| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45640 | σιγοβρέχει | σι-γο-βρέ-χει ρ. (αμτβ.) (προφ.): ρίχνει ψιλόβροχο. | |
| 45641 | σιγοκαίει | σι-γο-καί-ει ρ. (αμτβ.) {σιγοκαί-νε}: για κάτι που καίει αργά, σε χαμηλή ένταση: Σπίθα/φωτιά που ~.|| (μτφ.) Εστίες έντασης/πόθοι που ~νε. | |
| 45642 | σιγοκλαίω | σι-γο-κλαί-ω ρ. (αμτβ.): κλαίω σιγανά, ήσυχα. | |
| 45643 | σιγοκουβεντιάζω | σι-γο-κου-βε-ντιά-ζω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στο ενεστ. θ.}: συζητώ με κάποιον χαμηλόφωνα: Σιγοκουβέντιαζαν λες και συνωμοτούσαν. | |
| 45644 | σιγομουρμουρίζω | σι-γο-μουρ-μου-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) (επιτατ.): σιγοψιθυρίζω. | |
| 45645 | σιγοντάρισμα | σι-γο-ντά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (συνήθ. μτφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σιγοντάρω: με το ~ των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Βλ. -ισμα. | |
| 45646 | σιγοντάρω | σι-γο-ντά-ρω ρ. (μτβ.) {σιγοντάρ-ισα, σιγοντάρ-οντας} & (σπάν.) σεκοντάρω 1. (μτφ.) υποστηρίζω έμμεσα: ~ισε τις δηλώσεις/την προσπάθειά του. Τον ~ιζε να συνεχίσει. ΣΥΝ. κάνω/κρατάω σεκόντο (σε κάποιον), κρατάω το ίσο (1) 2. ΜΟΥΣ. κάνω δεύτερη φωνή σε κάποιον που τραγουδά. [< ιταλ. secondare] | |
| 45647 | σιγόντο | βλ. σεκόντο | |
| 45648 | σιγοπίνω | σι-γο-πί-νω ρ. (μτβ.) {σιγόπινε, σιγοπίνοντας} (προφ.): πίνω γουλιά γουλιά: ~ει τον καφέ/το ποτό του. Πβ. κουτσοπίνω. | |
| 45649 | σιγότερα | βλ. σιγά | |
| 45650 | σιγοτραγουδώ | [σιγοτραγουδῶ] σι-γο-τρα-γου-δώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) & σιγοτραγουδάω: τραγουδώ σιγανά, χαμηλόφωνα. [< πβ. μεσν. σιγανοτραγουδώ] | |
| 45651 | σιγουράδα | σι-γου-ρά-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): σιγουριά. Πβ. βεβαιότητα. Βλ. -άδα | |
| 45652 | σιγουράκι | σι-γου-ρά-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό, συνήθ. στο Πάμε Στοίχημα): φαβορί και κατ’ επέκτ. καθετί βέβαιο, εξασφαλισμένο: τα ~ια της αγωνιστικής. Βλ. αουτσάιντερ.|| (για πρόσ.) Είσαι το ~ του, σε θεωρεί δεδομένη. Βλ. καβάτζα. ΣΥΝ. στανταράκι | |
| 45653 | σιγουράντζα | σι-γου-ρά-ντζα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): σιγουριά: Προτίμησε το ρίσκο από τη ~. Βλ. -άντζα. | |
| 45654 | σιγουράρω | σι-γου-ρά-ρω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (προφ.): σιγουρεύω. [< βεν. segurar] | |
| 45655 | σιγουρατζής | σι-γου-ρα-τζής επίθ./ουσ. & σιγουραντζής (λαϊκό): αυτός που προσπαθεί να είναι πάντα σίγουρος, εξασφαλισμένος. | |
| 45656 | σιγούρεμα | σι-γού-ρε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): εξασφάλιση: ~ της νίκης. | |
| 45657 | σιγουρεύω | σι-γου-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {σιγούρ-εψα, -εύτηκα, -εμένος, σιγουρεύ-οντας} (προφ.): καθιστώ κάτι σίγουρο, το διασφαλίζω: ~εψε τα κέρδη του/τη νίκη/την πρώτη θέση. Θέλουν να ~έψουν ότι το σύστημα λειτουργεί ομαλά. Πβ. εξασφαλίζω. ΣΥΝ. σιγουράρω ● Παθ.: σιγουρεύομαι: βεβαιώνομαι: ~εύτηκε ότι η πόρτα ήταν κλειδωμένη. ~έψου πρώτα ότι το καλώδιο έχει συνδεθεί σωστά. | |
| 45658 | σιγουριά | σι-γου-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. το αίσθημα του ανθρώπου που νιώθει ότι είναι ασφαλής: Θέλω τη ~ μου. Με απόλυτη ~. Αισθάνεται ~ για το μέλλον. Εμπνέει ~. Χωρίς ~ και προοπτική. ΣΥΝ. ασφάλεια (2) ΑΝΤ. ανασφάλεια 2. βεβαιότητα: η ~ της γνώσης. (εμφατ.) Έχει/νιώθει ~ για τον εαυτό του (= αυτοπεποίθηση). Μίλησε με τη ~ της επιτυχίας. Προγραμματίζει με ~ τα επαγγελματικά του σχέδια. Πβ. σιγουράδα. ΑΝΤ. αβεβαιότητα | |
| 45659 | σίγουρος | , η, ο σί-γου-ρος επίθ. (προφ.) 1. (για πρόσ.) που έχει τη βεβαιότητα για κάτι: απολύτως/υπερβολικά ~. Φαίνεται ~. Δεν είμαι καθόλου ~ αν/τι θέλω να σπουδάσω. Να είσαι ~ πως όλα θα πάνε καλά. Ο αθλητής δήλωσε ~ για τη νίκη. Ποτέ μην είσαι ~ για τίποτα! Για ένα πράγμα είμαι ~, πως ... Πώς μπορείς να είσαι ~ για τη γνησιότητα του εγγράφου; Πόσο ~ είσαι ότι θα προλάβουμε; Αισθάνεται/νιώθει ~ ότι θα τα καταφέρει. ΣΥΝ. βέβαιος (2) ΑΝΤ. αβέβαιος (1) 2. που εμπνέει βεβαιότητα ή σιγουριά, που θεωρείται πως θα συμβεί οπωσδήποτε: ~η: έδρα (σε εκλογές)/εκλογή/επιτυχία/νίκη/πρόκριση/πρωτιά. ~α: κέρδη. Eίναι/το έχω ~ο ότι … Έχω (κάποιον, κάτι) για ~ο. Αν νικήσουμε και σήμερα, έχουμε ~ο (= εξασφαλισμένο) τον τίτλο/το πρωτάθλημα.|| (ως ουσ.) Το ~ο. Έχεις κανένα ~ο για σήμερα; (: σε τυχερά παιχνίδια) ΣΥΝ. σιγουράκι, στανταράκι. ΑΝΤ. αβέβαιος (2) 3. που παρέχει ασφάλεια, εξασφάλιση, που εμπνέει εμπιστοσύνη: ~η: δουλειά/εργασία/θέση/μέθοδος/μετοχή. ~ο: λιμάνι/καταφύγιο/σχέδιο/φάρμακο. Ο ~ δρόμος για την επιτυχία. ΑΝΤ. ανασφαλής ● επίρρ.: σίγουρα: ~ δεν θέλεις να σε βοηθήσω;|| Βαδίζει/ποντάρει στα ~. ΣΥΝ. ασφαλώς (1) [< μεσν. σίγουρος < βεν. seguro, ιδιωμ. ιταλ. siguro] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ