| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45649 | σιγότερα | βλ. σιγά | |
| 45650 | σιγοτραγουδώ | [σιγοτραγουδῶ] σι-γο-τρα-γου-δώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) & σιγοτραγουδάω: τραγουδώ σιγανά, χαμηλόφωνα. [< πβ. μεσν. σιγανοτραγουδώ] | |
| 45651 | σιγουράδα | σι-γου-ρά-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): σιγουριά. Πβ. βεβαιότητα. Βλ. -άδα | |
| 45652 | σιγουράκι | σι-γου-ρά-κι ουσ. (ουδ.) (αργκό, συνήθ. στο Πάμε Στοίχημα): φαβορί και κατ’ επέκτ. καθετί βέβαιο, εξασφαλισμένο: τα ~ια της αγωνιστικής. Βλ. αουτσάιντερ.|| (για πρόσ.) Είσαι το ~ του, σε θεωρεί δεδομένη. Βλ. καβάτζα. ΣΥΝ. στανταράκι | |
| 45653 | σιγουράντζα | σι-γου-ρά-ντζα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): σιγουριά: Προτίμησε το ρίσκο από τη ~. Βλ. -άντζα. | |
| 45654 | σιγουράρω | σι-γου-ρά-ρω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (προφ.): σιγουρεύω. [< βεν. segurar] | |
| 45655 | σιγουρατζής | σι-γου-ρα-τζής επίθ./ουσ. & σιγουραντζής (λαϊκό): αυτός που προσπαθεί να είναι πάντα σίγουρος, εξασφαλισμένος. | |
| 45656 | σιγούρεμα | σι-γού-ρε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): εξασφάλιση: ~ της νίκης. | |
| 45657 | σιγουρεύω | σι-γου-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {σιγούρ-εψα, -εύτηκα, -εμένος, σιγουρεύ-οντας} (προφ.): καθιστώ κάτι σίγουρο, το διασφαλίζω: ~εψε τα κέρδη του/τη νίκη/την πρώτη θέση. Θέλουν να ~έψουν ότι το σύστημα λειτουργεί ομαλά. Πβ. εξασφαλίζω. ΣΥΝ. σιγουράρω ● Παθ.: σιγουρεύομαι: βεβαιώνομαι: ~εύτηκε ότι η πόρτα ήταν κλειδωμένη. ~έψου πρώτα ότι το καλώδιο έχει συνδεθεί σωστά. | |
| 45658 | σιγουριά | σι-γου-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. το αίσθημα του ανθρώπου που νιώθει ότι είναι ασφαλής: Θέλω τη ~ μου. Με απόλυτη ~. Αισθάνεται ~ για το μέλλον. Εμπνέει ~. Χωρίς ~ και προοπτική. ΣΥΝ. ασφάλεια (2) ΑΝΤ. ανασφάλεια 2. βεβαιότητα: η ~ της γνώσης. (εμφατ.) Έχει/νιώθει ~ για τον εαυτό του (= αυτοπεποίθηση). Μίλησε με τη ~ της επιτυχίας. Προγραμματίζει με ~ τα επαγγελματικά του σχέδια. Πβ. σιγουράδα. ΑΝΤ. αβεβαιότητα | |
| 45659 | σίγουρος | , η, ο σί-γου-ρος επίθ. (προφ.) 1. (για πρόσ.) που έχει τη βεβαιότητα για κάτι: απολύτως/υπερβολικά ~. Φαίνεται ~. Δεν είμαι καθόλου ~ αν/τι θέλω να σπουδάσω. Να είσαι ~ πως όλα θα πάνε καλά. Ο αθλητής δήλωσε ~ για τη νίκη. Ποτέ μην είσαι ~ για τίποτα! Για ένα πράγμα είμαι ~, πως ... Πώς μπορείς να είσαι ~ για τη γνησιότητα του εγγράφου; Πόσο ~ είσαι ότι θα προλάβουμε; Αισθάνεται/νιώθει ~ ότι θα τα καταφέρει. ΣΥΝ. βέβαιος (2) ΑΝΤ. αβέβαιος (1) 2. που εμπνέει βεβαιότητα ή σιγουριά, που θεωρείται πως θα συμβεί οπωσδήποτε: ~η: έδρα (σε εκλογές)/εκλογή/επιτυχία/νίκη/πρόκριση/πρωτιά. ~α: κέρδη. Eίναι/το έχω ~ο ότι … Έχω (κάποιον, κάτι) για ~ο. Αν νικήσουμε και σήμερα, έχουμε ~ο (= εξασφαλισμένο) τον τίτλο/το πρωτάθλημα.|| (ως ουσ.) Το ~ο. Έχεις κανένα ~ο για σήμερα; (: σε τυχερά παιχνίδια) ΣΥΝ. σιγουράκι, στανταράκι. ΑΝΤ. αβέβαιος (2) 3. που παρέχει ασφάλεια, εξασφάλιση, που εμπνέει εμπιστοσύνη: ~η: δουλειά/εργασία/θέση/μέθοδος/μετοχή. ~ο: λιμάνι/καταφύγιο/σχέδιο/φάρμακο. Ο ~ δρόμος για την επιτυχία. ΑΝΤ. ανασφαλής ● επίρρ.: σίγουρα: ~ δεν θέλεις να σε βοηθήσω;|| Βαδίζει/ποντάρει στα ~. ΣΥΝ. ασφαλώς (1) [< μεσν. σίγουρος < βεν. seguro, ιδιωμ. ιταλ. siguro] | |
| 45660 | σιγοψιθυρίζω | σι-γο-ψι-θυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σιγοψιθύρι-σα} (επιτατ.): ψιθυρίζω χαμηλόφωνα: Του ~σε γλυκόλογα στ' αυτί. ΣΥΝ. σιγομουρμουρίζω | |
| 45661 | σιγώ | [σιγῶ] σι-γώ ρ. (αμτβ.) {σιγ-είς, -εί ...| σίγ-ησα, -άται, -ήθηκε} (λόγ.): σωπαίνω, σιωπώ: ~ησε, όταν ρωτήθηκε για το θέμα.|| (κατ' επέκτ.) ~ησε η φωνή του ... (= πέθανε). Η διπλωματία δεν έχει ~ήσει. ● σιγεί: (για κάτι) παύει να παράγει ήχο ή θόρυβο και κατ' επέκτ. να λειτουργεί: ~ησαν οι μηχανές (του εργοστασίου). Ο ραδιοφωνικός σταθμός ~ησε.|| (μτφ.) ~ησαν τα όπλα (: σταμάτησε ο πόλεμος). ● Παθ.: σιγάται/σιγήθηκε: ΓΡΑΜΜ. (για φθόγγο) παύει/έπαψε να προφέρεται: Το δίγαμμα σταδιακά σιγήθηκε. [< αρχ. σιγῶ] | |
| 45662 | σιδεράδικο | σι-δε-ρά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. σιδηρουργείο: παραδοσιακό ~. Βλ. -άδικο. 2. σιδηροπωλείο. | |
| 45663 | σιδεράκια | σι-δε-ρά-κια ουσ. (ουδ.) (τα): ΙΑΤΡ. ειδικό λεπτό κυρ. μεταλλικό ή πλαστικό σύστημα από άγκιστρα που προσαρμόζεται στα δόντια, σε περιπτώσεις ορθοδοντικής θεραπείας: Έβαλε/φοράει ~. Πβ. αγκύλιο. Βλ. μασελάκι. | |
| 45664 | σιδεράς | σι-δε-ράς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. σιδηρουργός. Βλ. -άς. 2. αυτός που πουλά σιδερικά. [< μεσν. σιδεράς] | |
| 45665 | σιδερένιος | , ια, ιο σι-δε-ρέ-νιος επίθ. 1. που είναι φτιαγμένος από σίδερο: ~ια: βέργα/περίφραξη/πόρτα. ~ια: έπιπλα (εξωτερικού χώρου)/κάγκελα. Βλ. -ένιος. 2. (μτφ.) που είναι πολύ γερός, δυνατός, ανθεκτικός: ~ια: αντοχή/καρδιά/κράση/υγεία. ~ιο: στομάχι. ~ια: μπράτσα. Με ~ια θέληση/πειθαρχία (πβ. αλύγιστος). ● ΣΥΜΠΛ.: γερά/ατσάλινα νεύρα βλ. νεύρα, σιδερένιο χέρι βλ. χέρι ● ΦΡ.: σιδερένιος! (προφ.): ευχή σε άρρωστο που αναρρώνει: περαστικά και ~! Πβ. σιδεροκέφαλος., με σιδερένια γροθιά βλ. γροθιά [< μεσν. σιδερένιος] | |
| 45666 | σιδεριά | σι-δε-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.): κιγκλίδωμα ή γενικότ. κατασκευή από σίδερο: προστατευτικές ~ιές. ~ιές ασφαλείας στα μπαλκόνια/παράθυρα. | |
| 45667 | σιδερικό | σι-δε-ρι-κό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): σιδερένιο αντικείμενο· ειδικότ. πιστόλι, όπλο: κασόνια με ~ά. ΣΥΝ. σιδηρικά.|| Κουβαλάει ~ (= οπλοφορεί). [< μεσν. σιδερικά] | |
| 45668 | σιδερίτης | σι-δε-ρί-της ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ.-ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποικιλία σταφυλιού που ωριμάζει όψιμα: Βλ. ροδίτης, σαββατιανό. 2. ΒΟΤ. αρωματικό φυτό με κίτρινα ή λευκά άνθη (επιστ. ονομασ. sideritis), το τσάι του βουνού. [< 2: μτγν. ἡ σιδηρῖτις, μεσν. σιδερίτης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ