Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46120-46140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45570σηπτικός, ή, ό ση-πτι-κός επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τη σήψη, την αποσύνθεση: ~ός: βόθρος (: όπου τα υλικά μεταβάλλονται σε άοσμα και αβλαβή στοιχεία). ~ή: δεξαμενή. ΑΝΤ. ασηπτικός 2. ΙΑΤΡ. που έχει μολυνθεί ή προκληθεί από παθογόνα μικρόβια: ~ός: ασθενής. ~ό: χειρουργείο.|| ~ός: πυρετός. ~ή: αρθρίτιδα/θροµβοφλεβίτιδα. ~ό: σοκ (= σηψαιμικό)/σύνδρομο. ΑΝΤ. αντισηπτικός [< αρχ. σηπτικός, γαλλ. septique, αγγλ. septic]
45571σήραγγασή-ραγ-γα ουσ. (θηλ.) {σηράγγων}: υπόγεια ή υποθαλάσσια, συνήθ. τεχνητή, οριζόντια δίοδος, που εξυπηρετεί κυρ. τη διέλευση μέσων μεταφοράς ή τη διοχέτευση μεγάλης ποσότητας υδάτων: δίδυμη/ορεινή/υποβρύχια ~. ~ του μετρό. Διάνοιξη ~ας (βλ. μετροπόντικας). Αστικές/οδικές/σιδηροδρομικές ~ες. ~ες αυτοκινητοδρόμων. Κυκλοφοριακές ρυθμίσεις σε ~. Πβ. στοά.|| Υδραυλικές ~ες. ~ εκτροπής (π.χ. ποταμού/φράγματος).|| Bοηθητικές ~ες εξαερισμού και διαφυγής. || (σπάν.) ~ ορυχείου. ΣΥΝ. γαλαρία. Πβ. λαγούμι, μπούκα. ● ΣΥΜΠΛ.: αεροδυναμική σήραγγα: ΤΕΧΝΟΛ. τούνελ μέσα στο οποίο διοχετεύεται ρεύμα αέρα με δεδομένη ταχύτητα, προκειμένου να μελετηθούν οι δυνάμεις που ασκούνται από αυτό πάνω σε διάφορα σώματα: έλεγχος/μελέτες/πειράματα σε ~ ~. [< αγγλ. wind tunnel, 1911] , φαινόμενο (της) σήραγγας: ΦΥΣ. (στην κβαντομηχανική) διέλευση σωματιδίων μέσω φραγμάτων δυναμικού. [< αγγλ. tunnel effect, 1932] [< αρχ. σῆραγξ 'κοιλότητα σε βράχο', αγγλ. tunnel]
45572σηραγγώδης, ης, ες ση-ραγ-γώ-δης επίθ. {σηραγγώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που είναι γεμάτος πόρους ή/και κοιλότητες: ~ης: ιστός. ~η: αιμαγγειώματα/σώματα. Βλ. -ώδης. [< αρχ. σηραγγώδης, γαλλ. caverneux]
45573σηροτροφείο[σηροτροφεῖο] ση-ρο-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.): χώρος όπου εκτρέφονται μεταξοσκώληκες. Βλ. -τροφείο. [< γαλλ. magnanerie]
45574σηροτροφίαση-ρο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΤ. εκτροφή μεταξοσκωλήκων με σκοπό την παραγωγή μεταξιού. Βλ. -τροφία. ΣΥΝ. μεταξοσκωληκοτροφία [< γαλλ. sériciculture]
45575σηροτροφικός, ή, ό ση-ρο-τρο-φι-κός επίθ.: ΖΩΟΤ. που σχετίζεται με τη σηροτροφία: ~ή: εταιρεία. ~ό: εργαστήριο/κέντρο. [< γαλλ. séricicole]
45576σηροτρόφοςση-ρο-τρό-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επαγγελματίας που ασχολείται με τη σηροτροφία. Βλ. -τρόφος. [< γαλλ. sériciculteur]
45577σησαμέλαιοση-σα-μέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.) & σουσαμέλαιο (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. φυτικό λάδι που προέρχεται από το σουσάμι. Βλ. -έλαιο. ΣΥΝ. σουσαμόλαδο [< μτγν. σησαμέλαιον]
45578σησάμιση-σά-μι ουσ. (ουδ.) {σησαμιού} (διαλεκτ.): σουσάμι. [< μτγν. σησάμιον]
45579σησαμοπολτόςση-σα-μο-πολ-τός ουσ. (αρσ.) & σησαμόπολτος (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ταχίνι.
58784σηστέριο
45580σήτασή-τα ουσ. (θηλ.) & σίτα 1. λεπτό πλέγμα από σύρμα ή νάιλον που μοιάζει με δίχτυ και μπαίνει σε πόρτες και παράθυρα, για να προστατεύει από τα έντομα, κυρ. τα κουνούπια: ανοιγόμενη/επάλληλη/σταθερή ~. ~ πτυσσόμενη. ~ες αλουμινίου. ~ες κάθετης/οριζόντιας κίνησης. Πβ. κουνουπιέρα. 2. κρησάρα. [< 2: μεσν. σήτα]
45581σηψαιμίαση-ψαι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βαριά, γενικευμένη λοίμωξη που προκαλείται από την ανάπτυξη παθογόνων μικροβίων στο αίμα, τη διασπορά τους στον οργανισμό και τη δράση των παραγόμενων τοξινών. Πβ. σήψη. Βλ. -αιμία, μικροβι-, πυ-αιμία. [< γαλλ. septicémie]
45582σηψαιμικός, ή, ό ση-ψαι-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στη σηψαιμία: ~ή: πανώλη. ~ό: σοκ (= σηπτικό). [< γαλλ. septicémique]
45583σήψησή-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. αποσύνθεση φυτικών ή ζωικών οργανικών ουσιών και ειδικότ. των σωματικών ιστών: βακτηριακή ~. ~ των απορριμμάτων/του ξύλου/των ριζών/των σταφυλιών/των τροφών.|| Πτώμα σε κατάσταση προχωρημένης ~ης. ΣΥΝ. σάπισμα 2. (μτφ.) εξαχρείωση, διαφθορά: ηθική/κοινωνική/πνευματική/πολιτική ~. ~ της εξουσίας/των θεσμών. Φαινόμενα ~ης και παρακμής. Πβ. έκλυση (των) ηθών, κατάπτωση, σαπίλα. 3. ΙΑΤΡ. συστηματική φλεγμονώδης αντίδραση του ανθρώπινου οργανισμού σε βακτηριακή λοίμωξη· ειδικότ. σηψαιμία: ασθενείς με βαριά ~. ~ και πολυοργανική ανεπάρκεια/σηπτικό σοκ. [< 1: αρχ. σῆψις, γαλλ. putréfaction, corruption 3: αγγλ. sepsis]
45584σηψιρριζίαση-ψιρ-ρι-ζί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ασθένεια που οφείλεται σε μύκητες του εδάφους ή βακτήρια και έχει ως αποτέλεσμα το σάπισμα του ριζικού συστήματος στα ποώδη και ξυλώδη φυτά: καστανή/φελλώδης ~.
45585σθεναρός, ή, ό σθε-να-ρός επίθ.: που έχει ή χαρακτηρίζεται από μεγάλη ψυχική και ηθική δύναμη: ~ός: αντίπαλος/έλεγχος. ~ή: άμυνα/αντίδραση/αντιμετώπιση (των προκλήσεων)/διεκδίκηση/στάση/στήριξη. ~ό: μήνυμα/όχι. ~ υποστηρικτής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έκαμψε τη ~ή αντίσταση του ... Πβ. δυνατός, θαρραλέος, ισχυρός. ΑΝΤ. ανίσχυρος, ασθενής ● επίρρ.: σθεναρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. σθεναρός]
45586σθεναρότητασθε-να-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σθεναρού, σθένος: Αντιμετωπίζει τα γεγονότα με ~. Θα δράσει με ~ εναντίον ... Πβ. δύναμη, ισχύς, πυγμή. Βλ. -ότητα.
45588σθένοςσθέ-νος ουσ. (ουδ.) 1. δύναμη, ιδ. ψυχική ή ηθική: μαχητικό/σωματικό ~. Δεν βρίσκει/έχει το ~ να ... (Επ)έδειξε εξαιρετικό/μεγάλο ~. Αντιμετωπίζω/υποστηρίζω κάτι με ~. Αντιστάθηκε με ~. Πβ. ανδρεία, ηθικό ανάστημα, θάρρος, ρώμη, τόλμη, ψυχή. 2. ΧΗΜ. ακέραιος αριθμός που δηλώνει πόσα ηλεκτρόνια έχει το άτομο ενός στοιχείου στην εξωτερική του στιβάδα και εκφράζει τη δυνατότητα των ατόμων, ιόντων και ριζών να ενώνονται απευθείας με άλλα στοιχεία: χημικό ~. 3. ΓΛΩΣΣ. η ιδιότητα των ρημάτων να συνδυάζονται με διαφορετικά συντακτικά στοιχεία (κυρ. υποκείμενο, αντικείμενο) μέσα στην πρόταση. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρόνια σθένους βλ. ηλεκτρόνιο [< 1: αρχ. σθένος 2: αγγλ. valency 3: γαλλ. valence, γερμ. Valenz]
45589σιουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. η έβδομη νότα στην ευρωπαϊκή μουσική κλίμακα· συνεκδ. η κλίμακα που αρχίζει με αυτή ή η χορδή μουσικού οργάνου που την παράγει. [< ιταλ. si]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.