| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45537 | σηματοδοτώ | [σηματοδοτῶ] ση-μα-το-δο-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σηματοδοτ-είς | σηματοδότ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος} 1. {κυρ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.) αποτελώ το έναυσμα για κάτι: ~ησε την αρχή/τη λήξη μιας περιόδου. Γεγονός/πολιτική που ~ησε τις εξελίξεις. ~ούνται αλλαγές. ΣΥΝ. οριοθετώ (2) 2. τοποθετώ σήματα ή/και σηματόδοτες σε δρόμους ή χώρους, ώστε να διασφαλιστεί η σωστή χρήση τους και η ασφάλεια των χρηστών: Τα όρια ταχύτητας ~ούνται σε χιλιόμετρα ανά ώρα. Δίκτυο μονοπατιών που έχει ~ηθεί και χαρτογραφηθεί. ~ημένη: διαδρομή. Βλ. -δοτώ. [< γαλλ. signaliser] | |
| 45538 | σηματολόγιο | ση-μα-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. βιβλίο στο οποίο ερμηνεύονται τα ναυτικά σήματα, κώδικας σημάτων. Βλ. -λόγιο. | |
| 45539 | σηματωρός | ση-μα-τω-ρός ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που βρίσκεται στην πίστα αεροδρομίου και κατευθύνει αεροπλάνο, που μόλις προσγειώθηκε, στην τελική του θέση. 2. ΝΑΥΤ. υπαξιωματικός ή ναύτης πολεμικού πλοίου, εκπαιδευμένος στα σήματα με σημαίες, τα οποία χρησιμοποιούνται, όταν όλοι οι άλλοι τρόποι επικοινωνίας είναι ανέφικτοι. 3. (σπάν.-μτφ.) σήμα, σημείο αναφοράς: Η πορεία της μετοχής αποτελεί ~ό για την οικονομία (βλ. βαρόμετρο). Έργο-~ που θα ολοκληρωθεί το ... [< γαλλ. homme des signaux] | |
| 45540 | σημαφόρος | ση-μα-φό-ρος ουσ. (αρσ.) & σηματοφόρος & σηματοφορέας: σύστημα ή όργανο για μετάδοση σημάτων· ΠΛΗΡΟΦ. προγραμματιστική δομή δεδομένων, που χρησιμοποιείται για τον συγχρονισμό διεργασιών που εκτελούνται ταυτόχρονα: δυαδικός ~. Βλ. -φόρος. [< αγγλ. semaphore, γαλλ. sémaphore] | |
| 45541 | σημειακός | , ή, ό ση-μει-α-κός επίθ. (επιστ.): που αναφέρεται σε ένα σημείο ή αποτελείται από σημεία: ~ός: φωτισμός (: σποτ)/χάρτης. (ΦΥΣ.) ~ά: σωματίδια/φορτία. ~ή: πηγή φωτός.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ό: σύστημα (βλ. γλώσσα, κώδικας). ~ά: σύμβολα. Βλ. συμβολικός. [< γαλλ. ponctuel] | |
| 45542 | σημείο | [σημεῖο] ση-μεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. μέρος, θέση που προσδιορίζεται με ακρίβεια· ειδικότ. ορισμένη περιοχή του σώματος: ~ αναχώρησης/αφετηρίας/άφιξης/εισόδου-εξόδου/εκκίνησης/εστίασης/ισορροπίας/προορισμού/συνάντησης/τερματισμού. ~ ελέγχου διαβατηρίων/πώλησης προϊόντων/σύνδεσης των καλωδίων. ~ του χώρου. Μεθοριακό ~ διέλευσης. Κεντρικό ~ της πόλης. Το ακριβές ~ της πτώσης του μετεωρίτη. Το ανώτερο ~ της διαδρομής. Ευστόχησε από το ~ του πέναλτι. Πόλη χτισμένη σε στρατηγικό ~. Οι γεωγραφικές συντεταγμένες του ~ου (= τόπου) που βρισκόμαστε. Τα φωτεινότερα ~α του ουρανού.|| ~ του θώρακα/κεφαλιού/ποδιού/χεριού. ~ στήριξης της πλάτης. 2. (μτφ.) τμήμα ευρύτερου συνόλου: Το θετικό ~ του κειμένου/νομοσχεδίου. Το επίμαχο ~ της εκπομπής/ομιλίας. Εξηγεί κάθε ~ των θέσεών της. Αρκετά ~α του βιβλίου είναι αμφιλεγόμενα. Διευκρίνισε τα δύσκολα/κυριότερα ~α της ύλης. Βασικά ~α της υπόθεσης παραμένουν αδιερεύνητα. Τα ενδιαφέροντα/κωμικά/μελανά ~α της παράστασης/ταινίας. Τα ~α-κλειδιά του σχεδίου διάσωσης. 3. συγκεκριμένη χρονική στιγμή· κατ' επέκτ. φάση, στάδιο: χρονικό ~. Στο ~ αυτό αξίζει/πρέπει να ... Από το ~ αυτό και μετά. Κομβικό/κρίσιμο ~ της εξέλιξης. Καθοριστικό ~ του αγώνα.|| Το πιο αποφασιστικό ~ της ιστορίας/πορείας της. Σε ποιο ~ της προετοιμασίας βρίσκεστε; Είναι στο καλύτερο ~ της καριέρας τους. 4. (μτφ.) (σε ποιοτική ή άλλου είδους κλίμακα) βαθμός: έσχατο ~ απανθρωπιάς/ξεπεσμού/παρακμής/υποτέλειας. Μέγιστο/ύψιστο ~ ακμής/δύναμης/μεγαλείου. Έχουν φτάσει στο ύστατο ~ εξευτελισμού. Στο ίδιο ~ ανάπτυξης. Σε ~ αγανάκτησης/απελπισίας/απόγνωσης. Μας ταλαιπώρησαν αφάνταστα, σε τέτοιο ~/σε ~ που δεν αντέχαμε άλλο. Σε/στο ~ μάλιστα που ... Ως ποιο ~/(λόγ.) μέχρι ποίου ~ου είναι διατεθειμένοι να ... Πβ. όριο. 5. σημάδι, αντικειμενική κυρ. ένδειξη: ~α ανάκαμψης/ανάρρωσης/βελτίωσης/κόπωσης/κούρασης/φθοράς/ύφεσης. Πβ. ίχνος, σύμπτωμα.|| Θεϊκά ~α. Πβ. οιωνός. 6. γραπτό σύμβολο: μουσικό/ορθογραφικό/τονικό/τυπογραφικό ~. Το ~ της αφαίρεσης (-)/της διαίρεσης (:)/του πολλαπλασιασμού (x)/της πρόσθεσης (+). (ΑΣΤΡΟΛ.) Τα ζωδιακά ~α (= ζώδια). 7. ΓΕΩΜ. το ελάχιστο, θεμελιώδες στοιχείο του χώρου, το οποίο θεωρητικά έχει θέση, αλλά όχι διαστάσεις: Οι διχοτόμοι των γωνιών ενός τριγώνου διέρχονται από το ίδιο ~ (βλ. έκκεντρο). ~ τομής των διαγωνίων. Έστω Α το δεδομένο ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σημεία ζωής: στοιχεία που δείχνουν ότι κάποιος βρίσκεται στη ζωή: Δεν δείχνει ~ ~ (: είναι νεκρός). (Δεν) υπάρχουν ~ ~ (βλ. σφυγμός).|| Δεν έχει δώσει ~ ~ (: έχει εξαφανιστεί, αγνοείται). [< γαλλ. signes de vie] , σημεία των καιρών (ΚΔ): αρνητικά συνήθ. γνωρίσματα συγκεκριμένης εποχής, που θεωρείται ότι προμηνύουν κάτι: ~ο ~ η απαξίωση της εντιμότητας. Τα ~ ~ δείχνουν ότι ..., σημείο μηδέν: η αρχή και κατ΄επέκτ. οριακή και συνήθ. κρίσιμη κατάσταση: Ξεκίνησε και πάλι από το ~ ~. ~ ~ για την ανάληψη της εξουσίας (πβ. ορόσημο).|| Σε ~ ~ οι διαπραγματεύσεις. Η ανθρωπότητα/οικονομία βρίσκεται στο ~ ~. Έχουμε φτάσει στο ~ ~ (: στο απροχώρητο, στο ναδίρ). Βλ. ώρα μηδέν. [< αγγλ. zero point] , σημείο πίεσης 1. στο οποίο ασκείται δύναμη: ~α ~ του σώματος. 2. (μτφ.) μέσο επιρροής, ώστε να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα: Το ίντερνετ μπορεί να αποτελέσει ισχυρό ~ ~ και κινητοποίησης., το σημείο του σταυρού: ΕΚΚΛΗΣ. οι κινήσεις του δεξιού χεριού με τις οποίες γίνεται το σχήμα του σταυρού· το αντίστοιχο σύμβολο: Έκανε ~ ~ (πβ. κάνω τον σταυρό μου)., αδύνατο σημείο βλ. αδύνατος, ακτινοβόλο σημείο βλ. ακτινοβόλος, απόκρυφα σημεία (του σώματος) βλ. απόκρυφος, αρχιμήδειο σημείο βλ. αρχιμήδειος, γειτονία του σημείου βλ. γειτονία, γλωσσικό σημείο βλ. γλωσσικός, Εθνικό Σημείο Επαφής βλ. επαφή, επώδυνα σημεία βλ. επώδυνος, καίριο σημείο βλ. καίριος, καταφανές σημείο βλ. καταφανής, νεκρό σημείο βλ. νεκρός, σημεία στίξης βλ. στίξη, σημείο ανάφλεξης βλ. ανάφλεξη, σημείο αναφοράς βλ. αναφορά, σημείο βρασμού/ζέσης βλ. βρασμός, σημείο δρόσου βλ. δρόσος, σημείο επαφής βλ. επαφή, σημείο καμπής βλ. καμπή, σημείο παρουσίας βλ. παρουσία, σημείο πήξης βλ. πήξη, σημείο τήξης βλ. τήξη, σημείο τριβής βλ. τριβή, τυφλό σημείο βλ. τυφλός, χιλιομετρική θέση βλ. χιλιομετρικός ● ΦΡ.: με έφερε στο σημείο να (προφ.): με οδήγησε, με εξανάγκασε να: Η φτώχεια την ~ ~ κλέψει. Μας έχει φέρει ~ μη μιλιόμαστε., μέχρι του σημείου να (εμφατ.): για να δηλωθεί ο βαθμός στον οποίο γίνεται κάτι: Έφτασε ~ ~ απειλεί ότι ..., σημεία και τέρατα & τέρατα και σημεία: σοβαρά, αποτρόπαια, σπάνια ή/και περίεργα γεγονότα ή καταστάσεις: Γίνονται/συμβαίνουν ~ ~. Βλέπω/καταγγέλλω ~ ~. , σημείο G (τζι): ΙΑΤΡ. ερωτογενής ζώνη που πιστεύεται ότι βρίσκεται στον γυναικείο κόλπο, της οποίας η διέγερση κατά την ερωτική επαφή μεγιστοποιεί τη σεξουαλική απόλαυση της γυναίκας. Βλ. σεξουαλικότητα. [< αγγλ. Gräfenberg Spot, 1981] , σημείο προς σημείο: λεπτομερειακά, αναλυτικά: Απάντησε ~ ~ σε όλες τις κατηγορίες. Κατέρριψε ~ ~ τα επιχειρήματα των αντιπάλων. Πβ. διεξοδικά., τα τέσσερα σημεία (του ορίζοντα): ο βορράς, ο νότος, η ανατολή και η δύση· κατ' επέκτ. όλος ο κόσμος: προσωπικότητες από ~ ~ του πλανήτη. Είναι (δια)σκορπισμένοι στα ~ ~ της Γης/της οικουμένης/του ορίζοντα. [< γαλλ. les quatre points cardinaux] , φτάνω σε οριακό σημείο: για να δηλωθεί ότι κάτι δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο: Η κατάσταση/κρίση έχει φτάσει ~ (= στο απροχώρητο).|| (σπανιότ. για πρόσ.) Έχουμε φτάσει ~ (= στο μη περαιτέρω)., φτάνω στο σημείο να ... (προφ.): περιέρχομαι σε άσχημη, δυσάρεστη κατάσταση, καταντώ: Έφτασα ~ μην πιστεύω τίποτα απ' όσα λέει.|| Έχει φτάσει ~ φοβάται με το παραμικρό., ως ένα σημείο & μέχρι(ς) ενός σημείου/ένα σημείο: για κάτι που γίνεται εν μέρει δεκτό ή φτάνει σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο ή στάδιο: ~ ~, οι απόψεις/παρατηρήσεις του είναι σωστές. Ο στόχος μας, ~ ~, εκπληρώθηκε. Σε δικαιολογώ/καταλαβαίνω ~ (ορισμένο) ~. ΣΥΝ. εν τινι μέτρω, ως έναν βαθμό [< αγγλ. up to a point] , νίκη στα σημεία βλ. νίκη, νικώ στα σημεία βλ. νικώ, υπερέχει στα σημεία βλ. υπερέχω [< αρχ., μτγν. σημεῖον, αγγλ.-γαλλ. point, γαλλ. signe] | |
| 45543 | σημειο- | : α' συνθετικό που αναφέρεται σε σύστημα σημείων, συμβόλων: ~γραφία.|| ~λογία. | |
| 45544 | σημειογραφία | ση-μει-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. παρασημαντική. | |
| 45545 | σημειογραφικός | , ή, ό ση-μει-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με τη σημειογραφία: το ~ό σύστημα της βυζαντινής μουσικής. ● επίρρ.: σημειογραφικά [< μτγν. σημειογραφικός 'που αναφέρεται στη στενογραφία'] | |
| 45546 | σημειολογία | ση-μει-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. επιστήμη που μελετά τα σημειακά συστήματα (γλώσσες, κώδικες, σύμβολα) κυρ. των ανθρώπων, τα οποία επιτρέπουν την επικοινωνία στο πλαίσιο της κοινωνικής ζωής· συνεκδ. τα σημεία που περιλαμβάνονται σε καθένα από αυτά τα συστήματα. ΣΥΝ. σημειωτική. Βλ. ανάλυση περιεχομένου.|| Η ~ της διαφήμισης/του θεατρικού λόγου/του κινηματογράφου/των λουλουδιών/των χρωμάτων. 2. ΙΑΤΡ. συμπτωματολογία: κλινική/νευρολογική ~. [< 1: γαλλ. sémiologie, περ. 1910, αγγλ. semiology, 1923] | |
| 45547 | σημειολογικός | , ή, ό ση-μει-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη σημειολογία ή τον σημειολόγο: ~ή: αξία/θεωρία/προσέγγιση. ~ή ανάλυση εικόνας/κειμένου. Πβ. σημειωτικός. [< γαλλ. sémiologique, 1910] | |
| 45548 | σημειολόγος | ση-μει-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με ειδίκευση στη σημειολογία. [< γαλλ. sémiologue, αγγλ. sem(e)iologist] | |
| 45549 | σημειοσειρά | ση-μει-ο-σει-ρά ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. σύνολο σημείων ευθείας. | |
| 45550 | σημειοσύνολο | ση-μει-ο-σύ-νο-λο ουσ. (ουδ.): ΜΑΘ. σύνολο που αποτελείται από τα σημεία επιφάνειας. | |
| 45551 | σημείωμα | ση-μεί-ω-μα ουσ. (ουδ.) {σημειώμ-ατος | -ατα}: σύντομο κείμενο που γράφεται συνήθ. πρόχειρα σε φύλλο από χαρτί: γραπτό/εισαγωγικό/εκδοτικό/εμπιστευτικό/ερωτικό (πβ. ραβασάκι)/ιδιόχειρο/κριτικό (πβ. σχόλιο)/προλογικό/συνοδευτικό ~. Αφήνω ένα ~. Πβ. μπιλιέτο.|| Ηλεκτρονικό ~.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Ακυρωτικό/ανεπίσημο (= νον πέιπερ)/διαβιβαστικό/εισηγητικό/εκκαθαριστικό (της εφορίας)/ενημερωτικό/υπηρεσιακό ~. Πληροφοριακά ~ατα. Έλαβε το ~ κατάταξης (: στον στρατό). Ειδικά ~ατα περαίωσης ΦΠΑ. Βλ. δελτίο, έγγραφο. ● Υποκ.: σημειωματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: βιογραφικό (σημείωμα) βλ. βιογραφικός, εργοβιογραφικό (σημείωμα) βλ. εργοβιογραφικός [< μτγν. σημείωμα 'αρχείο', γαλλ. note] | |
| 45552 | σημειωματάριο | ση-μει-ω-μα-τά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: μικρό τετράδιο για σημειώσεις: δερμάτινο/εύχρηστο ~. ~ διευθύνσεων/σκέψεων. Ντοσιέ με αριθμομηχανή και ~. Βλ. καρνέ.|| Ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~. Πβ. ατζέντα, μπλοκ, τεφτέρι. [< γαλλ. bloc-notes] | |
| 45553 | σημειώνω | ση-μει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {σημείω-σα, σημειώ-θηκε, -θεί, -μένος, σημειών-οντας, προστ. σημειώ-στε (λόγ.) -σατε} 1. γράφω, καταγράφω κάτι, κυρ. για να μην το ξεχάσω· χρησιμοποιώ γραπτό σύμβολο, για να μαρκάρω κάτι: ~στε την ημερομηνία/τον κωδικό στην ατζέντα/στο περιθώριο/στο σημειωματάριο/στο τετράδιο/στο χαρτί. Ο μάρτυρας ~σε τον αριθμό του αυτοκινήτου. ~σε όσα ειπώθηκαν (: κράτησε σημειώσεις). ~θηκαν τα ονόματα με αλφαβητική σειρά.|| ~σε τα λάθη. ~ με κόκκινο μολύβι/στιλό. Τα πεδία που ~ονται με αστερίσκο είναι υποχρεωτικά. Πβ. σημαδεύω. Βλ. επι~, προ~. 2. (μτφ.) κρατώ κάτι στη μνήμη, το λαμβάνω υπόψη: Το ~ αυτό, για να ξέρουμε τι μας περιμένει. ~στε ότι πρέπει ... Επιβάλλεται να ~θεί ότι … Πβ. θυμάμαι, υπολογίζω. 3. (μτφ.) επισημαίνω: Επιθυμώ να ~σω τα εξής ... Αρκεί να/ας ~θεί ότι η εταιρεία δεν είναι κερδοσκοπική. Αξίζει/πρέπει να ~θεί η αξιέπαινη πρωτοβουλία τους. Πβ. εξαίρω, τονίζω, υπογραμμίζω. 4. (ειδικότ. για αθλητή ή ομάδα) πετυχαίνω: ~σε γκολ/καλάθι/παγκόσμιο ρεκόρ/... πόντους/τρίποντο. Πβ. βάζω. ● σημειώνει (μτφ.): εμφανίζει, παρουσιάζει κάτι, θετικό ή αρνητικό: Δείκτης/μετοχή που ~σε άνοδο/πτώση. Η διοργάνωση/εκδήλωση ~σε αποτυχία/επιτυχία. Οι τιμές δεν ~σαν μεταβολή. ~θηκε αύξηση/κάμψη/μείωση των πωλήσεων. Έχει ~θεί (= πραγματοποιηθεί) αξιόλογη πρόοδος/ρεκόρ προσέλευσης. Δεν ~θηκε αλλαγή στη συμπεριφορά τους. ● Παθ.: σημειώνεται (λόγ.): γίνεται, συμβαίνει, παρατηρείται: ~ονται διαρροές/χιονοπτώσεις. ~θηκαν εκρήξεις/εμπρησμοί/επεισόδια/ζημιές/θάνατοι/καταιγίδες/παρατυπίες/προβλήματα/συγκρούσεις/τροχαία. ~θηκε ασθενής σεισμική δόνηση. Εξακολουθούν να ~ονται κρούσματα της νόσου. Πβ. καταγράφεται. ● ΦΡ.: γράψε/γράψτε λάθος βλ. λάθος, σημειώσατε 1/2/Χ βλ. χι2 [< μεσν. σημειώνω < μτγν. σημειῶ, γαλλ. marquer, noter, αγγλ. mark] | |
| 45554 | σημείωση | ση-μεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. γραπτό κείμενο, συχνά σε συντομευμένη μορφή, με μορφή καταγραφής ή υπόμνησης στοιχείων: πρόχειρη/χειρόγραφη ~. Δυσανάγνωστες/προσωπικές ~ώσεις. Μπλοκ/τετράδιο/φύλλα ~ώσεων (πβ. σημειωματάριο). ~ώσεις στο περιθώριο των σελίδων (βλ. σχόλιο, ώα)/πάνω σε ένα θέμα. Κρατάει εκτενείς/λεπτομερείς ~ώσεις κατά τη διάρκεια του μαθήματος. Έριξε μια ματιά στις/συμβουλεύτηκε τις ~ώσεις του. Υπό μορφή ~ώσεων. Βλ. προ~. 2. σχόλιο, επεξήγηση ή γενικά συμπληρωματική πληροφορία που καταγράφεται συνήθ. στο κάτω μέρος ή στο τέλος του κειμένου: βιβλιογραφική/επεξηγηματική/νομική/υποσελίδια ~. ~ περιθωρίου. ~ του εκδότη/επιμελητή/μεταφραστή (συντομ. Σ.τ.Μ.)/συγγραφέα. Αριθμημένες (: στο τέλος κεφαλαίου/σελίδας)/ερμηνευτικές ~ώσεις. ~ώσεις τέλους. ~ για τα πνευματικά δικαιώματα. Εισαγωγή και ~ώσεις (: σε κριτική έκδοση). Βλ. σχόλιο, επι~, υπο~. ● σημειώσεις (οι): σύνολο καταγεγραμμένων πληροφοριών που προέρχονται από παραδόσεις μαθημάτων και συνήθ. κυκλοφορούν σε μορφή φυλλαδίου ή βιβλίου: αναλυτικές/δακτυλογραφημένες/διδακτικές/πανεπιστημιακές/περιληπτικές/φωτοτυπημένες ~. ~ εργαστηρίου/θεωρίας/φροντιστηρίου. Τεύχος ~ώσεων. ~ από τις διαλέξεις.|| (σε ηλεκτρονική μορφή) Ιστοσελίδα που παρέχει ~ και ασκήσεις. ● ΦΡ.: λαμβάνω/κρατώ υπό σημείωση (επίσ.): λαμβάνω κάτι υπόψη: O Σύλλογος έλαβε ~ την ομόφωνη επιθυμία για επανάληψη της συνάντησης. [< μτγν. σημείωσις, γαλλ. note, notice] | |
| 45555 | σημειωτέος | , α, ο ση-μει-ω-τέ-ος επίθ. {εύχρ. στο ουδ.} (λόγ.): που πρέπει να σημειωθεί, να αναφερθεί με προσοχή: ~α τα εξής ... Συνήθ. στη ● ΦΡ.: σημειωτέον ότι/πως (επίσ.): πρέπει, αξίζει να επισημανθεί ότι: ~ ~, αν δεν έχετε λάβει έγκριση, δεν καλύπτονται τα έξοδα. [< μτγν. σημειωτέος] | |
| 45556 | σημειωτής | ση-μει-ω-τής ουσ. (αρσ.) (κυρ. στο μπάσκετ και το βόλεϊ) : ΑΘΛ. μέλος γραμματείας που είναι υπεύθυνο για το φύλλο αγώνα: βοηθός ~ή. Βλ. χρονομέτρης. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ