| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45660 | σιγοψιθυρίζω | σι-γο-ψι-θυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σιγοψιθύρι-σα} (επιτατ.): ψιθυρίζω χαμηλόφωνα: Του ~σε γλυκόλογα στ' αυτί. ΣΥΝ. σιγομουρμουρίζω | |
| 45661 | σιγώ | [σιγῶ] σι-γώ ρ. (αμτβ.) {σιγ-είς, -εί ...| σίγ-ησα, -άται, -ήθηκε} (λόγ.): σωπαίνω, σιωπώ: ~ησε, όταν ρωτήθηκε για το θέμα.|| (κατ' επέκτ.) ~ησε η φωνή του ... (= πέθανε). Η διπλωματία δεν έχει ~ήσει. ● σιγεί: (για κάτι) παύει να παράγει ήχο ή θόρυβο και κατ' επέκτ. να λειτουργεί: ~ησαν οι μηχανές (του εργοστασίου). Ο ραδιοφωνικός σταθμός ~ησε.|| (μτφ.) ~ησαν τα όπλα (: σταμάτησε ο πόλεμος). ● Παθ.: σιγάται/σιγήθηκε: ΓΡΑΜΜ. (για φθόγγο) παύει/έπαψε να προφέρεται: Το δίγαμμα σταδιακά σιγήθηκε. [< αρχ. σιγῶ] | |
| 45662 | σιδεράδικο | σι-δε-ρά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. σιδηρουργείο: παραδοσιακό ~. Βλ. -άδικο. 2. σιδηροπωλείο. | |
| 45663 | σιδεράκια | σι-δε-ρά-κια ουσ. (ουδ.) (τα): ΙΑΤΡ. ειδικό λεπτό κυρ. μεταλλικό ή πλαστικό σύστημα από άγκιστρα που προσαρμόζεται στα δόντια, σε περιπτώσεις ορθοδοντικής θεραπείας: Έβαλε/φοράει ~. Πβ. αγκύλιο. Βλ. μασελάκι. | |
| 45664 | σιδεράς | σι-δε-ράς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. σιδηρουργός. Βλ. -άς. 2. αυτός που πουλά σιδερικά. [< μεσν. σιδεράς] | |
| 45665 | σιδερένιος | , ια, ιο σι-δε-ρέ-νιος επίθ. 1. που είναι φτιαγμένος από σίδερο: ~ια: βέργα/περίφραξη/πόρτα. ~ια: έπιπλα (εξωτερικού χώρου)/κάγκελα. Βλ. -ένιος. 2. (μτφ.) που είναι πολύ γερός, δυνατός, ανθεκτικός: ~ια: αντοχή/καρδιά/κράση/υγεία. ~ιο: στομάχι. ~ια: μπράτσα. Με ~ια θέληση/πειθαρχία (πβ. αλύγιστος). ● ΣΥΜΠΛ.: γερά/ατσάλινα νεύρα βλ. νεύρα, σιδερένιο χέρι βλ. χέρι ● ΦΡ.: σιδερένιος! (προφ.): ευχή σε άρρωστο που αναρρώνει: περαστικά και ~! Πβ. σιδεροκέφαλος., με σιδερένια γροθιά βλ. γροθιά [< μεσν. σιδερένιος] | |
| 45666 | σιδεριά | σι-δε-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.): κιγκλίδωμα ή γενικότ. κατασκευή από σίδερο: προστατευτικές ~ιές. ~ιές ασφαλείας στα μπαλκόνια/παράθυρα. | |
| 45667 | σιδερικό | σι-δε-ρι-κό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): σιδερένιο αντικείμενο· ειδικότ. πιστόλι, όπλο: κασόνια με ~ά. ΣΥΝ. σιδηρικά.|| Κουβαλάει ~ (= οπλοφορεί). [< μεσν. σιδερικά] | |
| 45668 | σιδερίτης | σι-δε-ρί-της ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ.-ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποικιλία σταφυλιού που ωριμάζει όψιμα: Βλ. ροδίτης, σαββατιανό. 2. ΒΟΤ. αρωματικό φυτό με κίτρινα ή λευκά άνθη (επιστ. ονομασ. sideritis), το τσάι του βουνού. [< 2: μτγν. ἡ σιδηρῖτις, μεσν. σιδερίτης] | |
| 45669 | σίδερο | σί-δε-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έρου} 1. ο σίδηρος και συνεκδ. οτιδήποτε έχει κατασκευαστεί από αυτόν: γαλβανισμένο/σκουριασμένο ~. Έπιπλα από μασίφ σφυρήλατο ~.|| Έβαψε με μίνιο τα ~α (= κάγκελα). ~α οικοδομών. Πβ. σιδερικό. 2. μικρή οικιακή ηλεκτρική συσκευή με λαβή και επίπεδη θερμαινόμενη βάση από ατσάλι ή άλλο μέταλλο, η οποία χρησιμοποιείται για να γίνει η επιφάνεια ρούχου ή υφάσματος λεία, χωρίς ζάρες· σιδέρωμα: ηλεκτρικό ~. ~ ταξιδιού. Έχω αφήσει το ~ αναμμένο. Δεν προλαβαίνω να βάλω ~ (= να σιδερώσω).|| Ρούχα για ~. Το πουκάμισό του θέλει ~ (= πάτημα). 3. (ειδικότ.) συσκευή με την οποία κυρ. οι γυναίκες ισιώνουν τα μαλλιά τους ή τα κάνουν μπούκλες: ~ ισιώματος. Βλ. ψαλίδι. 4. (μτφ.) για κάτι πάρα πολύ βαρύ ή γερό, δυνατό, ανθεκτικό ή σκληρό: Ένιωθε το κεφάλι του σαν ~.|| Έχουν στομάχι ~. Μπράτσα/ομάδα από ~.|| Καρδιά από/σαν ~. ● σίδερα (τα) (αργκό): φυλακή: δέκα χρόνια στα ~. Βρέθηκαν στα/παραμένουν πίσω από τα ~. Πβ. στενή. ● Υποκ.: σιδεράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: σίδερο ατμού βλ. ατμός ● ΦΡ.: είναι για τα σίδερα (προφ.): είναι τρελός, παλαβός., λυγίζω σίδερα (μτφ.): είμαι πάρα πολύ δυνατός: Ήρωες που ~ουν ~.|| (κατ' επέκτ.) Πίστη που ~ει ~., μασάω/τρώω σίδερα (μτφ.-προφ.): έχω πολύ μεγάλη σωματική (ή ψυχική) δύναμη, είμαι ακαταπόνητος, ακατάβλητος: Έχω πολλή όρεξη για δουλειά· σήμερα ~ ~. Ομάδα/παίκτης που ~ει ~ στην άμυνα., τρώω τα σίδερα (μτφ.-προφ.): κάνω τα πάντα, καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια, για να πετύχω κάτι: Είναι αποφασισμένος να φάει τα ~, μέχρι να δικαιωθεί. Πβ. έχει φάει/έφαγε τα λυσσακά του., θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι βλ. μύγα, στη βράση κολλάει το σίδερο βλ. βράση, της φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες βλ. φυλακή [< 1: μεσν. σίδερον 2,3: αγγλ. iron] | |
| 45670 | σιδερο- & σιδερό- & σιδερο- | το ουσιαστικό σίδερο ως α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στο αντίστοιχο μέταλλο: σιδερό-πορτα.|| Σιδερο-πρίονο (= σιδηρο-).|| (κατ' επέκτ., στις χειροπέδες) Σιδερο-δέσμιος. 2. στην ηλεκτρική συσκευή σιδερώματος: σιδερ-ώνω.|| Σιδερό-πανο. | |
| 45671 | σιδερόβεργα | σι-δε-ρό-βερ-γα ουσ. (θηλ.): λεπτή και μακριά σιδερένια βέργα. | |
| 45672 | σιδερογροθιά | σι-δε-ρο-γρο-θιά ουσ. (θηλ.) & σιδηρογροθιά: μεταλλικό όργανο που εφαρμόζει στη γροθιά και κάνει τα χτυπήματα της πιο βίαια: επίθεση με ~. | |
| 45673 | σιδερογωνιά | σι-δε-ρο-γω-νιά ουσ. (θηλ.) & σιδηρογωνία & σιδερογωνία: ΤΕΧΝΟΛ. σιδερένιο εξάρτημα με σχήμα ορθής γωνίας, που χρησιμοποιείται κυρ. για συνδέσεις σε ξυλουργικές κατασκευές. | |
| 45674 | σιδεροδέσμιος | , α, ο βλ. σιδηροδέσμιος | |
| 45675 | σιδεροκέφαλος | , η, ο σι-δε-ρο-κέ-φα-λος επίθ. (προφ.): ως ευχή, κυρ. για αντοχή, σε κάποιον που κάνει τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα ή για καλή υγεία, ύστερα από ανάρρωση: Άντε και ~ στην καινούργια σου θέση. Καλορίζικος και ~. Περαστικά και ~. Πβ. σιδερένιος. Βλ. -κέφαλος. [< μεσν. σιδεροκέφαλος] | |
| 45676 | σιδερολοστός | βλ. σιδηρολοστός | |
| 45677 | σιδερόπανο | σι-δε-ρό-πα-νο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ειδικό πανί με το οποίο καλύπτεται η σιδερώστρα: ~ με λάστιχο. | |
| 45678 | σιδερόπορτα | σι-δε-ρό-πορ-τα ουσ. (θηλ.): πόρτα κατασκευασμένη από σίδερο. [< πβ. μεσν. σιδηρόπορτα] | |
| 45679 | σιδεροπρίονο | βλ. σιδηροπρίονο |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ