| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45527 | σημασιοδοτικός | , ή, ό ση-μα-σι-ο-δο-τι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που αναφέρεται στη σημασιοδότηση: ~ή: διαδικασία/λειτουργία. | |
| 45528 | σημασιοδοτώ | [σημασιοδοτῶ] ση-μα-σι-ο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {σημασιοδότ-ησε, σημασιοδοτ-ήθηκε, -ηθεί} (απαιτ. λεξιλόγ.): προσδίδω σημασία σε κάτι. Βλ. -δοτώ. | |
| 45529 | σημασιολόγηση | ση-μα-σι-ο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): απόδοση συγκεκριμένης σημασίας κυρ. σε λέξη. Πβ. σημασιοδότηση. | |
| 45530 | σημασιολογία | ση-μα-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη της σημασίας, του περιεχομένου των γλωσσικών μονάδων: γενετική/δομική/ερμηνευτική/ιστορική/λεξική/συγχρονική ~. [< γερμ. Semasiologie, γαλλ. sémasiologie, sémantique, αγγλ. semasiology, semantics] | |
| 45531 | σημασιολογικός | , ή, ό ση-μα-σι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στη σημασιολογία ή τη σημασία: ~ή: ανάλυση/αναπαράσταση/ερμηνεία/ετερογένεια/μετάπτωση/συσχέτιση. ~ό: δάνειο/δίκτυο/πεδίο. ~ά: ζεύγη.|| ~ή: έννοια/πληροφορία. ~ό: λάθος. ~ό περιεχόμενο όρου. Πβ. εννοιολογ-, νοηματ-ικός, σημασιακός. ● επίρρ.: σημασιολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: σημασιολογικός ιστός βλ. ιστός [< γερμ. semasiologisch, γαλλ. sémantique, αγγλ. semasiological, semantic] | |
| 45532 | σημασιοσυντακτικός | , ή, ό ση-μα-σι-ο-συ-ντα-κτι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη σημασία και σύνταξη κυρ. των λέξεων: ~ή: ανάλυση. ~ές: ιδιότητες. | |
| 45533 | σηματο- & σηματ- | α' συνθετικό λέξεων με αναφορά σε 1. οδικό, προειδοποιητικό συνήθ. σήμα: σηματο-δότης. 2. (ειδικότ.-σπάν.) επικοινωνία με σήματα: σηματ-ωρός. | |
| 45534 | σηματοδοσία | ση-μα-το-δο-σί-α ουσ. (θηλ.) (κυρ. ΤΗΛΕΠ.): διάδοση σημάτων: δυαδική ~. ~ από χρήστη σε χρήστη/δικτύου/ελέγχου/κοινού καναλιού. Ζεύξεις ~ας. ~ εκτός/εντός ζώνης. Βλ. -δοσία. ΣΥΝ. σηματοδότηση (3) | |
| 45535 | σηματοδότης | ση-μα-το-δό-της ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ηλεκτρονική συσκευή που μεταδίδει φωτεινά σήματα, προκειμένου να ρυθμίζεται η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών, φανάρι· γενικότ. κάθε συσκευή που μεταδίδει σήματα: φωτεινός ~. Παραβίαση κόκκινου ~η. Άναψε ο πράσινος ~. Διαβάσεις/διασταυρώσεις με ~ες. Τοποθέτηση ~ών.|| Ηχητικός ~. Βλ. -δότης. | |
| 45536 | σηματοδότηση | ση-μα-το-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. τοποθέτηση σημάτων ή/και σηματοδοτών σε οδούς, σιδηροδρομικά δίκτυα, αεροδρόμια, χώρους, ώστε να διασφαλίζεται η σωστή τους χρήση και η ασφάλεια των χρηστών: αυτόματη/ηχητική/συντονισμένη ~. ~ της διαδρομής/των μονοπατιών. Φωτεινή ~ αυτοκινητοδρόμων/κόμβων/για πεζούς. ~ σε ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις. ~ χώρων εργασίας. Πβ. σήμανση. Βλ. -δότηση. 2. (μτφ.) έναυσμα, αφετηρία: ~ αλλαγών. ~ ενός νέου αναπτυξιακού μοντέλου/μιας μεγάλης ανατροπής. 3. (σπάν.) σηματοδοσία. [< γαλλ. signalisation, 1909] | |
| 45537 | σηματοδοτώ | [σηματοδοτῶ] ση-μα-το-δο-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σηματοδοτ-είς | σηματοδότ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος} 1. {κυρ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.) αποτελώ το έναυσμα για κάτι: ~ησε την αρχή/τη λήξη μιας περιόδου. Γεγονός/πολιτική που ~ησε τις εξελίξεις. ~ούνται αλλαγές. ΣΥΝ. οριοθετώ (2) 2. τοποθετώ σήματα ή/και σηματόδοτες σε δρόμους ή χώρους, ώστε να διασφαλιστεί η σωστή χρήση τους και η ασφάλεια των χρηστών: Τα όρια ταχύτητας ~ούνται σε χιλιόμετρα ανά ώρα. Δίκτυο μονοπατιών που έχει ~ηθεί και χαρτογραφηθεί. ~ημένη: διαδρομή. Βλ. -δοτώ. [< γαλλ. signaliser] | |
| 45538 | σηματολόγιο | ση-μα-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. βιβλίο στο οποίο ερμηνεύονται τα ναυτικά σήματα, κώδικας σημάτων. Βλ. -λόγιο. | |
| 45539 | σηματωρός | ση-μα-τω-ρός ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που βρίσκεται στην πίστα αεροδρομίου και κατευθύνει αεροπλάνο, που μόλις προσγειώθηκε, στην τελική του θέση. 2. ΝΑΥΤ. υπαξιωματικός ή ναύτης πολεμικού πλοίου, εκπαιδευμένος στα σήματα με σημαίες, τα οποία χρησιμοποιούνται, όταν όλοι οι άλλοι τρόποι επικοινωνίας είναι ανέφικτοι. 3. (σπάν.-μτφ.) σήμα, σημείο αναφοράς: Η πορεία της μετοχής αποτελεί ~ό για την οικονομία (βλ. βαρόμετρο). Έργο-~ που θα ολοκληρωθεί το ... [< γαλλ. homme des signaux] | |
| 45540 | σημαφόρος | ση-μα-φό-ρος ουσ. (αρσ.) & σηματοφόρος & σηματοφορέας: σύστημα ή όργανο για μετάδοση σημάτων· ΠΛΗΡΟΦ. προγραμματιστική δομή δεδομένων, που χρησιμοποιείται για τον συγχρονισμό διεργασιών που εκτελούνται ταυτόχρονα: δυαδικός ~. Βλ. -φόρος. [< αγγλ. semaphore, γαλλ. sémaphore] | |
| 45541 | σημειακός | , ή, ό ση-μει-α-κός επίθ. (επιστ.): που αναφέρεται σε ένα σημείο ή αποτελείται από σημεία: ~ός: φωτισμός (: σποτ)/χάρτης. (ΦΥΣ.) ~ά: σωματίδια/φορτία. ~ή: πηγή φωτός.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ό: σύστημα (βλ. γλώσσα, κώδικας). ~ά: σύμβολα. Βλ. συμβολικός. [< γαλλ. ponctuel] | |
| 45542 | σημείο | [σημεῖο] ση-μεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. μέρος, θέση που προσδιορίζεται με ακρίβεια· ειδικότ. ορισμένη περιοχή του σώματος: ~ αναχώρησης/αφετηρίας/άφιξης/εισόδου-εξόδου/εκκίνησης/εστίασης/ισορροπίας/προορισμού/συνάντησης/τερματισμού. ~ ελέγχου διαβατηρίων/πώλησης προϊόντων/σύνδεσης των καλωδίων. ~ του χώρου. Μεθοριακό ~ διέλευσης. Κεντρικό ~ της πόλης. Το ακριβές ~ της πτώσης του μετεωρίτη. Το ανώτερο ~ της διαδρομής. Ευστόχησε από το ~ του πέναλτι. Πόλη χτισμένη σε στρατηγικό ~. Οι γεωγραφικές συντεταγμένες του ~ου (= τόπου) που βρισκόμαστε. Τα φωτεινότερα ~α του ουρανού.|| ~ του θώρακα/κεφαλιού/ποδιού/χεριού. ~ στήριξης της πλάτης. 2. (μτφ.) τμήμα ευρύτερου συνόλου: Το θετικό ~ του κειμένου/νομοσχεδίου. Το επίμαχο ~ της εκπομπής/ομιλίας. Εξηγεί κάθε ~ των θέσεών της. Αρκετά ~α του βιβλίου είναι αμφιλεγόμενα. Διευκρίνισε τα δύσκολα/κυριότερα ~α της ύλης. Βασικά ~α της υπόθεσης παραμένουν αδιερεύνητα. Τα ενδιαφέροντα/κωμικά/μελανά ~α της παράστασης/ταινίας. Τα ~α-κλειδιά του σχεδίου διάσωσης. 3. συγκεκριμένη χρονική στιγμή· κατ' επέκτ. φάση, στάδιο: χρονικό ~. Στο ~ αυτό αξίζει/πρέπει να ... Από το ~ αυτό και μετά. Κομβικό/κρίσιμο ~ της εξέλιξης. Καθοριστικό ~ του αγώνα.|| Το πιο αποφασιστικό ~ της ιστορίας/πορείας της. Σε ποιο ~ της προετοιμασίας βρίσκεστε; Είναι στο καλύτερο ~ της καριέρας τους. 4. (μτφ.) (σε ποιοτική ή άλλου είδους κλίμακα) βαθμός: έσχατο ~ απανθρωπιάς/ξεπεσμού/παρακμής/υποτέλειας. Μέγιστο/ύψιστο ~ ακμής/δύναμης/μεγαλείου. Έχουν φτάσει στο ύστατο ~ εξευτελισμού. Στο ίδιο ~ ανάπτυξης. Σε ~ αγανάκτησης/απελπισίας/απόγνωσης. Μας ταλαιπώρησαν αφάνταστα, σε τέτοιο ~/σε ~ που δεν αντέχαμε άλλο. Σε/στο ~ μάλιστα που ... Ως ποιο ~/(λόγ.) μέχρι ποίου ~ου είναι διατεθειμένοι να ... Πβ. όριο. 5. σημάδι, αντικειμενική κυρ. ένδειξη: ~α ανάκαμψης/ανάρρωσης/βελτίωσης/κόπωσης/κούρασης/φθοράς/ύφεσης. Πβ. ίχνος, σύμπτωμα.|| Θεϊκά ~α. Πβ. οιωνός. 6. γραπτό σύμβολο: μουσικό/ορθογραφικό/τονικό/τυπογραφικό ~. Το ~ της αφαίρεσης (-)/της διαίρεσης (:)/του πολλαπλασιασμού (x)/της πρόσθεσης (+). (ΑΣΤΡΟΛ.) Τα ζωδιακά ~α (= ζώδια). 7. ΓΕΩΜ. το ελάχιστο, θεμελιώδες στοιχείο του χώρου, το οποίο θεωρητικά έχει θέση, αλλά όχι διαστάσεις: Οι διχοτόμοι των γωνιών ενός τριγώνου διέρχονται από το ίδιο ~ (βλ. έκκεντρο). ~ τομής των διαγωνίων. Έστω Α το δεδομένο ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σημεία ζωής: στοιχεία που δείχνουν ότι κάποιος βρίσκεται στη ζωή: Δεν δείχνει ~ ~ (: είναι νεκρός). (Δεν) υπάρχουν ~ ~ (βλ. σφυγμός).|| Δεν έχει δώσει ~ ~ (: έχει εξαφανιστεί, αγνοείται). [< γαλλ. signes de vie] , σημεία των καιρών (ΚΔ): αρνητικά συνήθ. γνωρίσματα συγκεκριμένης εποχής, που θεωρείται ότι προμηνύουν κάτι: ~ο ~ η απαξίωση της εντιμότητας. Τα ~ ~ δείχνουν ότι ..., σημείο μηδέν: η αρχή και κατ΄επέκτ. οριακή και συνήθ. κρίσιμη κατάσταση: Ξεκίνησε και πάλι από το ~ ~. ~ ~ για την ανάληψη της εξουσίας (πβ. ορόσημο).|| Σε ~ ~ οι διαπραγματεύσεις. Η ανθρωπότητα/οικονομία βρίσκεται στο ~ ~. Έχουμε φτάσει στο ~ ~ (: στο απροχώρητο, στο ναδίρ). Βλ. ώρα μηδέν. [< αγγλ. zero point] , σημείο πίεσης 1. στο οποίο ασκείται δύναμη: ~α ~ του σώματος. 2. (μτφ.) μέσο επιρροής, ώστε να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα: Το ίντερνετ μπορεί να αποτελέσει ισχυρό ~ ~ και κινητοποίησης., το σημείο του σταυρού: ΕΚΚΛΗΣ. οι κινήσεις του δεξιού χεριού με τις οποίες γίνεται το σχήμα του σταυρού· το αντίστοιχο σύμβολο: Έκανε ~ ~ (πβ. κάνω τον σταυρό μου)., αδύνατο σημείο βλ. αδύνατος, ακτινοβόλο σημείο βλ. ακτινοβόλος, απόκρυφα σημεία (του σώματος) βλ. απόκρυφος, αρχιμήδειο σημείο βλ. αρχιμήδειος, γειτονία του σημείου βλ. γειτονία, γλωσσικό σημείο βλ. γλωσσικός, Εθνικό Σημείο Επαφής βλ. επαφή, επώδυνα σημεία βλ. επώδυνος, καίριο σημείο βλ. καίριος, καταφανές σημείο βλ. καταφανής, νεκρό σημείο βλ. νεκρός, σημεία στίξης βλ. στίξη, σημείο ανάφλεξης βλ. ανάφλεξη, σημείο αναφοράς βλ. αναφορά, σημείο βρασμού/ζέσης βλ. βρασμός, σημείο δρόσου βλ. δρόσος, σημείο επαφής βλ. επαφή, σημείο καμπής βλ. καμπή, σημείο παρουσίας βλ. παρουσία, σημείο πήξης βλ. πήξη, σημείο τήξης βλ. τήξη, σημείο τριβής βλ. τριβή, τυφλό σημείο βλ. τυφλός, χιλιομετρική θέση βλ. χιλιομετρικός ● ΦΡ.: με έφερε στο σημείο να (προφ.): με οδήγησε, με εξανάγκασε να: Η φτώχεια την ~ ~ κλέψει. Μας έχει φέρει ~ μη μιλιόμαστε., μέχρι του σημείου να (εμφατ.): για να δηλωθεί ο βαθμός στον οποίο γίνεται κάτι: Έφτασε ~ ~ απειλεί ότι ..., σημεία και τέρατα & τέρατα και σημεία: σοβαρά, αποτρόπαια, σπάνια ή/και περίεργα γεγονότα ή καταστάσεις: Γίνονται/συμβαίνουν ~ ~. Βλέπω/καταγγέλλω ~ ~. , σημείο G (τζι): ΙΑΤΡ. ερωτογενής ζώνη που πιστεύεται ότι βρίσκεται στον γυναικείο κόλπο, της οποίας η διέγερση κατά την ερωτική επαφή μεγιστοποιεί τη σεξουαλική απόλαυση της γυναίκας. Βλ. σεξουαλικότητα. [< αγγλ. Gräfenberg Spot, 1981] , σημείο προς σημείο: λεπτομερειακά, αναλυτικά: Απάντησε ~ ~ σε όλες τις κατηγορίες. Κατέρριψε ~ ~ τα επιχειρήματα των αντιπάλων. Πβ. διεξοδικά., τα τέσσερα σημεία (του ορίζοντα): ο βορράς, ο νότος, η ανατολή και η δύση· κατ' επέκτ. όλος ο κόσμος: προσωπικότητες από ~ ~ του πλανήτη. Είναι (δια)σκορπισμένοι στα ~ ~ της Γης/της οικουμένης/του ορίζοντα. [< γαλλ. les quatre points cardinaux] , φτάνω σε οριακό σημείο: για να δηλωθεί ότι κάτι δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο: Η κατάσταση/κρίση έχει φτάσει ~ (= στο απροχώρητο).|| (σπανιότ. για πρόσ.) Έχουμε φτάσει ~ (= στο μη περαιτέρω)., φτάνω στο σημείο να ... (προφ.): περιέρχομαι σε άσχημη, δυσάρεστη κατάσταση, καταντώ: Έφτασα ~ μην πιστεύω τίποτα απ' όσα λέει.|| Έχει φτάσει ~ φοβάται με το παραμικρό., ως ένα σημείο & μέχρι(ς) ενός σημείου/ένα σημείο: για κάτι που γίνεται εν μέρει δεκτό ή φτάνει σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο ή στάδιο: ~ ~, οι απόψεις/παρατηρήσεις του είναι σωστές. Ο στόχος μας, ~ ~, εκπληρώθηκε. Σε δικαιολογώ/καταλαβαίνω ~ (ορισμένο) ~. ΣΥΝ. εν τινι μέτρω, ως έναν βαθμό [< αγγλ. up to a point] , νίκη στα σημεία βλ. νίκη, νικώ στα σημεία βλ. νικώ, υπερέχει στα σημεία βλ. υπερέχω [< αρχ., μτγν. σημεῖον, αγγλ.-γαλλ. point, γαλλ. signe] | |
| 45543 | σημειο- | : α' συνθετικό που αναφέρεται σε σύστημα σημείων, συμβόλων: ~γραφία.|| ~λογία. | |
| 45544 | σημειογραφία | ση-μει-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. παρασημαντική. | |
| 45545 | σημειογραφικός | , ή, ό ση-μει-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με τη σημειογραφία: το ~ό σύστημα της βυζαντινής μουσικής. ● επίρρ.: σημειογραφικά [< μτγν. σημειογραφικός 'που αναφέρεται στη στενογραφία'] | |
| 45546 | σημειολογία | ση-μει-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. επιστήμη που μελετά τα σημειακά συστήματα (γλώσσες, κώδικες, σύμβολα) κυρ. των ανθρώπων, τα οποία επιτρέπουν την επικοινωνία στο πλαίσιο της κοινωνικής ζωής· συνεκδ. τα σημεία που περιλαμβάνονται σε καθένα από αυτά τα συστήματα. ΣΥΝ. σημειωτική. Βλ. ανάλυση περιεχομένου.|| Η ~ της διαφήμισης/του θεατρικού λόγου/του κινηματογράφου/των λουλουδιών/των χρωμάτων. 2. ΙΑΤΡ. συμπτωματολογία: κλινική/νευρολογική ~. [< 1: γαλλ. sémiologie, περ. 1910, αγγλ. semiology, 1923] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ