Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46100-46120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45547σημειολογικός, ή, ό ση-μει-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη σημειολογία ή τον σημειολόγο: ~ή: αξία/θεωρία/προσέγγιση. ~ή ανάλυση εικόνας/κειμένου. Πβ. σημειωτικός. [< γαλλ. sémiologique, 1910]
45548σημειολόγοςση-μει-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με ειδίκευση στη σημειολογία. [< γαλλ. sémiologue, αγγλ. sem(e)iologist]
45549σημειοσειράση-μει-ο-σει-ρά ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. σύνολο σημείων ευθείας.
45550σημειοσύνολοση-μει-ο-σύ-νο-λο ουσ. (ουδ.): ΜΑΘ. σύνολο που αποτελείται από τα σημεία επιφάνειας.
45551σημείωμαση-μεί-ω-μα ουσ. (ουδ.) {σημειώμ-ατος | -ατα}: σύντομο κείμενο που γράφεται συνήθ. πρόχειρα σε φύλλο από χαρτί: γραπτό/εισαγωγικό/εκδοτικό/εμπιστευτικό/ερωτικό (πβ. ραβασάκι)/ιδιόχειρο/κριτικό (πβ. σχόλιο)/προλογικό/συνοδευτικό ~. Αφήνω ένα ~. Πβ. μπιλιέτο.|| Ηλεκτρονικό ~.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Ακυρωτικό/ανεπίσημο (= νον πέιπερ)/διαβιβαστικό/εισηγητικό/εκκαθαριστικό (της εφορίας)/ενημερωτικό/υπηρεσιακό ~. Πληροφοριακά ~ατα. Έλαβε το ~ κατάταξης (: στον στρατό). Ειδικά ~ατα περαίωσης ΦΠΑ. Βλ. δελτίο, έγγραφο. ● Υποκ.: σημειωματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: βιογραφικό (σημείωμα) βλ. βιογραφικός, εργοβιογραφικό (σημείωμα) βλ. εργοβιογραφικός [< μτγν. σημείωμα 'αρχείο', γαλλ. note]
45552σημειωματάριοση-μει-ω-μα-τά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: μικρό τετράδιο για σημειώσεις: δερμάτινο/εύχρηστο ~. ~ διευθύνσεων/σκέψεων. Ντοσιέ με αριθμομηχανή και ~. Βλ. καρνέ.|| Ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~. Πβ. ατζέντα, μπλοκ, τεφτέρι. [< γαλλ. bloc-notes]
45553σημειώνω

ση-μει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {σημείω-σα, σημειώ-θηκε, -θεί, -μένος, σημειών-οντας, προστ. σημειώ-στε (λόγ.) -σατε} 1. γράφω, καταγράφω κάτι, κυρ. για να μην το ξεχάσω· χρησιμοποιώ γραπτό σύμβολο, για να μαρκάρω κάτι: ~στε την ημερομηνία/τον κωδικό στην ατζέντα/στο περιθώριο/στο σημειωματάριο/στο τετράδιο/στο χαρτί. Ο μάρτυρας ~σε τον αριθμό του αυτοκινήτου. ~σε όσα ειπώθηκαν (: κράτησε σημειώσεις). ~θηκαν τα ονόματα με αλφαβητική σειρά.|| ~σε τα λάθη. ~ με κόκκινο μολύβι/στιλό. Τα πεδία που ~ονται με αστερίσκο είναι υποχρεωτικά. Πβ. σημαδεύω. Βλ. επι~, προ~. 2. (μτφ.) κρατώ κάτι στη μνήμη, το λαμβάνω υπόψη: Το ~ αυτό, για να ξέρουμε τι μας περιμένει. ~στε ότι πρέπει ... Επιβάλλεται να ~θεί ότι … Πβ. θυμάμαι, υπολογίζω. 3. (μτφ.) επισημαίνω: Επιθυμώ να ~σω τα εξής ... Αρκεί να/ας ~θεί ότι η εταιρεία δεν είναι κερδοσκοπική. Αξίζει/πρέπει να ~θεί η αξιέπαινη πρωτοβουλία τους. Πβ. εξαίρω, τονίζω, υπογραμμίζω. 4. (ειδικότ. για αθλητή ή ομάδα) πετυχαίνω: ~σε γκολ/καλάθι/παγκόσμιο ρεκόρ/... πόντους/τρίποντο. Πβ. βάζω.σημειώνει (μτφ.): εμφανίζει, παρουσιάζει κάτι, θετικό ή αρνητικό: Δείκτης/μετοχή που ~σε άνοδο/πτώση. Η διοργάνωση/εκδήλωση ~σε αποτυχία/επιτυχία. Οι τιμές δεν ~σαν μεταβολή. ~θηκε αύξηση/κάμψη/μείωση των πωλήσεων. Έχει ~θεί (= πραγματοποιηθεί) αξιόλογη πρόοδος/ρεκόρ προσέλευσης. Δεν ~θηκε αλλαγή στη συμπεριφορά τους. ● Παθ.: σημειώνεται (λόγ.): γίνεται, συμβαίνει, παρατηρείται: ~ονται διαρροές/χιονοπτώσεις. ~θηκαν εκρήξεις/εμπρησμοί/επεισόδια/ζημιές/θάνατοι/καταιγίδες/παρατυπίες/προβλήματα/συγκρούσεις/τροχαία. ~θηκε ασθενής σεισμική δόνηση. Εξακολουθούν να ~ονται κρούσματα της νόσου. Πβ. καταγράφεται. ● ΦΡ.: γράψε/γράψτε λάθος βλ. λάθος, σημειώσατε 1/2/Χ βλ. χι2 [< μεσν. σημειώνω < μτγν. σημειῶ, γαλλ. marquer, noter, αγγλ. mark]

45554σημείωσηση-μεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. γραπτό κείμενο, συχνά σε συντομευμένη μορφή, με μορφή καταγραφής ή υπόμνησης στοιχείων: πρόχειρη/χειρόγραφη ~. Δυσανάγνωστες/προσωπικές ~ώσεις. Μπλοκ/τετράδιο/φύλλα ~ώσεων (πβ. σημειωματάριο). ~ώσεις στο περιθώριο των σελίδων (βλ. σχόλιο, ώα)/πάνω σε ένα θέμα. Κρατάει εκτενείς/λεπτομερείς ~ώσεις κατά τη διάρκεια του μαθήματος. Έριξε μια ματιά στις/συμβουλεύτηκε τις ~ώσεις του. Υπό μορφή ~ώσεων. Βλ. προ~. 2. σχόλιο, επεξήγηση ή γενικά συμπληρωματική πληροφορία που καταγράφεται συνήθ. στο κάτω μέρος ή στο τέλος του κειμένου: βιβλιογραφική/επεξηγηματική/νομική/υποσελίδια ~. ~ περιθωρίου. ~ του εκδότη/επιμελητή/μεταφραστή (συντομ. Σ.τ.Μ.)/συγγραφέα. Αριθμημένες (: στο τέλος κεφαλαίου/σελίδας)/ερμηνευτικές ~ώσεις. ~ώσεις τέλους. ~ για τα πνευματικά δικαιώματα. Εισαγωγή και ~ώσεις (: σε κριτική έκδοση). Βλ. σχόλιο, επι~, υπο~.σημειώσεις (οι): σύνολο καταγεγραμμένων πληροφοριών που προέρχονται από παραδόσεις μαθημάτων και συνήθ. κυκλοφορούν σε μορφή φυλλαδίου ή βιβλίου: αναλυτικές/δακτυλογραφημένες/διδακτικές/πανεπιστημιακές/περιληπτικές/φωτοτυπημένες ~. ~ εργαστηρίου/θεωρίας/φροντιστηρίου. Τεύχος ~ώσεων. ~ από τις διαλέξεις.|| (σε ηλεκτρονική μορφή) Ιστοσελίδα που παρέχει ~ και ασκήσεις. ● ΦΡ.: λαμβάνω/κρατώ υπό σημείωση (επίσ.): λαμβάνω κάτι υπόψη: O Σύλλογος έλαβε ~ την ομόφωνη επιθυμία για επανάληψη της συνάντησης. [< μτγν. σημείωσις, γαλλ. note, notice]
45555σημειωτέος, α, ο ση-μει-ω-τέ-ος επίθ. {εύχρ. στο ουδ.} (λόγ.): που πρέπει να σημειωθεί, να αναφερθεί με προσοχή: ~α τα εξής ... Συνήθ. στη ● ΦΡ.: σημειωτέον ότι/πως (επίσ.): πρέπει, αξίζει να επισημανθεί ότι: ~ ~, αν δεν έχετε λάβει έγκριση, δεν καλύπτονται τα έξοδα. [< μτγν. σημειωτέος]
45556σημειωτήςση-μει-ω-τής ουσ. (αρσ.) (κυρ. στο μπάσκετ και το βόλεϊ) : ΑΘΛ. μέλος γραμματείας που είναι υπεύθυνο για το φύλλο αγώνα: βοηθός ~ή. Βλ. χρονομέτρης.
45557σημειωτικήση-μει-ω-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. σημειολογία. [< γαλλ. sémiotique, περ. 1940, αγγλ. semiotics, 1880 < αρχ. σημειωτικός
45558σημειωτικός, ή, ό ση-μει-ω-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στα σημεία ή τη σημειωτική: ~ός: κώδικας. ~ή: ανάγνωση/ανάλυση/θεωρία. ~οί: τρόποι (: γλώσσα, εικόνα, μουσική. Βλ. πολυτροπικό κείμενο). ~ά: μέσα/συστήματα. Πβ. σημειολογικός. ● επίρρ.: σημειωτικά [< μτγν. σημειωτικός 'που έχει σχέση με σημεία, σημάδια, κατάλληλος να παρατηρεί', γαλλ. sémiotique, αγγλ. semiotic]
45559σημειωτόνση-μει-ω-τόν ουσ. (ουδ.): βήμα επί τόπου: Τα παιδιά κάνουν ~ (: στην παρέλαση).|| (μτφ.) Το ~ (= μποτιλιάρισμα) των αυτοκινήτων στην παραλιακή.|| (κυρ. ως επίρρ.) Κινούνται/πηγαίνουν/προχωρούν ~ (= πολύ αργά). ΑΝΤ. τροχάδην (1) ● ΦΡ.: με βήμα σημειωτόν (μτφ.): με πολύ αργούς ρυθμούς: μεταρρυθμίσεις/προσλήψεις ~ ~. Η oικονομία βαδίζει ~ ~.|| Βήματα σημειωτόν στην καινοτομία. [< μτγν. σημειωτόν 'οτιδήποτε δηλώνεται μέσω κάποιου σημείου', γαλλ. marquer le pas]
45560σήμερασή-με-ρα επίρρ. 1. την παρούσα ημέρα, σε αντιδιαστολή με το αύριο και το χθες: Γεννήθηκε σαν ~, είκοσι χρόνια πριν. ~ γιορτάζουν οι Γιάννηδες. Κάνει ζέστη ~. Αρκετά/φτάνει για ~, δεν δουλεύω άλλο. Τα λέμε ~ το απόγευμα. Τι θα φάμε ~; Η προσφορά ισχύει μόνο για ~. Από ~ στις αίθουσες η νέα ταινία ... 2. η σύγχρονη εποχή, το παρόν: από την αρχαιότητα μέχρι/ως ~. Έως/ως τα σήμερα. Τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ ~ (: στις μέρες μας).|| (ως ουσ.) Ζήσε το ~ (= το τώρα). Οι προκλήσεις του ~. ● ΦΡ.: δεν είναι η μέρα μου (σήμερα)! βλ. μέρα, μην αναβάλλεις/μην αφήνεις (ποτέ) για αύριο ό,τι μπορείς να κάνεις σήμερα βλ. αναβάλλω, σήμερα αύριο/αύριο μεθαύριο βλ. αύριο, σήμερα είμαστε, αύριο δεν είμαστε βλ. αύριο [< μεσν. σήμερα < αρχ. σήμερον]
45561σημερινός, ή, ό ση-με-ρι-νός επίθ. 1. που υπάρχει ή συμβαίνει σήμερα: ~ός: Τύπος. ~ή: κυβέρνηση (= τρέχουσα)/μέρα/συνεδρίαση. ~ό: δελτίο καιρού/μάθημα/πρόγραμμα. Πβ. νυν, τωρινός. ΑΝΤ. αυριανός (1), χθεσινός (1) 2. που σχετίζεται με τη σύγχρονη εποχή: ο ~ός άνθρωπος. Η ~ή κατάσταση/κοινωνία/κρίση. ~ές: αντιλήψεις/ιδέες (πβ. φρέσκος). ~ά: προβλήματα. Με βάση τα ~ά δεδομένα ... [< μτγν. σημερινός ‘σχετικός με την παρούσα ημέρα’]
45562σήμερονσή-με-ρον επίρρ. (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: τη(ν) σήμερον ημέρα(ν) (προφ.): σήμερα, στην εποχή μας, στις μέρες μας: Δεν συμβαίνουν θαύματα ~ ~. [< αρχ. σήμερον]
45564σημιτικός, ή, ό ση-μι-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στους Σημίτες (κυρ. λαούς της ΝΔ Ασίας και της Β. Αφρικής): ~ή: γραφή. ~ές: γλώσσες. [< γαλλ. sémitique]
45567σημύδαση-μύ-δα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ψηλό, φυλλοβόλο δέντρο (επιστ. ονομασ. Betula pendula) των ψυχρών και εύκρατων περιοχών, με λευκό φλοιό, κρεμαστά κλαδιά και οδοντωτά φύλλα· συνεκδ. το ξύλο του που χρησιμοποιείται στην επιπλοποιία. [< μτγν. σημύδα]
45568σηπίαση-πί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΖΩΟΛ. σουπιά. [< αρχ. σηπία]
45569σήπομαισή-πο-μαι ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (αρχαιοπρ.): σαπίζω. [< αρχ. σήπομαι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.