Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46220-46240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45668σιδερίτηςσι-δε-ρί-της ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ.-ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποικιλία σταφυλιού που ωριμάζει όψιμα: Βλ. ροδίτης, σαββατιανό. 2. ΒΟΤ. αρωματικό φυτό με κίτρινα ή λευκά άνθη (επιστ. ονομασ. sideritis), το τσάι του βουνού. [< 2: μτγν. ἡ σιδηρῖτις, μεσν. σιδερίτης]
45669σίδεροσί-δε-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έρου} 1. ο σίδηρος και συνεκδ. οτιδήποτε έχει κατασκευαστεί από αυτόν: γαλβανισμένο/σκουριασμένο ~. Έπιπλα από μασίφ σφυρήλατο ~.|| Έβαψε με μίνιο τα ~α (= κάγκελα). ~α οικοδομών. Πβ. σιδερικό. 2. μικρή οικιακή ηλεκτρική συσκευή με λαβή και επίπεδη θερμαινόμενη βάση από ατσάλι ή άλλο μέταλλο, η οποία χρησιμοποιείται για να γίνει η επιφάνεια ρούχου ή υφάσματος λεία, χωρίς ζάρες· σιδέρωμα: ηλεκτρικό ~. ~ ταξιδιού. Έχω αφήσει το ~ αναμμένο. Δεν προλαβαίνω να βάλω ~ (= να σιδερώσω).|| Ρούχα για ~. Το πουκάμισό του θέλει ~ (= πάτημα). 3. (ειδικότ.) συσκευή με την οποία κυρ. οι γυναίκες ισιώνουν τα μαλλιά τους ή τα κάνουν μπούκλες: ~ ισιώματος. Βλ. ψαλίδι. 4. (μτφ.) για κάτι πάρα πολύ βαρύ ή γερό, δυνατό, ανθεκτικό ή σκληρό: Ένιωθε το κεφάλι του σαν ~.|| Έχουν στομάχι ~. Μπράτσα/ομάδα από ~.|| Καρδιά από/σαν ~.σίδερα (τα) (αργκό): φυλακή: δέκα χρόνια στα ~. Βρέθηκαν στα/παραμένουν πίσω από τα ~. Πβ. στενή. ● Υποκ.: σιδεράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: σίδερο ατμού βλ. ατμός ● ΦΡ.: είναι για τα σίδερα (προφ.): είναι τρελός, παλαβός., λυγίζω σίδερα (μτφ.): είμαι πάρα πολύ δυνατός: Ήρωες που ~ουν ~.|| (κατ' επέκτ.) Πίστη που ~ει ~., μασάω/τρώω σίδερα (μτφ.-προφ.): έχω πολύ μεγάλη σωματική (ή ψυχική) δύναμη, είμαι ακαταπόνητος, ακατάβλητος: Έχω πολλή όρεξη για δουλειά· σήμερα ~ ~. Ομάδα/παίκτης που ~ει ~ στην άμυνα., τρώω τα σίδερα (μτφ.-προφ.): κάνω τα πάντα, καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια, για να πετύχω κάτι: Είναι αποφασισμένος να φάει τα ~, μέχρι να δικαιωθεί. Πβ. έχει φάει/έφαγε τα λυσσακά του., θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι βλ. μύγα, στη βράση κολλάει το σίδερο βλ. βράση, της φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες βλ. φυλακή [< 1: μεσν. σίδερον 2,3: αγγλ. iron]
45670σιδερο- & σιδερό- & σιδερο-το ουσιαστικό σίδερο ως α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στο αντίστοιχο μέταλλο: σιδερό-πορτα.|| Σιδερο-πρίονο (= σιδηρο-).|| (κατ' επέκτ., στις χειροπέδες) Σιδερο-δέσμιος. 2. στην ηλεκτρική συσκευή σιδερώματος: σιδερ-ώνω.|| Σιδερό-πανο.
45671σιδερόβεργασι-δε-ρό-βερ-γα ουσ. (θηλ.): λεπτή και μακριά σιδερένια βέργα.
45672σιδερογροθιάσι-δε-ρο-γρο-θιά ουσ. (θηλ.) & σιδηρογροθιά: μεταλλικό όργανο που εφαρμόζει στη γροθιά και κάνει τα χτυπήματα της πιο βίαια: επίθεση με ~.
45673σιδερογωνιάσι-δε-ρο-γω-νιά ουσ. (θηλ.) & σιδηρογωνία & σιδερογωνία: ΤΕΧΝΟΛ. σιδερένιο εξάρτημα με σχήμα ορθής γωνίας, που χρησιμοποιείται κυρ. για συνδέσεις σε ξυλουργικές κατασκευές.
45674σιδεροδέσμιος, α, ο βλ. σιδηροδέσμιος
45675σιδεροκέφαλος, η, ο σι-δε-ρο-κέ-φα-λος επίθ. (προφ.): ως ευχή, κυρ. για αντοχή, σε κάποιον που κάνει τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα ή για καλή υγεία, ύστερα από ανάρρωση: Άντε και ~ στην καινούργια σου θέση. Καλορίζικος και ~. Περαστικά και ~. Πβ. σιδερένιος. Βλ. -κέφαλος. [< μεσν. σιδεροκέφαλος]
45676σιδερολοστόςβλ. σιδηρολοστός
45677σιδερόπανοσι-δε-ρό-πα-νο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ειδικό πανί με το οποίο καλύπτεται η σιδερώστρα: ~ με λάστιχο.
45678σιδερόπορτασι-δε-ρό-πορ-τα ουσ. (θηλ.): πόρτα κατασκευασμένη από σίδερο. [< πβ. μεσν. σιδηρόπορτα]
45679σιδεροπρίονοβλ. σιδηροπρίονο
45680σιδεροστιάσι-δε-ρο-στιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-παλαιότ.): πυροστιά.
45681σιδερόστοκοςβλ. σιδηρόστοκος
45682σιδερότυποσι-δε-ρό-τυ-πο ουσ. (ουδ.): σχέδιο που αποτυπώνεται σε ύφασμα, όταν σιδερωθεί από την πίσω πλευρά του πάνω σε αυτό: μπλουζάκια με ~.|| (κ. ως επίθ.) ~α: χαρτιά. Βλ. -τυπος2.
45683σιδερόφραχτος, η, ο σι-δε-ρό-φρα-χτος επίθ. & σιδερόφρακτος & (λόγ.) σιδηρόφρακτος 1. που έχει σιδερένια κάγκελα ή περιβάλλεται από αυτά: ~η: πύλη. ~ο: κλουβί/παράθυρο. 2. (κυρ. μτφ.) πάνοπλος: ~ες: δυνάμεις/μεραρχίες/στρατιές.|| (ΙΣΤ.) ~ος: ιππότης. Πβ. κατάφρακτος. [< 2: γαλλ. bardé de fer]
45684σιδερόχορτοσι-δε-ρό-χορ-το ουσ. (ουδ.) (κοινό): ΒΟΤ. απήγανος.
45685σιδέρωμασι-δέ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {σιδερώμ-ατος}: η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σιδερώνω: άνετο/εύκολο και γρήγορο ~. ~ ρούχων. Έχω ~ (= σίδερο). Φόρμα που δεν θέλει/χρειάζεται ~. Πρέσα (= σιδερωτήριο)/σανίδα (= σιδερώστρα) ~ατος. Βλ. δουλειές του σπιτιού.
45686σιδερωμένος, η, ο σι-δε-ρω-μέ-νος επίθ.: που έχει σιδερωθεί: ~α: ρούχα/σεντόνια. Βλ. φρεσκο~. [< πβ. μεσν. σιδερωμένος 'που φορά σιδερένια πανοπλία']
45687σιδερώνωσι-δε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {σιδέρω-σα, σιδερώ-θηκε, -μένος, σιδερών-οντας}: ισιώνω τσαλακωμένο ρούχο, ύφασμα με ειδική συσκευή (σίδερο, σιδερωτήριο): ~σε το πουκάμισό του. Μπλούζες που ~ονται από την ανάποδη. Πβ. πατώ. Βλ. πλένω. [< πβ. μεσν. σιδερώνω ‘ενισχύω κάτι με σίδηρο’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.