Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46180-46200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45631σιγκέλωσησι-γκέ-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δυσεντερία που προκαλείται από τη σιγκέλα. [< αγγλ. shigellosis, 1944]
45632σιγκούνισι-γκού-νι ουσ. (ουδ.) & σεγκούνι & σιγκούνα & σεγκούνα (η): ΛΑΟΓΡ. μάλλινο, κυρ. γυναικείο, πανωφόρι της παραδοσιακής αγροτικής φορεσιάς. ΣΥΝ. φλοκάτη (2) [< μεσν. σεγκούνι, σεγκούνα < αλβ. shegun]
45633σίγμασίγ-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το δέκατο όγδοο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου: ~ κεφαλαίο (Σ)/μικρό (σ)/τελικό (ς). Πβ. σ. ● ΦΡ.: έγινε σαν σίγμα τελικό (προφ.): έχει κυρτώσει ή στραβώσει: Το κερί ~ ~ από τη ζέστη., με το νι και με το σίγμα βλ. νι [< αρχ. σίγμα, σῖγμα]
45634σιγματισμόςσιγ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή της ομιλίας που χαρακτηρίζεται από δυσκολία στην άρθρωση του σίγμα. Βλ. ψευδισμός, -ισμός. [< γαλλ. sigmatisme, αγγλ. sigmatism]
45635σιγμοειδεκτομήσιγ-μο-ει-δε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μερική ή ολική χειρουργική αφαίρεση του σιγμοειδούς: λαπαροσκοπική ~. Βλ. -εκτομή. [< αγγλ. sigmoidectomy, 1915]
45636σιγμοειδής, ής, ές σιγ-μο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει το σχήμα του τελικού σίγμα (ς): (ΜΑΘ.) ~ής: καμπύλη/συνάρτηση.|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ~είς: βαλβίδες (της αορτής). Βλ. -ειδής. ● Ουσ.: σιγμοειδές (το): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. τμήμα του κόλου, που έχει σχήμα S και καταλήγει στο ορθό: πολύποδας ~ούς. Βλ. παχύ έντερο. [< μτγν. σιγμοειδής, αγγλ. sigmoid, γαλλ. sigmoïde]
45637σιγμόληκτος, η, ο σιγ-μό-λη-κτος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για επίθ. ή ουσ.) που το θέμα του λήγει σε σίγμα: τριγενή και δικατάληκτα ~α σε -ης, -ές, π. χ., πλήρης, αληθής.|| (ως ουσ.) Τα ~α.
45638σιγο-το επίρρημα σιγά ως α' συνθετικό λέξεων∙ δηλώνει 1. χαμηλή ένταση: ~κλαίω/~τραγουδάω.|| (για θερμοκρασία) ~βράζω. 2. αργό ρυθμό: ~πίνω (βλ. κουτσο-).
45898σιγο-

[σιωπῶ] σι-ω-πώ ρ. (αμτβ.) {σιωπ-άς ... | σιωπ-ούσα, σιώπ-ησα, σιωπ-ήσει, -ώντας} (λόγ.): παραμένω σιωπηλός, δεν εκφράζομαι, δεν φανερώνω τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου: ~ά από δειλία. ~ησε για το θέμα της ... Ξέρουν, αλλά ~ούν εκκωφαντικά (πβ. παρα~). Παρά τις εκκλήσεις μας, ~ησε προκλητικά. ΣΥΝ. σιγώ, σωπαίνω [< αρχ. σιωπῶ]

45639σιγοβράζωσι-γο-βρά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σιγόβρα-σα} 1. αφήνω κάτι να βράσει σε σιγανή φωτιά: ~ετε τη σάλτσα.|| Οι φακές ~ζαν. 2. {κυρ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.) για κάτι που αναπτύσσεται αργά και κρυφά ή είναι έτοιμο να ξεσπάσει, να εκραγεί: ~ει η κρίση/οργή. Μίση/πάθη που ~ζαν για χρόνια. Πβ. υποβόσκει, υφέρπει.|| Kαζάνι που ~ει η κατάσταση.
45640σιγοβρέχεισι-γο-βρέ-χει ρ. (αμτβ.) (προφ.): ρίχνει ψιλόβροχο.
45641σιγοκαίεισι-γο-καί-ει ρ. (αμτβ.) {σιγοκαί-νε}: για κάτι που καίει αργά, σε χαμηλή ένταση: Σπίθα/φωτιά που ~.|| (μτφ.) Εστίες έντασης/πόθοι που ~νε.
45642σιγοκλαίωσι-γο-κλαί-ω ρ. (αμτβ.): κλαίω σιγανά, ήσυχα.
45643σιγοκουβεντιάζωσι-γο-κου-βε-ντιά-ζω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στο ενεστ. θ.}: συζητώ με κάποιον χαμηλόφωνα: Σιγοκουβέντιαζαν λες και συνωμοτούσαν.
45644σιγομουρμουρίζωσι-γο-μουρ-μου-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) (επιτατ.): σιγοψιθυρίζω.
45645σιγοντάρισμασι-γο-ντά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (συνήθ. μτφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σιγοντάρω: με το ~ των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Βλ. -ισμα.
45646σιγοντάρωσι-γο-ντά-ρω ρ. (μτβ.) {σιγοντάρ-ισα, σιγοντάρ-οντας} & (σπάν.) σεκοντάρω 1. (μτφ.) υποστηρίζω έμμεσα: ~ισε τις δηλώσεις/την προσπάθειά του. Τον ~ιζε να συνεχίσει. ΣΥΝ. κάνω/κρατάω σεκόντο (σε κάποιον), κρατάω το ίσο (1) 2. ΜΟΥΣ. κάνω δεύτερη φωνή σε κάποιον που τραγουδά. [< ιταλ. secondare]
45647σιγόντοβλ. σεκόντο
45282Σιγοντο

σε-κό-ντο ουσ. (ουδ.) & σιγόντο & σεγκόντο: ΜΟΥΣ. δεύτερη φωνή: πρίμο ~ (= διφωνία). Τραγουδούσε ~. ● ΦΡ.: κάνω/κρατάω σεκόντο (σε κάποιον) (μτφ.): ενισχύω τις προτάσεις ή τις απόψεις του με έμμεσο τρόπο, παίρνω το μέρος του. ΣΥΝ. σιγοντάρω (1) [< ιταλ. secondo]

45648σιγοπίνωσι-γο-πί-νω ρ. (μτβ.) {σιγόπινε, σιγοπίνοντας} (προφ.): πίνω γουλιά γουλιά: ~ει τον καφέ/το ποτό του. Πβ. κουτσοπίνω.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.