Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [4600-4620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3662ανείπωτος, η, ο [ἀνείπωτος] α-νεί-πω-τος επίθ.: που δεν μπορεί να εκφραστεί, να περιγραφεί με λόγια ή δεν έχει ειπωθεί: ~ος: πόνος (πβ. αφόρητος). ~η: δυστυχία (= πολύ μεγάλη)/θλίψη/καταστροφή/οδύνη/σκληρότητα/τραγωδία. ~ο: δράμα. ~α: βάσανα/εγκλήματα. Στιγμές ~ης ευτυχίας/χαράς. Με ~ο θράσος. Πβ. ανεκδιήγητος, απερίγραπτος, άρρητος, άφατος, άφραστος.|| ~η: αλήθεια. (ΑΝΤ. ειπωμένη). ~ο: μυστικό (= κρυφό). ~οι: πόθοι/φόβοι (= ανομολόγητοι). ~α: συναισθήματα (= ανέκφραστα).
3663ανειρήνευτος, η, ο [ἀνειρήνευτος] α-νει-ρή-νευ-τος επίθ. (λόγ.): που δεν τελειώνει (ειρηνικά) ή δεν ειρηνεύει, δεν ηρεμεί: ~ος: αγώνας/πόλεμος. ~η: διαμάχη/πάλη/σύγκρουση. ~ες: αντιθέσεις. Πβ. αδιάκοπος, αδιάλειπτος, ακατάπαυστος, ασταμάτητος.|| (για πρόσ.) ~οι: εχθροί. ● επίρρ.: ανειρήνευτα [< μεσν. ανειρήνευτος]
3664ανείσπρακτος, η, ο [ἀνείσπρακτος] α-νεί-σπρα-κτος επίθ. & ανείσπραχτος (επίσ.): που δεν έχει εισπραχθεί: ~ος: λογαριασμός. ~η: επιταγή. ~ο: ποσό. ~οι: φόροι. ~ες: δόσεις/εισφορές/οφειλές. ~α: ασφάλιστρα/ενοίκια/έσοδα/χρέη. Πβ. ανεξαργύρωτος, ανεξόφλητος, απλήρωτος. [< μτγν. ἀνείσπρακτος]
3665ανέκαθεν[ἀνέκαθεν] α-νέ-κα-θεν επίρρ. (λόγ.) (εσφαλμ. από ~): πάντα, από την πρώτη στιγμή, εξαρχής: ~ θεωρούσε τον εαυτό της ... Τη ζήλευε ~. Βλ. -θεν. ΑΝΤ. ποτέ (1) [< αρχ. ἀνέκαθεν]
3666ανεκδήλωτος, η, ο [ἀνεκδήλωτος] α-νεκ-δή-λω-τος επίθ. (λόγ.): (συνήθ. για συναισθήματα) που δεν φανερώθηκε: ~ος: ενθουσιασμός/έρωτας/θυμός. ~η: θλίψη/χαρά. Πβ. κρυφός. ΣΥΝ. ανέκφραστος (2), αφανέρωτος ΑΝΤ. έκδηλος, καταφανής [< γαλλ. non déclaré]
3667ανεκδιήγητος, η, ο [ἀνεκδιήγητος] α-νεκ-δι-ή-γη-τος επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): απερίγραπτος: ~ος: τύπος/χαρακτήρας. ~η: δήλωση/συμπεριφορά. ~ο: θέαμα. ~α: μαρτύρια (πβ. φριχτά).|| (για πρόσ., προφ.-μειωτ.) Είσαι ~! Επιτίθεσαι συνεχώς στους άλλους χωρίς λόγο και αιτία. Πβ. απαράδεκτος.|| (κατ' επέκτ. που προκαλεί γέλιο:) ~η: κατάσταση (= αστεία, γελοία, φαιδρή). ~ο: περιστατικό. Ακούσαμε και το ~ο (πβ. αμίμητο) ... ● επίρρ.: ανεκδιήγητα [< μτγν. ἀνεκδιήγητος, γαλλ. inénarrable]
3668ανεκδοτικός, ή, ό [ἀνεκδοτικός] α-νεκ-δο-τι-κός επίθ.: ανεκδοτολογικός. [< γαλλ. anecdotique, αγγλ. anecdotic]
3669ανέκδοτο[ἀνέκδοτο] α-νέκ-δο-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ότου} 1. σύντομη συνήθ. διήγηση κωμικού περιεχομένου: έξυπνο/κουφό/κρύο/ξεκαρδιστικό/χαριτωμένο ~. Πικάντικα/σόκιν ~α. Το έχω ξανακούσει/ξέρω αυτό το ~. Του αρέσει να λέει ~α. Πβ. αστείο. 2. γεγονός, επεισόδιο ή σκηνή ιστορικού ή βιογραφικού χαρακτήρα που δεν τεκμηριώνεται από τις πηγές: ιστορικό ~. ● Υποκ.: ανεκδοτάκι (το) ● ΦΡ.: από άλλο ανέκδοτο (προφ.-χιουμορ.): για κάποιον ή κάτι άσχετο: Αυτός είναι (βγαλμένος) ~ ~. Άλλο είναι το θέμα μας, αυτό που λες εσύ είναι ~ ~. Πβ. άλλου/αλλουνού παπά ευαγγέλιο., το πιο σύντομο ανέκδοτο (προφ.): για να σχολιαστεί ειρωνικά μια πρόταση, δήλωση, κατάσταση: Μεταρρυθμίσεις,~ ~. ● βλ. ανέκδοτος [< μτγν. ἀνέκδοτα '(έργα) που δεν έχουν εκδοθεί', γαλλ.-αγγλ. anecdote]
3670ανεκδοτολογία[ἀνεκδοτολογία] α-νεκ-δο-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ανεύθυνες, ατεκμηρίωτες πληροφορίες: ιστορική/λογοτεχνική ~. Αυτή είναι η μοναδική αλήθεια, τα υπόλοιπα αποτελούν ~ες. Πβ. κουτσομπολιό. Βλ. -λογία.
3671ανεκδοτολογικός, ή, ό [ἀνεκδοτολογικός] α-νεκ-δο-το-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ανεκδοτολογία ή το ανέκδοτο: ~ή: αφήγηση. ~ά: επεισόδια/κείμενα. Απόσπασμα ~ού περιεχομένου. Πλήθος ~ού και βιογραφικού υλικού για τη ζωή (κάποιου). Πληροφορίες ~ού χαρακτήρα. ΣΥΝ. ανεκδοτικός ● επίρρ.: ανεκδοτολογικά [< γαλλ. anecdotique, αγγλ. anecdot(ic)al]
3672ανεκδοτολόγος[ἀνεκδοτολόγος] α-νεκ-δο-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που του αρέσει να λέει ανέκδοτα, που τα αφηγείται καλά. Βλ. χρονογράφος, -λόγος. [< γαλλ. anecdotier]
3673ανέκδοτος, η, ο [ἀνέκδοτος] α-νέκ-δο-τος επίθ.: που δεν έχει δημοσιευτεί, κυκλοφορήσει στο ευρύ κοινό: ~η: αλληλογραφία/(αυτο)βιογραφία/διατριβή. ~ο: βιβλίο/(λογοτεχνικό) έργο/(φωτογραφικό) υλικό. ~οι: στίχοι. ~ες: επιγραφές/σημειώσεις. ~α: ποιήματα/χειρόγραφα. Πβ. αδημοσίευτος, ατύπωτος.|| ~ες: ηχογραφήσεις/συνθέσεις. Πβ. ακυκλοφόρητος.|| (για πρόσ. του οποίου το έργο παραμένει ~ο) ~ος: ποιητής/συγγραφέας. ΑΝΤ. εκδομένος ● βλ. ανέκδοτο [< μτγν. ἀνέκδοτος]
3674ανέκκλητος, η/ος, ο [ἀνέκκλητος] α-νέκ-κλη-τος επίθ.: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. που δεν μπορεί να ακυρωθεί, να ανακληθεί, να ματαιωθεί: ~η: δέσμευση/εγγυητική επιστολή/εξουσιοδότηση/καταδίκη (: χωρίς δικαίωμα υποβολής έφεσης)/παραίτηση/συμφωνία/συναλλαγή. ~ο: δικαίωμα/πληρεξούσιο. ~οι: όροι. Υποβολή ~ης δήλωσης. Χορηγήθηκε ~η εντολή προς το ΔΣ.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο των αποφάσεων. Πβ. αμετάκλητος, οριστικός, τελεσίδικος. ΑΝΤ. ακυρώσιμος, αναιρέσιμος, ανακλητός, έκκλητος (1) ● επίρρ.: ανέκκλητα & (λόγ.) -ήτως [< μτγν. ἀνέκκλητος, γαλλ. sans appel, irrévocable]
3675ανεκλάλητος, η, ο [ἀνεκλάλητος] α-νε-κλά-λη-τος επίθ. (λόγ., συχνά σε εκκλησ. κείμενα): ανείπωτος: ~η: χαρά. ~ο: θαύμα. ΣΥΝ. άφατος, άφραστος [< μτγν. ἀνεκλάλητος]
3676ανεκμετάλλευτος, η, ο [ἀνεκμετάλλευτος] α-νεκ-με-τάλ-λευ-τος επίθ.: που δεν τον έχουν αξιοποιήσει, εκμεταλλευτεί κατάλληλα: ~ος: θησαυρός/(δασικός) πλούτος/χρόνος. ~η: γνώση/έκταση/(ηλιακή) ενέργεια/(δημόσια) περιουσία/περιοχή/πηγή. ~ο: (ανθρώπινο) δυναμικό/(αρχειακό) υλικό. ~οι: (φυσικοί) πόροι. ~ες: δυνατότητες/(κτιριακές) εγκαταστάσεις/πληροφορίες. ~α: κοιτάσματα/κονδύλια. Αξιοποίηση και διαχείριση ~ων αποθεμάτων. Μην αφήσεις ~η (= να χαθεί) μια τέτοια ευκαιρία! ΣΥΝ. αναξιοποίητος [< γαλλ. inexploité]
3677ανεκπαίδευτος, η, ο [ἀνεκπαίδευτος] α-νεκ-παί-δευ-τος επίθ.: που δεν έχει ή δεν μπορεί να εκπαιδευτεί: ~ος: νεοσύλλεκτος/σκύλος. ~ο: (ανθρώπινο) δυναμικό/προσωπικό (= ακατάρτιστο). ~οι: εργάτες (= ανειδίκευτοι). Βλ. απαίδευτος, αστοιχείωτος. ΑΝΤ. εκπαιδευμένος
3678ανεκπλήρωτος, η, ο [ἀνεκπλήρωτος] α-νεκ-πλή-ρω-τος επίθ.: που δεν πραγματοποιήθηκε, δεν ικανοποιήθηκε: ~ος: πόθος. ~η: εντολή/επιθυμία/ευχή/φιλοδοξία. ~ο: αίτημα/χρέος. ~οι: έρωτες/όροι σύμβασης/στόχοι. ~ες: δεσμεύσεις/εξαγγελίες/προσδοκίες/(προεκλογικές) υποσχέσεις/(στρατιωτικές) υποχρεώσεις. ~α: όνειρα (πβ. άπιαστα)/σχέδια.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το αίσθημα/η πικρία του ~ου. Κυνηγά το ~ο. ΣΥΝ. ανικανοποίητος (2), απραγματοποίητος [< μτγν. ἀνεκπλήρωτος, γαλλ. inaccompli]
3679ανεκτέλεστος, η, ο [ἀνεκτέλεστος] α-νε-κτέ-λε-στος επίθ.: που δεν έχει ή δεν μπορεί να υλοποιηθεί: ~η: απόφαση/εντολή/παραγγελία/ποινή/σύμβαση. ~ο: δρομολόγιο/έργο/σχέδιο. ~ες: εργασίες. ~α: ψηφίσματα (: δεν εφαρμόστηκαν, έμειναν στα χαρτιά). Βλ. ακατόρθωτος, ανέφικτος, απραγματοποίητος. [< γαλλ. inexécuté, inexécutable]
3680ανεκτικός, ή, ό [ἀνεκτικός] α-νε-κτι-κός επίθ. & (σπάν.-προφ.) ανεχτικός: που χαρακτηρίζεται από (μεγάλη) ανοχή: ~ή: διάθεση/κοινωνία/νομοθεσία/στάση. ~ απέναντι στο διαφορετικό/στους ξένους (ΑΝΤ. μισαλλόδοξος). Είναι ~ή με τους άλλους/μαζί του. Πβ. ανοιχτός, διαλλακτικός. Βλ. ελαστ-, υπομονετ-, υποχωρητ-ικός, επιεικής.|| Mη ~ό δέρμα (: ευαίσθητο). [< μτγν. ἀνεκτικός, γαλλ. tolérant]
3681ανεκτικότητα[ἀνεκτικότητα] α-νε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ανεκτικού: θρησκευτική ~ (βλ. ανεξιθρησκία). ~ και πολυπολιτισμικότητα. ~ στις εφηβικές αντιδράσεις. Τα όρια της ~ας. Φανατισμός και έλλειψη ~ας. Βαθμός ~ας μιας κοινωνίας (π.χ. απέναντι στους αλλοδαπούς/στους ομοφυλόφιλους. ΑΝΤ. μισαλλοδοξία). Δείχνω ~. Αντιμετωπίζω(κάποιον/κάτι)/συμπεριφέρομαι με ~. Πβ. ανοχή. Βλ. επιείκεια, υπομονή.|| (καταχρ.) ~ (= ανθεκτικότητα) στις ιώσεις. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. tolérance]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.