| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3672 | ανεκδοτολόγος | [ἀνεκδοτολόγος] α-νεκ-δο-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που του αρέσει να λέει ανέκδοτα, που τα αφηγείται καλά. Βλ. χρονογράφος, -λόγος. [< γαλλ. anecdotier] | |
| 3673 | ανέκδοτος | , η, ο [ἀνέκδοτος] α-νέκ-δο-τος επίθ.: που δεν έχει δημοσιευτεί, κυκλοφορήσει στο ευρύ κοινό: ~η: αλληλογραφία/(αυτο)βιογραφία/διατριβή. ~ο: βιβλίο/(λογοτεχνικό) έργο/(φωτογραφικό) υλικό. ~οι: στίχοι. ~ες: επιγραφές/σημειώσεις. ~α: ποιήματα/χειρόγραφα. Πβ. αδημοσίευτος, ατύπωτος.|| ~ες: ηχογραφήσεις/συνθέσεις. Πβ. ακυκλοφόρητος.|| (για πρόσ. του οποίου το έργο παραμένει ~ο) ~ος: ποιητής/συγγραφέας. ΑΝΤ. εκδομένος ● βλ. ανέκδοτο [< μτγν. ἀνέκδοτος] | |
| 3674 | ανέκκλητος | , η/ος, ο [ἀνέκκλητος] α-νέκ-κλη-τος επίθ.: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. που δεν μπορεί να ακυρωθεί, να ανακληθεί, να ματαιωθεί: ~η: δέσμευση/εγγυητική επιστολή/εξουσιοδότηση/καταδίκη (: χωρίς δικαίωμα υποβολής έφεσης)/παραίτηση/συμφωνία/συναλλαγή. ~ο: δικαίωμα/πληρεξούσιο. ~οι: όροι. Υποβολή ~ης δήλωσης. Χορηγήθηκε ~η εντολή προς το ΔΣ.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο των αποφάσεων. Πβ. αμετάκλητος, οριστικός, τελεσίδικος. ΑΝΤ. ακυρώσιμος, αναιρέσιμος, ανακλητός, έκκλητος (1) ● επίρρ.: ανέκκλητα & (λόγ.) -ήτως [< μτγν. ἀνέκκλητος, γαλλ. sans appel, irrévocable] | |
| 3675 | ανεκλάλητος | , η, ο [ἀνεκλάλητος] α-νε-κλά-λη-τος επίθ. (λόγ., συχνά σε εκκλησ. κείμενα): ανείπωτος: ~η: χαρά. ~ο: θαύμα. ΣΥΝ. άφατος, άφραστος [< μτγν. ἀνεκλάλητος] | |
| 3676 | ανεκμετάλλευτος | , η, ο [ἀνεκμετάλλευτος] α-νεκ-με-τάλ-λευ-τος επίθ.: που δεν τον έχουν αξιοποιήσει, εκμεταλλευτεί κατάλληλα: ~ος: θησαυρός/(δασικός) πλούτος/χρόνος. ~η: γνώση/έκταση/(ηλιακή) ενέργεια/(δημόσια) περιουσία/περιοχή/πηγή. ~ο: (ανθρώπινο) δυναμικό/(αρχειακό) υλικό. ~οι: (φυσικοί) πόροι. ~ες: δυνατότητες/(κτιριακές) εγκαταστάσεις/πληροφορίες. ~α: κοιτάσματα/κονδύλια. Αξιοποίηση και διαχείριση ~ων αποθεμάτων. Μην αφήσεις ~η (= να χαθεί) μια τέτοια ευκαιρία! ΣΥΝ. αναξιοποίητος [< γαλλ. inexploité] | |
| 3677 | ανεκπαίδευτος | , η, ο [ἀνεκπαίδευτος] α-νεκ-παί-δευ-τος επίθ.: που δεν έχει ή δεν μπορεί να εκπαιδευτεί: ~ος: νεοσύλλεκτος/σκύλος. ~ο: (ανθρώπινο) δυναμικό/προσωπικό (= ακατάρτιστο). ~οι: εργάτες (= ανειδίκευτοι). Βλ. απαίδευτος, αστοιχείωτος. ΑΝΤ. εκπαιδευμένος | |
| 3678 | ανεκπλήρωτος | , η, ο [ἀνεκπλήρωτος] α-νεκ-πλή-ρω-τος επίθ.: που δεν πραγματοποιήθηκε, δεν ικανοποιήθηκε: ~ος: πόθος. ~η: εντολή/επιθυμία/ευχή/φιλοδοξία. ~ο: αίτημα/χρέος. ~οι: έρωτες/όροι σύμβασης/στόχοι. ~ες: δεσμεύσεις/εξαγγελίες/προσδοκίες/(προεκλογικές) υποσχέσεις/(στρατιωτικές) υποχρεώσεις. ~α: όνειρα (πβ. άπιαστα)/σχέδια.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το αίσθημα/η πικρία του ~ου. Κυνηγά το ~ο. ΣΥΝ. ανικανοποίητος (2), απραγματοποίητος [< μτγν. ἀνεκπλήρωτος, γαλλ. inaccompli] | |
| 3679 | ανεκτέλεστος | , η, ο [ἀνεκτέλεστος] α-νε-κτέ-λε-στος επίθ.: που δεν έχει ή δεν μπορεί να υλοποιηθεί: ~η: απόφαση/εντολή/παραγγελία/ποινή/σύμβαση. ~ο: δρομολόγιο/έργο/σχέδιο. ~ες: εργασίες. ~α: ψηφίσματα (: δεν εφαρμόστηκαν, έμειναν στα χαρτιά). Βλ. ακατόρθωτος, ανέφικτος, απραγματοποίητος. [< γαλλ. inexécuté, inexécutable] | |
| 3680 | ανεκτικός | , ή, ό [ἀνεκτικός] α-νε-κτι-κός επίθ. & (σπάν.-προφ.) ανεχτικός: που χαρακτηρίζεται από (μεγάλη) ανοχή: ~ή: διάθεση/κοινωνία/νομοθεσία/στάση. ~ απέναντι στο διαφορετικό/στους ξένους (ΑΝΤ. μισαλλόδοξος). Είναι ~ή με τους άλλους/μαζί του. Πβ. ανοιχτός, διαλλακτικός. Βλ. ελαστ-, υπομονετ-, υποχωρητ-ικός, επιεικής.|| Mη ~ό δέρμα (: ευαίσθητο). [< μτγν. ἀνεκτικός, γαλλ. tolérant] | |
| 3681 | ανεκτικότητα | [ἀνεκτικότητα] α-νε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ανεκτικού: θρησκευτική ~ (βλ. ανεξιθρησκία). ~ και πολυπολιτισμικότητα. ~ στις εφηβικές αντιδράσεις. Τα όρια της ~ας. Φανατισμός και έλλειψη ~ας. Βαθμός ~ας μιας κοινωνίας (π.χ. απέναντι στους αλλοδαπούς/στους ομοφυλόφιλους. ΑΝΤ. μισαλλοδοξία). Δείχνω ~. Αντιμετωπίζω(κάποιον/κάτι)/συμπεριφέρομαι με ~. Πβ. ανοχή. Βλ. επιείκεια, υπομονή.|| (καταχρ.) ~ (= ανθεκτικότητα) στις ιώσεις. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. tolérance] | |
| 3682 | ανεκτίμητος | , η, ο [ἀνεκτίμητος] α-νε-κτί-μη-τος επίθ. (λόγ.) & (προφ.) ανεχτίμητος: του οποίου η υλική ή ηθική αξία, η σπουδαιότητα είναι τόσο μεγάλη, ώστε είναι αδύνατο ή δύσκολο να υπολογιστεί, να εκτιμηθεί: ~ος: θησαυρός/(εθνικός/φυσικός) πλούτος. ~η: αγάπη/(ιστορική/πολιτιστική) κληρονομιά/μαρτυρία/περιουσία/προσφορά/συλλογή (μουσείου)/συμβολή. ~ο: δώρο/κειμήλιο/κόσμημα/ταλέντο. ~ες: πληροφορίες/υπηρεσίες. ~α: μνημεία/οφέλη/χειρόγραφα. Ζωγραφικός πίνακας ~ης (καλλιτεχνικής) αξίας (= ανυπολόγιστης). Η ζωή είναι ~η. Η υγεία αποτελεί ~ο αγαθό. Οργανισμός που προσφέρει ~ο κοινωνικό έργο. (για πρόσ.) ~ος: συνεργάτης/φίλος (= σημαντικός, σπουδαίος). Πβ. πολύτιμος. ● επίρρ.: ανεκτίμητα [< γερμ. unschätzbar, γαλλ. inestimable, inappréciable] | |
| 3683 | ανεκτός | , ή, ό [ἀνεκτός] α-νε-κτός επίθ. & (προφ.) ανεχτός: που μπορεί κάποιος να τον ανεχτεί, να τον υπομείνει: ~ός: θόρυβος/πόνος. ~ή: ζέστη. ~ό: αποτέλεσμα/κόστος/σφάλμα. ~οί: όροι/περιορισμοί. ~ές: συνθήκες. ~ά: προβλήματα. Μη ~ή κατάσταση/λύση. Μέγιστη ~ή δόση φαρμάκου. Διασφάλιση ~ού βιοτικού επιπέδου. Τέτοια συμπεριφορά δεν μπορεί να γίνει (άλλο) ~ή.|| (ως ουσ.) Στα όρια του ~ού. ΣΥΝ. υποφερτός (1) ΑΝΤ. ανυπόφορος, αφόρητος [< αρχ. ἀνεκτός, γαλλ. tolérable] | |
| 3684 | ανέκφραστος | , η, ο [ἀνέκφραστος] α-νέκ-φρα-στος επίθ. 1. που δεν εκφράζει, δεν εκδηλώνει κανένα συναίσθημα, καμία ψυχική κατάσταση: ~ο: βλέμμα (πβ. απλανές, άτονο, άχρωμο)/πρόσωπο/ύφος. ~α: μάτια. Άκουγε/κοίταζε/(παρ)έμεινε ~ και σιωπηλός. Πβ. ατάραχος, παγωμένος. ΑΝΤ. εκφραστικός (1) 2. που δεν έχει ή δεν μπορεί να εκφραστεί, να εκδηλωθεί: ~η: αγωνία/επιθυμία. Πβ. ανεκδήλωτος.|| ~η: ευτυχία/συγκίνηση/χαρά. Πβ. ανείπωτος, απερίγραπτος.|| (ως ουσ.-λόγ.) Η τέχνη προσπαθεί να εκφράσει το ~ο. ● επίρρ.: ανέκφραστα [< 1: γαλλ. inexpressif 2: μτγν. ἀνέκφραστος, γαλλ. inexprimable] | |
| 3685 | ανεκχώρητος | , η, ο [ἀνεκχώρητος] α-νεκ-χώ-ρη-τος επίθ.: ΝΟΜ. που δεν επιτρέπεται, δεν μπορεί να ή δεν έχει εκχωρηθεί σε άλλον: ~ος: κωδικός πρόσβασης. ~η: εξουσία/μετοχή/παροχή/περιουσία. ~ο: αγαθό/δικαίωμα. Προσωποπαγείς και ~ες άδειες.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο των απαιτήσεων. Πβ. αμεταβίβαστος. [< γαλλ. inaliénable] | |
| 3686 | ανελαστικός | , ή, ό [ἀνελαστικός] α-νε-λα-στι-κός επίθ. ΑΝΤ. ελαστικός 1. (μτφ.-λόγ.) που χαρακτηρίζεται από αδιαλλαξία, αυστηρότητα· ανεπιεικής, σκληρός, καταπιεστικός: ~ή: νομοθεσία/ποινή. ~ό: εργασιακό καθεστώς/πρόγραμμα/ωράριο. ~οί: κανόνες/περιορισμοί. ~ές: διατάξεις/ρυθμίσεις. ~ά: (χρονικά) όρια. Πβ. αδιάλλακτος, αυστηρός. 2. (επιστ.) (για σώμα, υλικό) που δεν έχει ελαστικότητα, δυνατότητα επαναφοράς στην αρχική του κατάσταση: ~ός: ιστός. Δέρμα ~ό. Πβ. ά-, δύσ-καμπτος.|| (ΦΥΣ.-ΜΗΧΑΝ.) ~ή: κρούση/σκέδαση/συμπεριφορά (κτιρίου). 3. ΟΙΚΟΝ. που δεν αλλάζει εύκολα (λόγω μεταβολής άλλων μεγεθών): ~ός: προϋπολογισμός. ~ή: αγορά/προσφορά (εργασίας). ~ό: κόστος. ● ΣΥΜΠΛ.: ανελαστικές δαπάνες: ΟΙΚΟΝ. αναγκαία λειτουργικά έξοδα: Το μεγαλύτερο ποσοστό των εξόδων του Δήμου καλύπτουν οι ~ ~ (: αμοιβές προσωπικού, έξοδα κτιριακών εγκαταστάσεων κ.λπ.). Πβ. πάγιος. ΑΝΤ. ελαστικές δαπάνες., ανελαστική ζήτηση: ΟΙΚΟΝ. για περιπτώσεις που μεγάλη ποσοστιαία μεταβολή στην τιμή αγαθού προκαλεί μικρότερη μεταβολή στη ζήτησή του: Προϊόν με/που έχει/παρουσιάζει/χαρακτηρίζεται από ~ ~. ΑΝΤ. ελαστική ζήτηση [< αγγλ. inelastic, γαλλ. inélastique] | |
| 3687 | ανελαστικότητα | [ἀνελαστικότητα] α-νε-λα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) ΑΝΤ. ελαστικότητα 1. (μτφ.) έλλειψη διαλλακτικότητας: γραφειοκρατική ~. ~ των κανονισμών/των νόμων/της πολιτικής/του (ωρολογίου) προγράμματος/ενός συστήματος. ~ στη διαχείριση/στον χρόνο (περάτωσης ενός έργου). Καθεστώς ~ας. Το πρόβλημα της ~ας (των μέτρων). Πβ. αυστηρότητα. 2. (επιστ.) ιδιότητα σώματος να μην επανέρχεται στην αρχική του κατάσταση μετά από παραμόρφωση που υπέστη (λόγω της επίδρασης εξωτερικής δύναμης): (ΦΥΣ.-ΜΗΧΑΝ.) ~ υλικού. Τα όρια/οι τιμές ~ας (ενός κτιρίου).|| (ΙΑΤΡ.) ~ του μυοκαρδίου. Πβ. ακαμψία, δυσκαμψία. 3. ΟΙΚΟΝ. απουσία μεταβολής μεγέθους (ως αποτέλεσμα αλλαγής άλλων μεγεθών): άμβλυνση/άρση/αύξηση της ~ας (λ.χ. του συντελεστή φορολόγησης). Η ~ της αγοράς (εργασίας)/των δαπανών/της ζήτησης/των εξόδων/του κόστους/της προσφοράς/των τιμών. Το όριο ~ας του προϋπολογισμού. Δείκτης ~ας (της απασχόλησης). [< αγγλ. inelasticity, γαλλ. inélasticité] | |
| 3688 | ανέλεγκτος | , η, ο [ἀνέλεγκτος] α-νέ-λε-γκτος επίθ. (επίσ.): που δεν έχει υποβληθεί σε έλεγχο, που δεν του έχει ασκηθεί έλεγχος: ~η: δράση/εξουσία/(διαχειριστική) περίοδος/(λογιστική) κατάσταση. ~ο: σύστημα. ~οι: λογαριασμοί. ~ες: δαπάνες/φορολογικές δηλώσεις. ~α: οικονομικά έτη/στοιχεία. Δικαστικά/διοικητικά ~η υπόθεση. ~ες φορολογικά χρήσεις. Δεν αφήνει τίποτα/κάτι ~ο. Πβ. ανεξέλεγκτος.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο της κρίσης (κάποιου). ΑΝΤ. ελεγμένος ● επίρρ.: ανέλεγκτα [< αρχ. ἀνέλεγκτος, γαλλ. incontrôlé] | |
| 3689 | ανελέητος | , η, ο [ἀνελέητος] α-νε-λέ-η-τος επίθ.: που δεν δείχνει έλεος ή που γίνεται χωρίς αυτό: (για πρόσ.) ~ος: εχθρός. ~οι: διώκτες/δολοφόνοι/εισβολείς. Πβ. αδίστακτος, άσπλαχνος.|| ~ος: κόσμος (= απάνθρωπος, σκληρός).|| ~ος: αγώνας/ανταγωνισμός/βομβαρδισμός/ξυλοδαρμός/πόλεμος (συμφερόντων). ~η: βία/μάχη. ~ο: κυνηγητό/σφυροκόπημα. ~ες: επιδρομές/σφαγές. ~α: βασανιστήρια/χτυπήματα. Πβ. αδυσώπητος, αμείλικτος.|| (μτφ.) ~ος: χειμώνας. ~η: πραγματικότητα/φθορά (του χρόνου).|| (προφ.) ~ο: φαγοπότι (: άφθονο, υπερβολικό). ΣΥΝ. ανηλεής ● επίρρ.: ανελέητα [< αρχ. ἀνελέητος] | |
| 3690 | ανελευθερία | [ἀνελευθερία] α-νε-λευ-θε-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη, στέρηση της ελευθερίας: θρησκευτική/οικονομική/πνευματική/πολιτική ~. ~ της έκφρασης/του λόγου/του τύπου/των πολιτών. Καθεστώς/συνθήκες ~ας (πβ. δεσποτισμός, δουλεία, καταπίεση, σκλαβιά, τυραννία). [< αρχ. ἀνελευθερία, αγγλ. illiberalism] | |
| 3691 | ανελεύθερος | , η, ο [ἀνελεύθερος] α-νε-λεύ-θε-ρος επίθ. (λόγ.): που στερείται ελευθερίας, δεν είναι φιλελεύθερος: ~η: κοινωνία/χώρα. ~οι: πολίτες.|| ~ο: μέτρο/πολίτευμα/(κοινωνικό) σύστημα. ~ες: διατάξεις. ~ο και αντιδημοκρατικό/αυταρχικό καθεστώς. Πβ. δεσποτ-, καταπιεστ-, τυρανν-ικός. ΑΝΤ. ελεύθερος (1) ● επίρρ.: ανελεύθερα ● ΣΥΜΠΛ.: ανελεύθερη δημοκρατία βλ. δημοκρατία [< αρχ. ἀνελεύθερος, αγγλ. illiberal] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ