| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45611 | σιάχνω | βλ. σιάζω | |
| 45612 | σιβηρικός | , ή, ό σι-βη-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Σιβηρία: ~ή: τούνδρα. Βλ. υπερ~.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ός: αντικυκλώνας.|| (μτφ.) ~ός: χιονιάς (= πολύ σφοδρός). [< γαλλ. sibérien] | |
| 45613 | σιβί | σι-βί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): βιογραφικό (σημείωμα). Πβ. κουρίκουλουμ βίτε. [< αγγλ. ακρ. CV (Curriculum Vitae)] | |
| 45614 | Σίβυλλα | Σί-βυλ-λα ουσ. (θηλ.) (μετωνυμ.): πρόσωπο που κάνει αινιγματικές δηλώσεις κυρ. για το μέλλον. Βλ. Κασσάνδρα. [< αρχ. Σίβυλλα] | |
| 45615 | σιβυλλικός | , ή, ό σι-βυλ-λι-κός επίθ. 1. (μτφ.) μυστηριώδης, αινιγματικός: ~ός: τίτλος. ~ή: απάντηση. ~ό: χαμόγελο. Ήταν ~ στις δηλώσεις του. Πβ. δυσερμήνευτος, σκοτεινός. 2. ΑΡΧ. που σχετίζεται με τη Σίβυλλα: ~οί: χρησμοί. ● επίρρ.: σιβυλλικά [< γαλλ. sibyllin, αγγλ. sibyllic, πβ. μτγν. Σιβυλλιακός] | |
| 45616 | σιγά | σι-γά επίρρ. 1. με χαμηλή ένταση, χαμηλόφωνα, σιγανά: Πιο ~ (ενν. να μιλάτε), με ξεκουφάνατε … Πιο ~ (= σιγότερα) την τηλεόραση, κοιμόμαστε. ΑΝΤ. δυνατά 2. αργά: Περπατάει ~, δεν βιάζεται (ΑΝΤ. γρήγορα). Πήγαινα ~, για να μην τον τρομάξω (πβ. αθόρυβα). 3. ήρεμα, προσεκτικά: ~, μη σπρώχνετε. ~, ρε παιδιά, πώς κάνετε έτσι; ~ και με το μαλακό. (σε ταξί:) "~ τις πόρτες" (ενν. να τις κλείνετε). 4. (προφ.-εμφατ.) για να δηλωθεί άρνηση: ~ (να) μην κλάψω/μη φοβηθώ (: δεν θα κλάψω/φοβηθώ). ~ που θα μας δώσουν κι εξηγήσεις (: και βέβαια δεν θα μας δώσουν). 5. (προφ., + αιτ.) για να εκφραστεί αποδοκιμασία, απαξίωση: ~ το κινητό/την ομορφιά. ● ΦΡ.: σιγά-σιγά & σιγά σιγά (επιτατ.): βαθμιαία, σταδιακά· με αργό ρυθμό, με κόπο και υπομονή: ~ ~ με τον καιρό έγινε καλά. Πβ. βαθμηδόν, λίγο-λίγο.|| ~ ~ πήρα τον δρόμο του γυρισμού. ~ ~ θα μάθει να ... Βλ. αγάλι. ΣΥΝ. τσούκου-τσούκου, ναι, καλά! βλ. καλά, σιγά τ' αβγά βλ. αβγό & αυγό, σιγά τα αίματα! βλ. αίμα, σιγά το/χαρά στο πρά(γ)μα! βλ. πράγμα, σιγά τον πολυέλαιο βλ. πολυέλαιος, σιγά/σπουδαία τα λάχανα! βλ. λάχανο [< μεσν. σιγά] | |
| 45617 | σιγάζω | σι-γά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σίγασα} (λόγ.) 1. επιβάλλω σιωπή, σταματώ: Δεν κατόρθωσε να ~σει τις αντιπολιτευόμενες φωνές. Περίμενε να ~σει ο θόρυβος. 2. καταπραΰνω, ηρεμώ: ~σε την κατακραυγή/το μένος. Πβ. κατα~, κατευνάζω.|| Η διαμάχη δεν έχει ~σει (= καταλαγιάσει, κοπάσει). [< αρχ. σιγάζω] | |
| 45618 | σιγαλιά | σι-γα-λιά ουσ. (θηλ.) (συνήθ. λογοτ.): άκρα ησυχία (που επικρατεί κυρ. στη φύση), σιωπή: απόλυτη/πρωινή/νυχτερινή ~. Μέσα στη ~ της νύχτας. Πβ. ηρεμία, σιγή. ΑΝΤ. θόρυβος (1) | |
| 45619 | σιγαλός | , ή, ό σι-γα-λός επίθ. & σιγηλός (λογοτ.): σιγανός, ήσυχος. ● επίρρ.: σιγαλά [< αρχ. σιγαλός] | |
| 45620 | σιγανοπαπαδιά | σι-γα-νο-πα-πα-διά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-μειωτ.): άνθρωπος που παριστάνει ότι είναι φρόνιμος, αθώος, απονήρευτος: Μας έκανε τη ~! Το έπαιζε ~ και αθώα περιστερά. Πβ. κάνει/παριστάνει την οσία (Μαρία). Βλ. σιγανό ποτάμι. | |
| 45621 | σιγανός | , ή, ό σι-γα-νός επίθ. 1. ήρεμος, ήσυχος, χωρίς θόρυβο ή ένταση: ~ή: βροχή/μουσική (= απαλή)/φωνή. ~ό: αεράκι/κλάμα (ΑΝΤ. ηχηρό).|| ~ό: ψήσιμο (: σε ~ή/χαμηλή φωτιά). 2. αργός: ~ός: χορός. ~ά: βήματα. ● επίρρ.: σιγανά ● ΦΡ.: σιγανό ποτάμι/ποταμάκι βλ. ποτάμι [< μεσν. σιγανός] | |
| 45622 | σιγαρέτο | σι-γα-ρέ-το ουσ. (ουδ.) (επίσ.-κυρ. παλαιότ.): τσιγάρο: βιομηχανία/πρατήριο ~ων. [< ιταλ. sigaretto] | |
| 45623 | σίγαση | σί-γα-ση ουσ. (θηλ.): (σε συσκευή) απενεργοποίηση ήχου: αυτόματη/προσωρινή/σταδιακή ~. ~ ηχείων/κλήσης/μικροφώνου/τηλεφώνου. Εικονίδιο/κουμπί/πλήκτρο ~ης. ΣΥΝ. σίγηση (3) [< αγγλ. muting] | |
| 45624 | σιγαστήρας | σι-γα-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή ή εξάρτημα που μειώνει τον θόρυβο μηχανήματος ή όπλου: ~ εξάτμισης (= σιλανσιέ)/σκληρού δίσκου. Πιστόλι με ~α. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. silencieux, αγγλ. silencer] | |
| 45625 | σιγή | σι-γή ουσ. (θηλ.): απουσία θορύβου ή ομιλιών, απόλυτη ησυχία: επικρατεί απόλυτη ~. || Ένοχη ~. Πβ. σιγαλιά, σιωπή. ΑΝΤ. βοή ● ΣΥΜΠΛ.: εκκωφαντική σιωπή βλ. εκκωφαντικός, νεκρική σιγή/σιωπή βλ. νεκρικός, σιγή ασυρμάτου βλ. ασύρματος ● ΦΡ.: (κρατά/τηρεί) αιδήμονα σιωπή(ν)/σιγή(ν) βλ. αιδήμων, ενός λεπτού σιγή βλ. λεπτό, τηρεί σιγή(ν) ιχθύος βλ. ιχθύς [< αρχ. σιγή] | |
| 45626 | σιγηλός | , ή, ό βλ. σιγαλός | |
| 45627 | σίγηση | σί-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΜΜ. μη εκφορά συμφώνου ή φωνήεντος· αποβολή. 2. ΒΙΟΛ. καταστολή της έκφρασης γονιδίου κατά τη μεταγραφή του DNA. 3. (σπάν.) σίγαση: ~ συναγερμού. [< μεσν. σίγησις, 2: αγγλ. silencing] | |
| 45628 | σιγίλλιο | σι-γίλ-λι-ο ουσ. (ουδ.) & σιγίλιο: ΕΚΚΛΗΣ. σφραγίδα Πατριάρχη ή Ιεράς Συνόδου και κυρ. συνεκδ. κάθε έγγραφο που τη φέρει. [< μεσν. σιγίλλιον] | |
| 45629 | σιγιλλογραφία | σι-γιλ-λο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) & σιγιλογραφία: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τα σιγίλλια: νομισματική και ~. Βλ. -γραφία. ΣΥΝ. σφραγιδογραφία [< γαλλ. sigillographie, αγγλ. sigillography] | |
| 45630 | σιγκέλα | σι-γκέ-λα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. βακτήριο (επιστ. ονομασ. Shigella) που προκαλεί δυσεντερία. Βλ. σαλμονέλα. [< αγγλ. shigella, 1937] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ