Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [46120-46140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
58784σηστέριο
45580σήτασή-τα ουσ. (θηλ.) & σίτα 1. λεπτό πλέγμα από σύρμα ή νάιλον που μοιάζει με δίχτυ και μπαίνει σε πόρτες και παράθυρα, για να προστατεύει από τα έντομα, κυρ. τα κουνούπια: ανοιγόμενη/επάλληλη/σταθερή ~. ~ πτυσσόμενη. ~ες αλουμινίου. ~ες κάθετης/οριζόντιας κίνησης. Πβ. κουνουπιέρα. 2. κρησάρα. [< 2: μεσν. σήτα]
45581σηψαιμίαση-ψαι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βαριά, γενικευμένη λοίμωξη που προκαλείται από την ανάπτυξη παθογόνων μικροβίων στο αίμα, τη διασπορά τους στον οργανισμό και τη δράση των παραγόμενων τοξινών. Πβ. σήψη. Βλ. -αιμία, μικροβι-, πυ-αιμία. [< γαλλ. septicémie]
45582σηψαιμικός, ή, ό ση-ψαι-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στη σηψαιμία: ~ή: πανώλη. ~ό: σοκ (= σηπτικό). [< γαλλ. septicémique]
45583σήψησή-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. αποσύνθεση φυτικών ή ζωικών οργανικών ουσιών και ειδικότ. των σωματικών ιστών: βακτηριακή ~. ~ των απορριμμάτων/του ξύλου/των ριζών/των σταφυλιών/των τροφών.|| Πτώμα σε κατάσταση προχωρημένης ~ης. ΣΥΝ. σάπισμα 2. (μτφ.) εξαχρείωση, διαφθορά: ηθική/κοινωνική/πνευματική/πολιτική ~. ~ της εξουσίας/των θεσμών. Φαινόμενα ~ης και παρακμής. Πβ. έκλυση (των) ηθών, κατάπτωση, σαπίλα. 3. ΙΑΤΡ. συστηματική φλεγμονώδης αντίδραση του ανθρώπινου οργανισμού σε βακτηριακή λοίμωξη· ειδικότ. σηψαιμία: ασθενείς με βαριά ~. ~ και πολυοργανική ανεπάρκεια/σηπτικό σοκ. [< 1: αρχ. σῆψις, γαλλ. putréfaction, corruption 3: αγγλ. sepsis]
45584σηψιρριζίαση-ψιρ-ρι-ζί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ασθένεια που οφείλεται σε μύκητες του εδάφους ή βακτήρια και έχει ως αποτέλεσμα το σάπισμα του ριζικού συστήματος στα ποώδη και ξυλώδη φυτά: καστανή/φελλώδης ~.
45585σθεναρός, ή, ό σθε-να-ρός επίθ.: που έχει ή χαρακτηρίζεται από μεγάλη ψυχική και ηθική δύναμη: ~ός: αντίπαλος/έλεγχος. ~ή: άμυνα/αντίδραση/αντιμετώπιση (των προκλήσεων)/διεκδίκηση/στάση/στήριξη. ~ό: μήνυμα/όχι. ~ υποστηρικτής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έκαμψε τη ~ή αντίσταση του ... Πβ. δυνατός, θαρραλέος, ισχυρός. ΑΝΤ. ανίσχυρος, ασθενής ● επίρρ.: σθεναρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. σθεναρός]
45586σθεναρότητασθε-να-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σθεναρού, σθένος: Αντιμετωπίζει τα γεγονότα με ~. Θα δράσει με ~ εναντίον ... Πβ. δύναμη, ισχύς, πυγμή. Βλ. -ότητα.
45588σθένοςσθέ-νος ουσ. (ουδ.) 1. δύναμη, ιδ. ψυχική ή ηθική: μαχητικό/σωματικό ~. Δεν βρίσκει/έχει το ~ να ... (Επ)έδειξε εξαιρετικό/μεγάλο ~. Αντιμετωπίζω/υποστηρίζω κάτι με ~. Αντιστάθηκε με ~. Πβ. ανδρεία, ηθικό ανάστημα, θάρρος, ρώμη, τόλμη, ψυχή. 2. ΧΗΜ. ακέραιος αριθμός που δηλώνει πόσα ηλεκτρόνια έχει το άτομο ενός στοιχείου στην εξωτερική του στιβάδα και εκφράζει τη δυνατότητα των ατόμων, ιόντων και ριζών να ενώνονται απευθείας με άλλα στοιχεία: χημικό ~. 3. ΓΛΩΣΣ. η ιδιότητα των ρημάτων να συνδυάζονται με διαφορετικά συντακτικά στοιχεία (κυρ. υποκείμενο, αντικείμενο) μέσα στην πρόταση. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρόνια σθένους βλ. ηλεκτρόνιο [< 1: αρχ. σθένος 2: αγγλ. valency 3: γαλλ. valence, γερμ. Valenz]
45589σιουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. η έβδομη νότα στην ευρωπαϊκή μουσική κλίμακα· συνεκδ. η κλίμακα που αρχίζει με αυτή ή η χορδή μουσικού οργάνου που την παράγει. [< ιταλ. si]
45590ΣΙ(η): Σχολή Ικάρων.
45591σι ντι εςουσ. (ουδ.) {άκλ. | συνήθ. στον πληθ.} & CDS: ΟΙΚΟΝ. συμβόλαιο ανταλλαγής πιστωτικού κινδύνου. Βλ. παράγωγο, σπρεντ. [< ακρ. του αγγλ. Credit Default Swap (CDS), περ. 1990]
45807σι ντι εςβλ. σι
45592σίασί-α επιφών.: ΝΑΥΤ. κυρ. στη ● ΦΡ.: σία κι αράξαμε (μτφ.-λαϊκό): φτάσαμε στον προορισμό μας, συνήθ. ύστερα από κοπιαστική προσπάθεια. Βλ. έγια μόλα. [< βεν. sia]
45595ΣΙΑ1ουσ. (θηλ.) 1. (σε επωνυμία εταιρείας) ένας ή περισσότεροι συνέταιροι που δεν αναφέρονται ονομαστικά: ... και ~. 2. & σία (προφ.-περιληπτ.) πρόσωπα που συμμετέχουν σε μια παρέα ή είναι μέλη της, χωρίς να κατονομάζονται.
45596ΣΙΑ2ουσ. (θηλ.) & CIA: η αμερικανική κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών. [< αμερικ. ακρ. CIA, Central Intelligence Agency, 1947]
45597σιαγόνασι-α-γό-να ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. γνάθος: άνω/κάτω ~. Πβ. σαγόνι. 2. ΤΕΧΝΟΛ. καθένα από τα δύο συνδεδεμένα μέρη εργαλείου ή μηχανήματος που ανοιγοκλείνουν, για να σφίξουν, να συγκρατήσουν κάτι: ανταλλακτική ~. Ρυθμιζόμενες/στρογγυλές ~ες. ~ες φρένων. Πένσα με ίσια/καμπυλωτή ~. Πβ. σφιγκτήρας. [< 1: αρχ. σιαγών 2: γαλλ. mâchoire]
45598σιαγονικός, ή, ό σι-α-γο-νι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τη σιαγόνα: ~ό: κάταγμα. ΣΥΝ. γναθιαίος
45599σιάδισιά-δι ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.): επίπεδο κομμάτι γης, ίσιωμα. ΣΥΝ. ισιάδα
45600σιάζωσιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσιαξα, σιάχτηκα, σιαγμένος} & σάζω & σιάχνω (διαλεκτ.): φτιάχνω, ισιώνω, τακτοποιώ: Όλα θα ~ξουν (= βελτιωθούν). ● ΦΡ.: το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει βλ. φωτιά [< μεσν. ισιάζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.