| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45601 | σιαλαδενίτιδα | σι-α-λα-δε-νί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή σιελογόνου αδένα: οξεία/χρόνια ~. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. sialadénite] | |
| 45602 | σιαλικός | , ή, ό σι-α-λι-κός επίθ. & σιελικός: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στο σάλιο: ~ή: αμυλάση/έκκριση/ροή. ● ΣΥΜΠΛ.: σιαλικό οξύ: ΒΙΟΧ. που αποτελεί συστατικό πολυσακχαριτών και γλυκοπρωτεϊνών και βρίσκεται κυρ. σε ζωικούς ιστούς και κύτταρα του αίματος. [< αγγλ. sialic acid, 1952] [< μτγν. σιαλικός] | |
| 45603 | σιαλογόνος | , ος, ο βλ. σιελογόνος | |
| 45604 | σιαλογραφία | βλ. σιελογραφία | |
| 45605 | σιαλολιθίαση | σι-α-λο-λι-θί-α-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σιελολιθίαση: ΙΑΤΡ. παθολογικός σχηματισμός λίθων στο παρέγχυμα και τους πόρους των σιελογόνων αδένων. [< γαλλ. lithiase salivaire, αγγλ. sialolithiasis] | |
| 45606 | σιαλόρροια | βλ. σιελόρροια | |
| 45607 | σίαλος | βλ. σίελος | |
| 45608 | σιαμαίος | , α, ο [σιαμαῖος] σι-α-μαί-ος επίθ. & σιαμέζος & σιαμέζικος, η, ο: που κατάγεται από το Σιάμ (: σημερινή Ταϊλάνδη) ή αναφέρεται σε αυτό: (ΖΩΟΛ.) ~α: γάτα. ● Ουσ.: σιαμαίοι (οι) (μτφ.-προφ.): πολύ στενοί, αχώριστοι φίλοι. Πβ. κολλητός. ● ΣΥΜΠΛ.: σιαμαία (δίδυμα) & σιαμαίοι αδελφοί, σιαμαίες αδελφές, σιαμαία αδέλφια: ΙΑΤΡ. που γεννιούνται ενωμένα σε κάποιο σημείο του σώματος και συχνά έχουν κοινά όργανα. [< γαλλ. siamois] | |
| 45609 | σιάξιμο | σιά-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.): φτιάξιμο, τακτοποίηση. Βλ. συγύρισμα. | |
| 45610 | σιάτσου | σι-ά-τσου ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: θεραπευτικό μασάζ που γίνεται με την πίεση των δακτύλων σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος. Βλ. βελονισμός, ρεφλεξολογία. ΣΥΝ. πιεσοθεραπεία [< αγγλ. shiatsu, 1967] | |
| 45611 | σιάχνω | βλ. σιάζω | |
| 45612 | σιβηρικός | , ή, ό σι-βη-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Σιβηρία: ~ή: τούνδρα. Βλ. υπερ~.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ός: αντικυκλώνας.|| (μτφ.) ~ός: χιονιάς (= πολύ σφοδρός). [< γαλλ. sibérien] | |
| 45613 | σιβί | σι-βί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): βιογραφικό (σημείωμα). Πβ. κουρίκουλουμ βίτε. [< αγγλ. ακρ. CV (Curriculum Vitae)] | |
| 45614 | Σίβυλλα | Σί-βυλ-λα ουσ. (θηλ.) (μετωνυμ.): πρόσωπο που κάνει αινιγματικές δηλώσεις κυρ. για το μέλλον. Βλ. Κασσάνδρα. [< αρχ. Σίβυλλα] | |
| 45615 | σιβυλλικός | , ή, ό σι-βυλ-λι-κός επίθ. 1. (μτφ.) μυστηριώδης, αινιγματικός: ~ός: τίτλος. ~ή: απάντηση. ~ό: χαμόγελο. Ήταν ~ στις δηλώσεις του. Πβ. δυσερμήνευτος, σκοτεινός. 2. ΑΡΧ. που σχετίζεται με τη Σίβυλλα: ~οί: χρησμοί. ● επίρρ.: σιβυλλικά [< γαλλ. sibyllin, αγγλ. sibyllic, πβ. μτγν. Σιβυλλιακός] | |
| 45616 | σιγά | σι-γά επίρρ. 1. με χαμηλή ένταση, χαμηλόφωνα, σιγανά: Πιο ~ (ενν. να μιλάτε), με ξεκουφάνατε … Πιο ~ (= σιγότερα) την τηλεόραση, κοιμόμαστε. ΑΝΤ. δυνατά 2. αργά: Περπατάει ~, δεν βιάζεται (ΑΝΤ. γρήγορα). Πήγαινα ~, για να μην τον τρομάξω (πβ. αθόρυβα). 3. ήρεμα, προσεκτικά: ~, μη σπρώχνετε. ~, ρε παιδιά, πώς κάνετε έτσι; ~ και με το μαλακό. (σε ταξί:) "~ τις πόρτες" (ενν. να τις κλείνετε). 4. (προφ.-εμφατ.) για να δηλωθεί άρνηση: ~ (να) μην κλάψω/μη φοβηθώ (: δεν θα κλάψω/φοβηθώ). ~ που θα μας δώσουν κι εξηγήσεις (: και βέβαια δεν θα μας δώσουν). 5. (προφ., + αιτ.) για να εκφραστεί αποδοκιμασία, απαξίωση: ~ το κινητό/την ομορφιά. ● ΦΡ.: σιγά-σιγά & σιγά σιγά (επιτατ.): βαθμιαία, σταδιακά· με αργό ρυθμό, με κόπο και υπομονή: ~ ~ με τον καιρό έγινε καλά. Πβ. βαθμηδόν, λίγο-λίγο.|| ~ ~ πήρα τον δρόμο του γυρισμού. ~ ~ θα μάθει να ... Βλ. αγάλι. ΣΥΝ. τσούκου-τσούκου, ναι, καλά! βλ. καλά, σιγά τ' αβγά βλ. αβγό & αυγό, σιγά τα αίματα! βλ. αίμα, σιγά το/χαρά στο πρά(γ)μα! βλ. πράγμα, σιγά τον πολυέλαιο βλ. πολυέλαιος, σιγά/σπουδαία τα λάχανα! βλ. λάχανο [< μεσν. σιγά] | |
| 45617 | σιγάζω | σι-γά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σίγασα} (λόγ.) 1. επιβάλλω σιωπή, σταματώ: Δεν κατόρθωσε να ~σει τις αντιπολιτευόμενες φωνές. Περίμενε να ~σει ο θόρυβος. 2. καταπραΰνω, ηρεμώ: ~σε την κατακραυγή/το μένος. Πβ. κατα~, κατευνάζω.|| Η διαμάχη δεν έχει ~σει (= καταλαγιάσει, κοπάσει). [< αρχ. σιγάζω] | |
| 45618 | σιγαλιά | σι-γα-λιά ουσ. (θηλ.) (συνήθ. λογοτ.): άκρα ησυχία (που επικρατεί κυρ. στη φύση), σιωπή: απόλυτη/πρωινή/νυχτερινή ~. Μέσα στη ~ της νύχτας. Πβ. ηρεμία, σιγή. ΑΝΤ. θόρυβος (1) | |
| 45619 | σιγαλός | , ή, ό σι-γα-λός επίθ. & σιγηλός (λογοτ.): σιγανός, ήσυχος. ● επίρρ.: σιγαλά [< αρχ. σιγαλός] | |
| 45620 | σιγανοπαπαδιά | σι-γα-νο-πα-πα-διά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-μειωτ.): άνθρωπος που παριστάνει ότι είναι φρόνιμος, αθώος, απονήρευτος: Μας έκανε τη ~! Το έπαιζε ~ και αθώα περιστερά. Πβ. κάνει/παριστάνει την οσία (Μαρία). Βλ. σιγανό ποτάμι. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ