| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45680 | σιδεροστιά | σι-δε-ρο-στιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-παλαιότ.): πυροστιά. | |
| 45681 | σιδερόστοκος | βλ. σιδηρόστοκος | |
| 45682 | σιδερότυπο | σι-δε-ρό-τυ-πο ουσ. (ουδ.): σχέδιο που αποτυπώνεται σε ύφασμα, όταν σιδερωθεί από την πίσω πλευρά του πάνω σε αυτό: μπλουζάκια με ~.|| (κ. ως επίθ.) ~α: χαρτιά. Βλ. -τυπος2. | |
| 45683 | σιδερόφραχτος | , η, ο σι-δε-ρό-φρα-χτος επίθ. & σιδερόφρακτος & (λόγ.) σιδηρόφρακτος 1. που έχει σιδερένια κάγκελα ή περιβάλλεται από αυτά: ~η: πύλη. ~ο: κλουβί/παράθυρο. 2. (κυρ. μτφ.) πάνοπλος: ~ες: δυνάμεις/μεραρχίες/στρατιές.|| (ΙΣΤ.) ~ος: ιππότης. Πβ. κατάφρακτος. [< 2: γαλλ. bardé de fer] | |
| 45684 | σιδερόχορτο | σι-δε-ρό-χορ-το ουσ. (ουδ.) (κοινό): ΒΟΤ. απήγανος. | |
| 45685 | σιδέρωμα | σι-δέ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {σιδερώμ-ατος}: η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σιδερώνω: άνετο/εύκολο και γρήγορο ~. ~ ρούχων. Έχω ~ (= σίδερο). Φόρμα που δεν θέλει/χρειάζεται ~. Πρέσα (= σιδερωτήριο)/σανίδα (= σιδερώστρα) ~ατος. Βλ. δουλειές του σπιτιού. | |
| 45686 | σιδερωμένος | , η, ο σι-δε-ρω-μέ-νος επίθ.: που έχει σιδερωθεί: ~α: ρούχα/σεντόνια. Βλ. φρεσκο~. [< πβ. μεσν. σιδερωμένος 'που φορά σιδερένια πανοπλία'] | |
| 45687 | σιδερώνω | σι-δε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {σιδέρω-σα, σιδερώ-θηκε, -μένος, σιδερών-οντας}: ισιώνω τσαλακωμένο ρούχο, ύφασμα με ειδική συσκευή (σίδερο, σιδερωτήριο): ~σε το πουκάμισό του. Μπλούζες που ~ονται από την ανάποδη. Πβ. πατώ. Βλ. πλένω. [< πβ. μεσν. σιδερώνω ‘ενισχύω κάτι με σίδηρο’] | |
| 45688 | σιδερώστρα | σι-δε-ρώ-στρα ουσ. (θηλ.): μακρόστενη, συνήθ. πτυσσόμενη, σανίδα σιδερώματος: ~ ατμού (βλ. πρέσα). Σίδερο και ~. Βλ. -τρα2. | |
| 45689 | σιδερωτήριο | σι-δε-ρω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. συσκευή σιδερώματος με θερμαινόμενο κύλινδρο: αυτόματο/επαγγελματικό ~. Πτυσσόμενο ~ ατμού. Πβ. πρέσα. 2. κατάστημα ή χώρος όπου παρέχονται υπηρεσίες σιδερώματος: καθαριστήριο/πλυντήριο-~. Βλ. -τήριο. | |
| 45690 | σιδερωτής, σιδερώτρια | σι-δε-ρω-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με το σιδέρωμα κυρ. ενδυμάτων και λευκών ειδών: ~τριες και διαλογείς ιματισμού. Βλ. πλύντης. | |
| 45691 | σιδηρικά | σι-δη-ρι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. σιδηρικό}: αντικείμενα ή υλικά από σίδηρο: άχρηστα/παλιά ~ (: παλιοσίδερα). ~ κουφωμάτων/οικοδομών. Μάντρα ~ών. Το αυτοκίνητο μετατράπηκε σε άμορφη μάζα ~ών (: σε δυστύχημα). Πβ. σιδερικό.|| (ως επίθ.) ~ά: είδη. [< μεσν. σιδηρικά] | |
| 45692 | σιδηρίτης | σι-δη-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. φυσικό ανθρακικό ορυκτό του σιδήρου (FeCO3). Βλ. αιματίτης, χαλαζίας, -ίτης2. [< γαλλ. sidérite, αγγλ. siderite, γερμ. Siderit] | |
| 45693 | σιδηρο- & σιδηρό- | (λόγ.) α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στον σίδηρο ως 1. μέταλλο ή στοιχείο κράματος: σιδηρο-πωλείο/~τεχνία.|| Σιδηρο-κατασκευή (βλ. μεταλλο-, ξυλο-). Σιδηρο-τροχιά.|| Σιδηρο-πρίονο. Σιδηρό-στοκος. Πβ. σιδερο-.|| Σιδηρο-πυρίτης. 2. χημικό στοιχείο που υπάρχει κυρ. στην αιμοσφαιρίνη και σε τροφές: σιδηρο-θεραπεία/~πενία (βλ. λευκο-). | |
| 45694 | σιδηροβιομηχανία | σι-δη-ρο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): εργοστάσιο εξόρυξης, επεξεργασίας και παραγωγής προϊόντων σιδήρου· συνεκδ. ο αντίστοιχος τομέας της οικονομίας: ευρωπαϊκές ~ες.|| Οι εργαζόμενοι στη ~. Πβ. σιδηρουργία. Βλ. -βιομηχανία. [< γαλλ. industrie sidérurgique] | |
| 45695 | σιδηρογροθιά | βλ. σιδερογροθιά | |
| 45696 | σιδηρογωνία | βλ. σιδερογωνιά | |
| 45697 | σιδηροδέσμιος | , α, ο σι-δη-ρο-δέ-σμι-ος επίθ. & σιδεροδέσμιος (λόγ.): (για κρατούμενο) που είναι δεμένος με χειροπέδες (ή παλαιότ. αλυσίδες): Μεταφέρθηκε/οδηγήθηκε ~ στο δικαστήριο/στη φυλακή. Πβ. δέσμιος. [< μτγν. σιδηροδέσμιος] | |
| 45698 | σιδηροδοκός | σι-δη-ρο-δο-κός ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. δοκάρι από χάλυβα: Στοές που στηρίζονται με ~ούς. Διατομές ~ών. | |
| 45699 | σιδηροδρομικός | , ή, ό σι-δη-ρο-δρο-μι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον σιδηρόδρομο ή γίνεται μέσω αυτού: ~ός: άξονας/κόμβος/σταθμός/συρμός/χάρτης. ~ή: αποβάθρα/γέφυρα/διάβαση/εταιρεία/ζεύξη/σήραγγα/υποδομή/χάραξη. ~ό: βαγόνι/δίκτυο/δυστύχημα/εισιτήριο.|| ~ή: διαδρομή/συγκοινωνία/σύνδεση. ~ό: δρομολόγιο/ταξίδι. ~ές: μεταφορές. ● Ουσ.: σιδηροδρομικός (ο): εργαζόμενος στους σιδηροδρόμους. ● επίρρ.: σιδηροδρομικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: σιδηροδρομική γραμμή βλ. γραμμή |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ