| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45621 | σιγανός | , ή, ό σι-γα-νός επίθ. 1. ήρεμος, ήσυχος, χωρίς θόρυβο ή ένταση: ~ή: βροχή/μουσική (= απαλή)/φωνή. ~ό: αεράκι/κλάμα (ΑΝΤ. ηχηρό).|| ~ό: ψήσιμο (: σε ~ή/χαμηλή φωτιά). 2. αργός: ~ός: χορός. ~ά: βήματα. ● επίρρ.: σιγανά ● ΦΡ.: σιγανό ποτάμι/ποταμάκι βλ. ποτάμι [< μεσν. σιγανός] | |
| 45622 | σιγαρέτο | σι-γα-ρέ-το ουσ. (ουδ.) (επίσ.-κυρ. παλαιότ.): τσιγάρο: βιομηχανία/πρατήριο ~ων. [< ιταλ. sigaretto] | |
| 45623 | σίγαση | σί-γα-ση ουσ. (θηλ.): (σε συσκευή) απενεργοποίηση ήχου: αυτόματη/προσωρινή/σταδιακή ~. ~ ηχείων/κλήσης/μικροφώνου/τηλεφώνου. Εικονίδιο/κουμπί/πλήκτρο ~ης. ΣΥΝ. σίγηση (3) [< αγγλ. muting] | |
| 45624 | σιγαστήρας | σι-γα-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή ή εξάρτημα που μειώνει τον θόρυβο μηχανήματος ή όπλου: ~ εξάτμισης (= σιλανσιέ)/σκληρού δίσκου. Πιστόλι με ~α. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. silencieux, αγγλ. silencer] | |
| 45625 | σιγή | σι-γή ουσ. (θηλ.): απουσία θορύβου ή ομιλιών, απόλυτη ησυχία: επικρατεί απόλυτη ~. || Ένοχη ~. Πβ. σιγαλιά, σιωπή. ΑΝΤ. βοή ● ΣΥΜΠΛ.: εκκωφαντική σιωπή βλ. εκκωφαντικός, νεκρική σιγή/σιωπή βλ. νεκρικός, σιγή ασυρμάτου βλ. ασύρματος ● ΦΡ.: (κρατά/τηρεί) αιδήμονα σιωπή(ν)/σιγή(ν) βλ. αιδήμων, ενός λεπτού σιγή βλ. λεπτό, τηρεί σιγή(ν) ιχθύος βλ. ιχθύς [< αρχ. σιγή] | |
| 45626 | σιγηλός | , ή, ό βλ. σιγαλός | |
| 45627 | σίγηση | σί-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΜΜ. μη εκφορά συμφώνου ή φωνήεντος· αποβολή. 2. ΒΙΟΛ. καταστολή της έκφρασης γονιδίου κατά τη μεταγραφή του DNA. 3. (σπάν.) σίγαση: ~ συναγερμού. [< μεσν. σίγησις, 2: αγγλ. silencing] | |
| 45628 | σιγίλλιο | σι-γίλ-λι-ο ουσ. (ουδ.) & σιγίλιο: ΕΚΚΛΗΣ. σφραγίδα Πατριάρχη ή Ιεράς Συνόδου και κυρ. συνεκδ. κάθε έγγραφο που τη φέρει. [< μεσν. σιγίλλιον] | |
| 45629 | σιγιλλογραφία | σι-γιλ-λο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) & σιγιλογραφία: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τα σιγίλλια: νομισματική και ~. Βλ. -γραφία. ΣΥΝ. σφραγιδογραφία [< γαλλ. sigillographie, αγγλ. sigillography] | |
| 45630 | σιγκέλα | σι-γκέ-λα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. βακτήριο (επιστ. ονομασ. Shigella) που προκαλεί δυσεντερία. Βλ. σαλμονέλα. [< αγγλ. shigella, 1937] | |
| 45631 | σιγκέλωση | σι-γκέ-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δυσεντερία που προκαλείται από τη σιγκέλα. [< αγγλ. shigellosis, 1944] | |
| 45632 | σιγκούνι | σι-γκού-νι ουσ. (ουδ.) & σεγκούνι & σιγκούνα & σεγκούνα (η): ΛΑΟΓΡ. μάλλινο, κυρ. γυναικείο, πανωφόρι της παραδοσιακής αγροτικής φορεσιάς. ΣΥΝ. φλοκάτη (2) [< μεσν. σεγκούνι, σεγκούνα < αλβ. shegun] | |
| 45633 | σίγμα | σίγ-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το δέκατο όγδοο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου: ~ κεφαλαίο (Σ)/μικρό (σ)/τελικό (ς). Πβ. σ. ● ΦΡ.: έγινε σαν σίγμα τελικό (προφ.): έχει κυρτώσει ή στραβώσει: Το κερί ~ ~ από τη ζέστη., με το νι και με το σίγμα βλ. νι [< αρχ. σίγμα, σῖγμα] | |
| 45634 | σιγματισμός | σιγ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή της ομιλίας που χαρακτηρίζεται από δυσκολία στην άρθρωση του σίγμα. Βλ. ψευδισμός, -ισμός. [< γαλλ. sigmatisme, αγγλ. sigmatism] | |
| 45635 | σιγμοειδεκτομή | σιγ-μο-ει-δε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μερική ή ολική χειρουργική αφαίρεση του σιγμοειδούς: λαπαροσκοπική ~. Βλ. -εκτομή. [< αγγλ. sigmoidectomy, 1915] | |
| 45636 | σιγμοειδής | , ής, ές σιγ-μο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει το σχήμα του τελικού σίγμα (ς): (ΜΑΘ.) ~ής: καμπύλη/συνάρτηση.|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ~είς: βαλβίδες (της αορτής). Βλ. -ειδής. ● Ουσ.: σιγμοειδές (το): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. τμήμα του κόλου, που έχει σχήμα S και καταλήγει στο ορθό: πολύποδας ~ούς. Βλ. παχύ έντερο. [< μτγν. σιγμοειδής, αγγλ. sigmoid, γαλλ. sigmoïde] | |
| 45637 | σιγμόληκτος | , η, ο σιγ-μό-λη-κτος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για επίθ. ή ουσ.) που το θέμα του λήγει σε σίγμα: τριγενή και δικατάληκτα ~α σε -ης, -ές, π. χ., πλήρης, αληθής.|| (ως ουσ.) Τα ~α. | |
| 45638 | σιγο- | το επίρρημα σιγά ως α' συνθετικό λέξεων∙ δηλώνει 1. χαμηλή ένταση: ~κλαίω/~τραγουδάω.|| (για θερμοκρασία) ~βράζω. 2. αργό ρυθμό: ~πίνω (βλ. κουτσο-). | |
| 45898 | σιγο- | [σιωπῶ] σι-ω-πώ ρ. (αμτβ.) {σιωπ-άς ... | σιωπ-ούσα, σιώπ-ησα, σιωπ-ήσει, -ώντας} (λόγ.): παραμένω σιωπηλός, δεν εκφράζομαι, δεν φανερώνω τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου: ~ά από δειλία. ~ησε για το θέμα της ... Ξέρουν, αλλά ~ούν εκκωφαντικά (πβ. παρα~). Παρά τις εκκλήσεις μας, ~ησε προκλητικά. ΣΥΝ. σιγώ, σωπαίνω [< αρχ. σιωπῶ] | |
| 45639 | σιγοβράζω | σι-γο-βρά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σιγόβρα-σα} 1. αφήνω κάτι να βράσει σε σιγανή φωτιά: ~ετε τη σάλτσα.|| Οι φακές ~ζαν. 2. {κυρ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.) για κάτι που αναπτύσσεται αργά και κρυφά ή είναι έτοιμο να ξεσπάσει, να εκραγεί: ~ει η κρίση/οργή. Μίση/πάθη που ~ζαν για χρόνια. Πβ. υποβόσκει, υφέρπει.|| Kαζάνι που ~ει η κατάσταση. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ