Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [46180-46200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45640σιγοβρέχεισι-γο-βρέ-χει ρ. (αμτβ.) (προφ.): ρίχνει ψιλόβροχο.
45641σιγοκαίεισι-γο-καί-ει ρ. (αμτβ.) {σιγοκαί-νε}: για κάτι που καίει αργά, σε χαμηλή ένταση: Σπίθα/φωτιά που ~.|| (μτφ.) Εστίες έντασης/πόθοι που ~νε.
45642σιγοκλαίωσι-γο-κλαί-ω ρ. (αμτβ.): κλαίω σιγανά, ήσυχα.
45643σιγοκουβεντιάζωσι-γο-κου-βε-ντιά-ζω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στο ενεστ. θ.}: συζητώ με κάποιον χαμηλόφωνα: Σιγοκουβέντιαζαν λες και συνωμοτούσαν.
45644σιγομουρμουρίζωσι-γο-μουρ-μου-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) (επιτατ.): σιγοψιθυρίζω.
45645σιγοντάρισμασι-γο-ντά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (συνήθ. μτφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σιγοντάρω: με το ~ των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Βλ. -ισμα.
45646σιγοντάρωσι-γο-ντά-ρω ρ. (μτβ.) {σιγοντάρ-ισα, σιγοντάρ-οντας} & (σπάν.) σεκοντάρω 1. (μτφ.) υποστηρίζω έμμεσα: ~ισε τις δηλώσεις/την προσπάθειά του. Τον ~ιζε να συνεχίσει. ΣΥΝ. κάνω/κρατάω σεκόντο (σε κάποιον), κρατάω το ίσο (1) 2. ΜΟΥΣ. κάνω δεύτερη φωνή σε κάποιον που τραγουδά. [< ιταλ. secondare]
45647σιγόντοβλ. σεκόντο
45648σιγοπίνωσι-γο-πί-νω ρ. (μτβ.) {σιγόπινε, σιγοπίνοντας} (προφ.): πίνω γουλιά γουλιά: ~ει τον καφέ/το ποτό του. Πβ. κουτσοπίνω.
45649σιγότεραβλ. σιγά
45650σιγοτραγουδώ[σιγοτραγουδῶ] σι-γο-τρα-γου-δώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) & σιγοτραγουδάω: τραγουδώ σιγανά, χαμηλόφωνα. [< πβ. μεσν. σιγανοτραγουδώ]
45651σιγουράδασι-γου-ρά-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): σιγουριά. Πβ. βεβαιότητα. Βλ. -άδα
45652σιγουράκισι-γου-ρά-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό, συνήθ. στο Πάμε Στοίχημα): φαβορί και κατ’ επέκτ. καθετί βέβαιο, εξασφαλισμένο: τα ~ια της αγωνιστικής. Βλ. αουτσάιντερ.|| (για πρόσ.) Είσαι το ~ του, σε θεωρεί δεδομένη. Βλ. καβάτζα. ΣΥΝ. στανταράκι
45653σιγουράντζασι-γου-ρά-ντζα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): σιγουριά: Προτίμησε το ρίσκο από τη ~. Βλ. -άντζα.
45654σιγουράρωσι-γου-ρά-ρω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (προφ.): σιγουρεύω. [< βεν. segurar]
45655σιγουρατζήςσι-γου-ρα-τζής επίθ./ουσ. & σιγουραντζής (λαϊκό): αυτός που προσπαθεί να είναι πάντα σίγουρος, εξασφαλισμένος.
45656σιγούρεμασι-γού-ρε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): εξασφάλιση: ~ της νίκης.
45657σιγουρεύωσι-γου-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {σιγούρ-εψα, -εύτηκα, -εμένος, σιγουρεύ-οντας} (προφ.): καθιστώ κάτι σίγουρο, το διασφαλίζω: ~εψε τα κέρδη του/τη νίκη/την πρώτη θέση. Θέλουν να ~έψουν ότι το σύστημα λειτουργεί ομαλά. Πβ. εξασφαλίζω. ΣΥΝ. σιγουράρω ● Παθ.: σιγουρεύομαι: βεβαιώνομαι: ~εύτηκε ότι η πόρτα ήταν κλειδωμένη. ~έψου πρώτα ότι το καλώδιο έχει συνδεθεί σωστά.
45658σιγουριάσι-γου-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. το αίσθημα του ανθρώπου που νιώθει ότι είναι ασφαλής: Θέλω τη ~ μου. Με απόλυτη ~. Αισθάνεται ~ για το μέλλον. Εμπνέει ~. Χωρίς ~ και προοπτική. ΣΥΝ. ασφάλεια (2) ΑΝΤ. ανασφάλεια 2. βεβαιότητα: η ~ της γνώσης. (εμφατ.) Έχει/νιώθει ~ για τον εαυτό του (= αυτοπεποίθηση). Μίλησε με τη ~ της επιτυχίας. Προγραμματίζει με ~ τα επαγγελματικά του σχέδια. Πβ. σιγουράδα. ΑΝΤ. αβεβαιότητα
45659σίγουρος, η, ο σί-γου-ρος επίθ. (προφ.) 1. (για πρόσ.) που έχει τη βεβαιότητα για κάτι: απολύτως/υπερβολικά ~. Φαίνεται ~. Δεν είμαι καθόλου ~ αν/τι θέλω να σπουδάσω. Να είσαι ~ πως όλα θα πάνε καλά. Ο αθλητής δήλωσε ~ για τη νίκη. Ποτέ μην είσαι ~ για τίποτα! Για ένα πράγμα είμαι ~, πως ... Πώς μπορείς να είσαι ~ για τη γνησιότητα του εγγράφου; Πόσο ~ είσαι ότι θα προλάβουμε; Αισθάνεται/νιώθει ~ ότι θα τα καταφέρει. ΣΥΝ. βέβαιος (2) ΑΝΤ. αβέβαιος (1) 2. που εμπνέει βεβαιότητα ή σιγουριά, που θεωρείται πως θα συμβεί οπωσδήποτε: ~η: έδρα (σε εκλογές)/εκλογή/επιτυχία/νίκη/πρόκριση/πρωτιά. ~α: κέρδη. Eίναι/το έχω ~ο ότι … Έχω (κάποιον, κάτι) για ~ο. Αν νικήσουμε και σήμερα, έχουμε ~ο (= εξασφαλισμένο) τον τίτλο/το πρωτάθλημα.|| (ως ουσ.) Το ~ο. Έχεις κανένα ~ο για σήμερα; (: σε τυχερά παιχνίδια) ΣΥΝ. σιγουράκι, στανταράκι. ΑΝΤ. αβέβαιος (2) 3. που παρέχει ασφάλεια, εξασφάλιση, που εμπνέει εμπιστοσύνη: ~η: δουλειά/εργασία/θέση/μέθοδος/μετοχή. ~ο: λιμάνι/καταφύγιο/σχέδιο/φάρμακο. Ο ~ δρόμος για την επιτυχία. ΑΝΤ. ανασφαλής ● επίρρ.: σίγουρα: ~ δεν θέλεις να σε βοηθήσω;|| Βαδίζει/ποντάρει στα ~. ΣΥΝ. ασφαλώς (1) [< μεσν. σίγουρος < βεν. seguro, ιδιωμ. ιταλ. siguro]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.