| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 45590 | ΣΙ | (η): Σχολή Ικάρων. | |
| 45591 | σι ντι ες | ουσ. (ουδ.) {άκλ. | συνήθ. στον πληθ.} & CDS: ΟΙΚΟΝ. συμβόλαιο ανταλλαγής πιστωτικού κινδύνου. Βλ. παράγωγο, σπρεντ. [< ακρ. του αγγλ. Credit Default Swap (CDS), περ. 1990] | |
| 45807 | σι ντι ες | βλ. σι | |
| 45592 | σία | σί-α επιφών.: ΝΑΥΤ. κυρ. στη ● ΦΡ.: σία κι αράξαμε (μτφ.-λαϊκό): φτάσαμε στον προορισμό μας, συνήθ. ύστερα από κοπιαστική προσπάθεια. Βλ. έγια μόλα. [< βεν. sia] | |
| 45595 | ΣΙΑ1 | ουσ. (θηλ.) 1. (σε επωνυμία εταιρείας) ένας ή περισσότεροι συνέταιροι που δεν αναφέρονται ονομαστικά: ... και ~. 2. & σία (προφ.-περιληπτ.) πρόσωπα που συμμετέχουν σε μια παρέα ή είναι μέλη της, χωρίς να κατονομάζονται. | |
| 45596 | ΣΙΑ2 | ουσ. (θηλ.) & CIA: η αμερικανική κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών. [< αμερικ. ακρ. CIA, Central Intelligence Agency, 1947] | |
| 45597 | σιαγόνα | σι-α-γό-να ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. γνάθος: άνω/κάτω ~. Πβ. σαγόνι. 2. ΤΕΧΝΟΛ. καθένα από τα δύο συνδεδεμένα μέρη εργαλείου ή μηχανήματος που ανοιγοκλείνουν, για να σφίξουν, να συγκρατήσουν κάτι: ανταλλακτική ~. Ρυθμιζόμενες/στρογγυλές ~ες. ~ες φρένων. Πένσα με ίσια/καμπυλωτή ~. Πβ. σφιγκτήρας. [< 1: αρχ. σιαγών 2: γαλλ. mâchoire] | |
| 45598 | σιαγονικός | , ή, ό σι-α-γο-νι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τη σιαγόνα: ~ό: κάταγμα. ΣΥΝ. γναθιαίος | |
| 45599 | σιάδι | σιά-δι ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.): επίπεδο κομμάτι γης, ίσιωμα. ΣΥΝ. ισιάδα | |
| 45600 | σιάζω | σιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσιαξα, σιάχτηκα, σιαγμένος} & σάζω & σιάχνω (διαλεκτ.): φτιάχνω, ισιώνω, τακτοποιώ: Όλα θα ~ξουν (= βελτιωθούν). ● ΦΡ.: το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει βλ. φωτιά [< μεσν. ισιάζω] | |
| 45601 | σιαλαδενίτιδα | σι-α-λα-δε-νί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή σιελογόνου αδένα: οξεία/χρόνια ~. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. sialadénite] | |
| 45602 | σιαλικός | , ή, ό σι-α-λι-κός επίθ. & σιελικός: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στο σάλιο: ~ή: αμυλάση/έκκριση/ροή. ● ΣΥΜΠΛ.: σιαλικό οξύ: ΒΙΟΧ. που αποτελεί συστατικό πολυσακχαριτών και γλυκοπρωτεϊνών και βρίσκεται κυρ. σε ζωικούς ιστούς και κύτταρα του αίματος. [< αγγλ. sialic acid, 1952] [< μτγν. σιαλικός] | |
| 45603 | σιαλογόνος | , ος, ο βλ. σιελογόνος | |
| 45604 | σιαλογραφία | βλ. σιελογραφία | |
| 45605 | σιαλολιθίαση | σι-α-λο-λι-θί-α-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σιελολιθίαση: ΙΑΤΡ. παθολογικός σχηματισμός λίθων στο παρέγχυμα και τους πόρους των σιελογόνων αδένων. [< γαλλ. lithiase salivaire, αγγλ. sialolithiasis] | |
| 45606 | σιαλόρροια | βλ. σιελόρροια | |
| 45607 | σίαλος | βλ. σίελος | |
| 45608 | σιαμαίος | , α, ο [σιαμαῖος] σι-α-μαί-ος επίθ. & σιαμέζος & σιαμέζικος, η, ο: που κατάγεται από το Σιάμ (: σημερινή Ταϊλάνδη) ή αναφέρεται σε αυτό: (ΖΩΟΛ.) ~α: γάτα. ● Ουσ.: σιαμαίοι (οι) (μτφ.-προφ.): πολύ στενοί, αχώριστοι φίλοι. Πβ. κολλητός. ● ΣΥΜΠΛ.: σιαμαία (δίδυμα) & σιαμαίοι αδελφοί, σιαμαίες αδελφές, σιαμαία αδέλφια: ΙΑΤΡ. που γεννιούνται ενωμένα σε κάποιο σημείο του σώματος και συχνά έχουν κοινά όργανα. [< γαλλ. siamois] | |
| 45609 | σιάξιμο | σιά-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.): φτιάξιμο, τακτοποίηση. Βλ. συγύρισμα. | |
| 45610 | σιάτσου | σι-ά-τσου ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: θεραπευτικό μασάζ που γίνεται με την πίεση των δακτύλων σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος. Βλ. βελονισμός, ρεφλεξολογία. ΣΥΝ. πιεσοθεραπεία [< αγγλ. shiatsu, 1967] | |