Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46140-46160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45590ΣΙ(η): Σχολή Ικάρων.
45591σι ντι εςουσ. (ουδ.) {άκλ. | συνήθ. στον πληθ.} & CDS: ΟΙΚΟΝ. συμβόλαιο ανταλλαγής πιστωτικού κινδύνου. Βλ. παράγωγο, σπρεντ. [< ακρ. του αγγλ. Credit Default Swap (CDS), περ. 1990]
45807σι ντι εςβλ. σι
45592σίασί-α επιφών.: ΝΑΥΤ. κυρ. στη ● ΦΡ.: σία κι αράξαμε (μτφ.-λαϊκό): φτάσαμε στον προορισμό μας, συνήθ. ύστερα από κοπιαστική προσπάθεια. Βλ. έγια μόλα. [< βεν. sia]
45595ΣΙΑ1ουσ. (θηλ.) 1. (σε επωνυμία εταιρείας) ένας ή περισσότεροι συνέταιροι που δεν αναφέρονται ονομαστικά: ... και ~. 2. & σία (προφ.-περιληπτ.) πρόσωπα που συμμετέχουν σε μια παρέα ή είναι μέλη της, χωρίς να κατονομάζονται.
45596ΣΙΑ2ουσ. (θηλ.) & CIA: η αμερικανική κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών. [< αμερικ. ακρ. CIA, Central Intelligence Agency, 1947]
45597σιαγόνασι-α-γό-να ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. γνάθος: άνω/κάτω ~. Πβ. σαγόνι. 2. ΤΕΧΝΟΛ. καθένα από τα δύο συνδεδεμένα μέρη εργαλείου ή μηχανήματος που ανοιγοκλείνουν, για να σφίξουν, να συγκρατήσουν κάτι: ανταλλακτική ~. Ρυθμιζόμενες/στρογγυλές ~ες. ~ες φρένων. Πένσα με ίσια/καμπυλωτή ~. Πβ. σφιγκτήρας. [< 1: αρχ. σιαγών 2: γαλλ. mâchoire]
45598σιαγονικός, ή, ό σι-α-γο-νι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τη σιαγόνα: ~ό: κάταγμα. ΣΥΝ. γναθιαίος
45599σιάδισιά-δι ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.): επίπεδο κομμάτι γης, ίσιωμα. ΣΥΝ. ισιάδα
45600σιάζωσιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσιαξα, σιάχτηκα, σιαγμένος} & σάζω & σιάχνω (διαλεκτ.): φτιάχνω, ισιώνω, τακτοποιώ: Όλα θα ~ξουν (= βελτιωθούν). ● ΦΡ.: το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει βλ. φωτιά [< μεσν. ισιάζω]
45601σιαλαδενίτιδασι-α-λα-δε-νί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή σιελογόνου αδένα: οξεία/χρόνια ~. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. sialadénite]
45602σιαλικός, ή, ό σι-α-λι-κός επίθ. & σιελικός: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στο σάλιο: ~ή: αμυλάση/έκκριση/ροή. ● ΣΥΜΠΛ.: σιαλικό οξύ: ΒΙΟΧ. που αποτελεί συστατικό πολυσακχαριτών και γλυκοπρωτεϊνών και βρίσκεται κυρ. σε ζωικούς ιστούς και κύτταρα του αίματος. [< αγγλ. sialic acid, 1952] [< μτγν. σιαλικός]
45603σιαλογόνος, ος, ο βλ. σιελογόνος
45604σιαλογραφίαβλ. σιελογραφία
45605σιαλολιθίασησι-α-λο-λι-θί-α-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σιελολιθίαση: ΙΑΤΡ. παθολογικός σχηματισμός λίθων στο παρέγχυμα και τους πόρους των σιελογόνων αδένων. [< γαλλ. lithiase salivaire, αγγλ. sialolithiasis]
45606σιαλόρροιαβλ. σιελόρροια
45607σίαλοςβλ. σίελος
45608σιαμαίος, α, ο [σιαμαῖος] σι-α-μαί-ος επίθ. & σιαμέζος & σιαμέζικος, η, ο: που κατάγεται από το Σιάμ (: σημερινή Ταϊλάνδη) ή αναφέρεται σε αυτό: (ΖΩΟΛ.) ~α: γάτα. ● Ουσ.: σιαμαίοι (οι) (μτφ.-προφ.): πολύ στενοί, αχώριστοι φίλοι. Πβ. κολλητός. ● ΣΥΜΠΛ.: σιαμαία (δίδυμα) & σιαμαίοι αδελφοί, σιαμαίες αδελφές, σιαμαία αδέλφια: ΙΑΤΡ. που γεννιούνται ενωμένα σε κάποιο σημείο του σώματος και συχνά έχουν κοινά όργανα. [< γαλλ. siamois]
45609σιάξιμοσιά-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.): φτιάξιμο, τακτοποίηση. Βλ. συγύρισμα.
45610σιάτσουσι-ά-τσου ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: θεραπευτικό μασάζ που γίνεται με την πίεση των δακτύλων σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος. Βλ. βελονισμός, ρεφλεξολογία. ΣΥΝ. πιεσοθεραπεία [< αγγλ. shiatsu, 1967]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.