Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [46100-46120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45557σημειωτικήση-μει-ω-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. σημειολογία. [< γαλλ. sémiotique, περ. 1940, αγγλ. semiotics, 1880 < αρχ. σημειωτικός
45558σημειωτικός, ή, ό ση-μει-ω-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στα σημεία ή τη σημειωτική: ~ός: κώδικας. ~ή: ανάγνωση/ανάλυση/θεωρία. ~οί: τρόποι (: γλώσσα, εικόνα, μουσική. Βλ. πολυτροπικό κείμενο). ~ά: μέσα/συστήματα. Πβ. σημειολογικός. ● επίρρ.: σημειωτικά [< μτγν. σημειωτικός 'που έχει σχέση με σημεία, σημάδια, κατάλληλος να παρατηρεί', γαλλ. sémiotique, αγγλ. semiotic]
45559σημειωτόνση-μει-ω-τόν ουσ. (ουδ.): βήμα επί τόπου: Τα παιδιά κάνουν ~ (: στην παρέλαση).|| (μτφ.) Το ~ (= μποτιλιάρισμα) των αυτοκινήτων στην παραλιακή.|| (κυρ. ως επίρρ.) Κινούνται/πηγαίνουν/προχωρούν ~ (= πολύ αργά). ΑΝΤ. τροχάδην (1) ● ΦΡ.: με βήμα σημειωτόν (μτφ.): με πολύ αργούς ρυθμούς: μεταρρυθμίσεις/προσλήψεις ~ ~. Η oικονομία βαδίζει ~ ~.|| Βήματα σημειωτόν στην καινοτομία. [< μτγν. σημειωτόν 'οτιδήποτε δηλώνεται μέσω κάποιου σημείου', γαλλ. marquer le pas]
45560σήμερασή-με-ρα επίρρ. 1. την παρούσα ημέρα, σε αντιδιαστολή με το αύριο και το χθες: Γεννήθηκε σαν ~, είκοσι χρόνια πριν. ~ γιορτάζουν οι Γιάννηδες. Κάνει ζέστη ~. Αρκετά/φτάνει για ~, δεν δουλεύω άλλο. Τα λέμε ~ το απόγευμα. Τι θα φάμε ~; Η προσφορά ισχύει μόνο για ~. Από ~ στις αίθουσες η νέα ταινία ... 2. η σύγχρονη εποχή, το παρόν: από την αρχαιότητα μέχρι/ως ~. Έως/ως τα σήμερα. Τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ ~ (: στις μέρες μας).|| (ως ουσ.) Ζήσε το ~ (= το τώρα). Οι προκλήσεις του ~. ● ΦΡ.: δεν είναι η μέρα μου (σήμερα)! βλ. μέρα, μην αναβάλλεις/μην αφήνεις (ποτέ) για αύριο ό,τι μπορείς να κάνεις σήμερα βλ. αναβάλλω, σήμερα αύριο/αύριο μεθαύριο βλ. αύριο, σήμερα είμαστε, αύριο δεν είμαστε βλ. αύριο [< μεσν. σήμερα < αρχ. σήμερον]
45561σημερινός, ή, ό ση-με-ρι-νός επίθ. 1. που υπάρχει ή συμβαίνει σήμερα: ~ός: Τύπος. ~ή: κυβέρνηση (= τρέχουσα)/μέρα/συνεδρίαση. ~ό: δελτίο καιρού/μάθημα/πρόγραμμα. Πβ. νυν, τωρινός. ΑΝΤ. αυριανός (1), χθεσινός (1) 2. που σχετίζεται με τη σύγχρονη εποχή: ο ~ός άνθρωπος. Η ~ή κατάσταση/κοινωνία/κρίση. ~ές: αντιλήψεις/ιδέες (πβ. φρέσκος). ~ά: προβλήματα. Με βάση τα ~ά δεδομένα ... [< μτγν. σημερινός ‘σχετικός με την παρούσα ημέρα’]
45562σήμερονσή-με-ρον επίρρ. (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: τη(ν) σήμερον ημέρα(ν) (προφ.): σήμερα, στην εποχή μας, στις μέρες μας: Δεν συμβαίνουν θαύματα ~ ~. [< αρχ. σήμερον]
45564σημιτικός, ή, ό ση-μι-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στους Σημίτες (κυρ. λαούς της ΝΔ Ασίας και της Β. Αφρικής): ~ή: γραφή. ~ές: γλώσσες. [< γαλλ. sémitique]
45567σημύδαση-μύ-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ψηλό, φυλλοβόλο δέντρο (επιστ. ονομασ. Betula pendula) των ψυχρών και εύκρατων περιοχών, με λευκό φλοιό, κρεμαστά κλαδιά και οδοντωτά φύλλα· συνεκδ. το ξύλο του που χρησιμοποιείται στην επιπλοποιία. [< μτγν. σημύδα]
45568σηπίαση-πί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΖΩΟΛ. σουπιά. [< αρχ. σηπία]
45569σήπομαισή-πο-μαι ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (αρχαιοπρ.): σαπίζω. [< αρχ. σήπομαι]
45570σηπτικός, ή, ό ση-πτι-κός επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τη σήψη, την αποσύνθεση: ~ός: βόθρος (: όπου τα υλικά μεταβάλλονται σε άοσμα και αβλαβή στοιχεία). ~ή: δεξαμενή. ΑΝΤ. ασηπτικός 2. ΙΑΤΡ. που έχει μολυνθεί ή προκληθεί από παθογόνα μικρόβια: ~ός: ασθενής. ~ό: χειρουργείο.|| ~ός: πυρετός. ~ή: αρθρίτιδα/θροµβοφλεβίτιδα. ~ό: σοκ (= σηψαιμικό)/σύνδρομο. ΑΝΤ. αντισηπτικός [< αρχ. σηπτικός, γαλλ. septique, αγγλ. septic]
45571σήραγγασή-ραγ-γα ουσ. (θηλ.) {σηράγγων}: υπόγεια ή υποθαλάσσια, συνήθ. τεχνητή, οριζόντια δίοδος, που εξυπηρετεί κυρ. τη διέλευση μέσων μεταφοράς ή τη διοχέτευση μεγάλης ποσότητας υδάτων: δίδυμη/ορεινή/υποβρύχια ~. ~ του μετρό. Διάνοιξη ~ας (βλ. μετροπόντικας). Αστικές/οδικές/σιδηροδρομικές ~ες. ~ες αυτοκινητοδρόμων. Κυκλοφοριακές ρυθμίσεις σε ~. Πβ. στοά.|| Υδραυλικές ~ες. ~ εκτροπής (π.χ. ποταμού/φράγματος).|| Bοηθητικές ~ες εξαερισμού και διαφυγής. || (σπάν.) ~ ορυχείου. ΣΥΝ. γαλαρία. Πβ. λαγούμι, μπούκα. ● ΣΥΜΠΛ.: αεροδυναμική σήραγγα: ΤΕΧΝΟΛ. τούνελ μέσα στο οποίο διοχετεύεται ρεύμα αέρα με δεδομένη ταχύτητα, προκειμένου να μελετηθούν οι δυνάμεις που ασκούνται από αυτό πάνω σε διάφορα σώματα: έλεγχος/μελέτες/πειράματα σε ~ ~. [< αγγλ. wind tunnel, 1911] , φαινόμενο (της) σήραγγας: ΦΥΣ. (στην κβαντομηχανική) διέλευση σωματιδίων μέσω φραγμάτων δυναμικού. [< αγγλ. tunnel effect, 1932] [< αρχ. σῆραγξ 'κοιλότητα σε βράχο', αγγλ. tunnel]
45572σηραγγώδης, ης, ες ση-ραγ-γώ-δης επίθ. {σηραγγώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που είναι γεμάτος πόρους ή/και κοιλότητες: ~ης: ιστός. ~η: αιμαγγειώματα/σώματα. Βλ. -ώδης. [< αρχ. σηραγγώδης, γαλλ. caverneux]
45573σηροτροφείο[σηροτροφεῖο] ση-ρο-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.): χώρος όπου εκτρέφονται μεταξοσκώληκες. Βλ. -τροφείο. [< γαλλ. magnanerie]
45574σηροτροφίαση-ρο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΤ. εκτροφή μεταξοσκωλήκων με σκοπό την παραγωγή μεταξιού. Βλ. -τροφία. ΣΥΝ. μεταξοσκωληκοτροφία [< γαλλ. sériciculture]
45575σηροτροφικός, ή, ό ση-ρο-τρο-φι-κός επίθ.: ΖΩΟΤ. που σχετίζεται με τη σηροτροφία: ~ή: εταιρεία. ~ό: εργαστήριο/κέντρο. [< γαλλ. séricicole]
45576σηροτρόφοςση-ρο-τρό-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επαγγελματίας που ασχολείται με τη σηροτροφία. Βλ. -τρόφος. [< γαλλ. sériciculteur]
45577σησαμέλαιοση-σα-μέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.) & σουσαμέλαιο (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. φυτικό λάδι που προέρχεται από το σουσάμι. Βλ. -έλαιο. ΣΥΝ. σουσαμόλαδο [< μτγν. σησαμέλαιον]
45578σησάμιση-σά-μι ουσ. (ουδ.) {σησαμιού} (διαλεκτ.): σουσάμι. [< μτγν. σησάμιον]
45579σησαμοπολτόςση-σα-μο-πολ-τός ουσ. (αρσ.) & σησαμόπολτος (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ταχίνι.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.