένος, κορυφαίος. ΑΝΤ. ασήμαντος 2. μεγάλος σε μέγεθος, αριθμό, διάρκεια: ~ός: κίνδυνος. ~ή: αύξηση/καθυστέρηση/πτώση (κερδών). ~ό: ποσό/ποσοστό. ~ές: αποκλίσεις (τιμών)/εκπτώσεις/ποσότητες (προϊόντων). Στατιστικά ~ή διαφορά. ~ή μεταβολή του καιρού. ~ές απώλειες κατέγραψε το χρηματιστήριο. Πβ. αισθητός, αξιοσημείωτος. ● επίρρ.: σημαντικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 2: Επέδρασε ~ (= καθοριστικά). ● ΦΡ.: τελευταίος, αλλά όχι έσχατος/λιγότερο σημαντικός/ασήμαντος βλ. τελευταίος [< αρχ. σημαντικός '(για λέξη) που έχει σημασία, ενδεικτικός', γαλλ. significatif]
45522σημαντικότηταση-μα-ντι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σημαντικού: η ~ της (σωματικής) άσκησης/του πρασίνου για τις αστικές περιοχές/της συνεργασίας. Η ~ του νερού για τη διατήρηση της ζωής στον πλανήτη. (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~ της διαφοράς. Πβ. σπουδαιότητα. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: επίπεδο σημαντικότητας: ΣΤΑΤΙΣΤ. δείκτης που φανερώνει το ποσοστό στο οποίο μια αρχική υπόθεση θα είναι μακροπρόθεσμα εσφαλμένη: (Ελέγχω σε) ~ ~ 0.05 (ή 5%). Ορίζω ~ ~ ίσο με 1%. [< αγγλ. level of significance, 1925, significance level, 1947] [< γαλλ. importance]
45523σήμαντροσή-μα-ντρο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) σημαντήρι 1. (σε μοναστήρια και ξωκλήσια) ηχητικό αντικείμενο που αποτελείται από μια μακρόστενη ξύλινη ή μεταλλική σανίδα η οποία κρούεται ρυθμικά με σφυρί ή κόπανο σε καθορισμένο χρόνο, ειδοποιώντας για την έναρξη Λειτουργίας ή Ακολουθίας: μεγάλο/μικρό ~. Βλ. καμπάνα. 2. (σπάν.-επίσ.) σφραγίδα: ταχυδρομικό/χρονολογικό ~. Βλ. -τρο. [< μτγν. σήμαντρον]
45524σημασία

ση-μα-σί-α ουσ. (θηλ.) {σημασιών} 1. αξία, σπουδαιότητα που αποδίδεται σε κάτι (γεγονός, φαινόμενο, ενέργεια, κατάσταση, ζήτημα, συναίσθημα): διαχρονική/εθνική/επικοινωνιακή/επιστημονική/θρησκευτική/καίρια/κομβική/οικονομική/ουσιαστική/περιβαλλοντική/πολύπλευρη/πρωτεύουσα/συμβολική/συνολική ~. Αναγνωρίζω/υποτιμώ την ιστορική ~ ενός κινήματος. Αναδεικνύω/κατανοώ/υπογραμμίζω τη(ν) θεωρητική/κοινωνική/πρακτική ~ ενός θέματος/προβλήματος. Η ~ της σωστής διατροφής για τα παιδιά. Τροφή με μεγάλη βιολογική ~. Η ~ της αγάπης/της ζωής/της συμμετοχής/(προφ.) του να έχεις καλούς φίλους. Η προστασία του περιβάλλοντος έχει ζωτική/καθοριστική ~ για την ποιότητα ζωής. Ιαματικές πηγές τουριστικής ~ας. Σπουδαίας βαθμολογικής ~ας νίκη. Συμφωνία στρατηγικής ~ας. Καθοριστικής/κρίσιμης ~ας (τομείς). Ευρήματα ελάσσονος/μείζονος ~ας. Έργο που αποκτά ιδιάζουσα/κεντρική/σημαίνουσα ~. Είναι θεμελιώδους/υψίστης ~ας να ... Έχει αποδοθεί ιδιαίτερη ~ στη ... Δεν θέλω να μειώσω τη ~ της επιτυχίας του. Πβ. βαρύτητα. 2. ΓΛΩΣΣ. έννοια γλωσσικού στοιχείου, συνήθ. λέξης ή φράσης, εκτός συμφραζομένων, εννοιολογικό περιεχόμενο ενός σημείου: αλληγορική/αρχική/βασική/γενική/(συνυπο)δηλωτική/ειδική/κυριολεκτική/μεταφορική/τρέχουσα ~. ~ μορφήματος/όρου. Γραμματική/κειμενική/λεξική (πβ. σημαινόμενο)/προτασιακή ~. Οι διαφορετικές ~ες μιας λέξης (βλ. πολυσημία). Λέξεις που έχουν την ίδια ~ (βλ. συνωνυμία, ταυτοσημία). Δεν έχεις καταλάβει τη ~ των λόγων/του μηνύματός του (πβ. νόημα, περιεχόμενο). Η ~ της χειρονομίας. ● ΣΥΜΠΛ.: βαρύνουσα σημασία βλ. βαρύνων, ήσσονος/δευτερεύουσας σημασίας βλ. ήσσων & ήττων ● ΦΡ.: άνευ σημασίας (λόγ.) & χωρίς σημασία: χωρίς αξία, σπουδαιότητα: Είναι ~ ~ το γεγονός. Κάποιοι προσπαθούν να παρουσιάσουν το θέμα ως ~ ~. Δεν είναι ~ ~ να ... Ήττα χωρίς ~. ΣΥΝ. επουσιώδης ΑΝΤ. ουσιώδης, δίνω σημασία (προφ.): ενδιαφέρομαι για, ασχολούμαι με κάποιον ή κάτι: Μη ~εις ~ στις κακίες/συκοφαντίες (πβ. αδιαφορώ). Κανείς δεν τους έδωσε ~., έχει σημασία & σημασία έχει: έχει αξία, είναι σημαντικό: ~ ~ να τηρούνται οι νόμιμες διαδικασίες. Εκείνο που έχει ~ είναι να ... Δεν έχει (καμιά απολύτως) ~ τι πιστεύω εγώ., με όλη τη σημασία της λέξης (εμφατ.): για να αποδοθεί θετική συνήθ. ιδιότητα στο μέγιστο βαθμό στο ουσιαστικό που προηγείται: άνθρωπος/ήρωας/ομάδα/τελικός ~ ~. Άντρας/γυναίκα ~ ~ (= με άλφα/γάμμα κεφαλαίο, πβ. εκατό τοις εκατό, με τα όλα του/της).|| Σε θαυμάζω ~ ~. [< γαλλ. dans tout le sens du mot] , τι σημασία έχει;: (ως ρητορ. ερώτηση) δεν έχει κανένα νόημα, δεν είναι σημαντικό: ~ ~ ποιος το έγραψε; ~ ~ αν ήρθε χθες ή προχθές; Άλλωστε, ~ ~;, με νόημα/σημασία βλ. νόημα [< 1: αγγλ. significance 2: μτγν. σημασία, αγγλ. meaning]

45525σημασιακός, ή, ό ση-μα-σι-α-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στη σημασία λέξης, φράσης ή πρότασης: ~ές: μονάδες. ~ά: συστατικά. Πβ. σημασιολογικός.
45526σημασιοδότησηση-μα-σι-ο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σημασιοδοτώ: αρνητική/θετική/ιδεολογική/πολιτική/πολιτισμική ~. ~ εννοιών/όρων (= σημασιολόγηση). Νέες/πολλαπλές ~ήσεις. Βλ. -δότηση.
45527σημασιοδοτικός, ή, ό ση-μα-σι-ο-δο-τι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που αναφέρεται στη σημασιοδότηση: ~ή: διαδικασία/λειτουργία.
45528σημασιοδοτώ[σημασιοδοτῶ] ση-μα-σι-ο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {σημασιοδότ-ησε, σημασιοδοτ-ήθηκε, -ηθεί} (απαιτ. λεξιλόγ.): προσδίδω σημασία σε κάτι. Βλ. -δοτώ.
45529σημασιολόγησηση-μα-σι-ο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): απόδοση συγκεκριμένης σημασίας κυρ. σε λέξη. Πβ. σημασιοδότηση.
45530σημασιολογίαση-μα-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη της σημασίας, του περιεχομένου των γλωσσικών μονάδων: γενετική/δομική/ερμηνευτική/ιστορική/λεξική/συγχρονική ~. [< γερμ. Semasiologie, γαλλ. sémasiologie, sémantique, αγγλ. semasiology, semantics]
45531σημασιολογικός, ή, ό ση-μα-σι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στη σημασιολογία ή τη σημασία: ~ή: ανάλυση/αναπαράσταση/ερμηνεία/ετερογένεια/μετάπτωση/συσχέτιση. ~ό: δάνειο/δίκτυο/πεδίο. ~ά: ζεύγη.|| ~ή: έννοια/πληροφορία. ~ό: λάθος. ~ό περιεχόμενο όρου. Πβ. εννοιολογ-, νοηματ-ικός, σημασιακός. ● επίρρ.: σημασιολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: σημασιολογικός ιστός βλ. ιστός [< γερμ. semasiologisch, γαλλ. sémantique, αγγλ. semasiological, semantic]
45532σημασιοσυντακτικός, ή, ό ση-μα-σι-ο-συ-ντα-κτι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη σημασία και σύνταξη κυρ. των λέξεων: ~ή: ανάλυση. ~ές: ιδιότητες.
45533σηματο- & σηματ-α' συνθετικό λέξεων με αναφορά σε 1. οδικό, προειδοποιητικό συνήθ. σήμα: σηματο-δότης. 2. (ειδικότ.-σπάν.) επικοινωνία με σήματα: σηματ-ωρός.
45534σηματοδοσίαση-μα-το-δο-σί-α ουσ. (θηλ.) (κυρ. ΤΗΛΕΠ.): διάδοση σημάτων: δυαδική ~. ~ από χρήστη σε χρήστη/δικτύου/ελέγχου/κοινού καναλιού. Ζεύξεις ~ας. ~ εκτός/εντός ζώνης. Βλ. -δοσία. ΣΥΝ. σηματοδότηση (3)
45535σηματοδότηςση-μα-το-δό-της ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ηλεκτρονική συσκευή που μεταδίδει φωτεινά σήματα, προκειμένου να ρυθμίζεται η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών, φανάρι· γενικότ. κάθε συσκευή που μεταδίδει σήματα: φωτεινός ~. Παραβίαση κόκκινου ~η. Άναψε ο πράσινος ~. Διαβάσεις/διασταυρώσεις με ~ες. Τοποθέτηση ~ών.|| Ηχητικός ~. Βλ. -δότης.
45536σηματοδότησηση-μα-το-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. τοποθέτηση σημάτων ή/και σηματοδοτών σε οδούς, σιδηροδρομικά δίκτυα, αεροδρόμια, χώρους, ώστε να διασφαλίζεται η σωστή τους χρήση και η ασφάλεια των χρηστών: αυτόματη/ηχητική/συντονισμένη ~. ~ της διαδρομής/των μονοπατιών. Φωτεινή ~ αυτοκινητοδρόμων/κόμβων/για πεζούς. ~ σε ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις. ~ χώρων εργασίας. Πβ. σήμανση. Βλ. -δότηση. 2. (μτφ.) έναυσμα, αφετηρία: ~ αλλαγών. ~ ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου/μιας μεγάλης ανατροπής. 3. (σπάν.) σηματοδοσία. [< γαλλ. signalisation, 1909]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.