| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45700 | σιδηρόδρομος | σι-δη-ρό-δρο-μος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όμου} 1. δρόμος από δύο σταθερά συνδεδεμένες παράλληλες σιδηροτροχιές πάνω στις οποίες κινείται αμαξοστοιχία· κυρ. συνεκδ. το ίδιο το μεταφορικό μέσο, το τρένο· γενικότ. το όλο μεταφορικό σύστημα και οι υπηρεσίες του: (υπερ)αστικός/(παλαιότ.) ατμοκίνητος/εναέριος (πβ. τελεφερίκ)/ηλεκτροκίνητος/περιφερειακός/προαστιακός ~. Βαγόνια ~όμου. Διακίνηση προϊόντων/μεταφορά επιβατών μέσω ~ου. Ταξίδι με τον ~ο. Πβ. συρμός.|| Το δίκτυο/οι υπάλληλοι των ~όμων. Οργανισμός ~όμων Ελλάδας (ακρ. ΟΣΕ). Βλ. -δρομος. 2. μηχανισμός με ράγες στον οποίο προσαρμόζεται κάτι, για να μετακινείται ελεύθερα από το ένα άκρο στο άλλο: ~οι κουρτινών. Πβ. διάδρομος, τιράζ. 3. (μτφ.-προφ.) κάτι μακροσκελές, εκτενές: λέξη/όνομα/ποστ ~. Πβ. μακρινάρι. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρικός σιδηρόδρομος & (προφ.) ηλεκτρικός (κ. με κεφαλ. Η): o αστικός σιδηρόδρομος που συνδέει τον Πειραιά με την Κηφισιά· συνεκδ. κάθε σταθμός του: η γραμμή/τα δρομολόγια του ~ού (ου). Ανταπόκριση με τον ~ό (~ο). Παίρνω/χρησιμοποιώ τον ~ό. Πβ. ΗΣΑΠ.|| Θα συναντηθούμε έξω από τον ~ό. [< γαλλ. locomotive électrique, αγγλ. electric locomotive] , μητροπολιτικός σιδηρόδρομος (επίσ.): μετρό., οδοντωτός σιδηρόδρομος βλ. οδοντωτός, υπόγειος σιδηρόδρομος βλ. υπόγειος [< γαλλ. chemin de fer, γερμ. Eisenbahn] | |
| 45701 | σιδηροθεραπεία | σι-δη-ρο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χορήγηση σιδήρου σε ασθενή για θεραπευτικούς σκοπούς: παρεντερική ~. ~ από το στόμα. Βλ. -θεραπεία, σιδηροπενία. | |
| 45702 | σιδηροκατασκευές | σι-δη-ρο-κα-τα-σκευ-ές ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. σιδηροκατασκευή}: κατασκευές από δομικά υλικά σιδήρου. Βλ. αλουμινοκατασκευές. | |
| 45703 | σιδηροκράματα | σι-δη-ρο-κρά-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. σιδηρόκραμα}: ΧΗΜ. κράματα σιδήρου με άλλα μέταλλα, που προορίζονται για την παραγωγή χάλυβα. Βλ. σιδηρονικέλιο. [< γαλλ. ferroalliages] | |
| 45704 | σιδηροκυανιούχος | , α/ος, ο [σιδηροκυανιοῦχος] σι-δη-ρο-κυ-α-νι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. (για σύμπλοκο) που περιέχει το ανιόν Fe(CN)64− ): ~ο: κάλιο/νάτριο. ~α: άλατα. Βλ. -ούχος2. [< αγγλ. ferrocyanic, ferrocyanide] | |
| 45705 | σιδηρολοστός | σι-δη-ρο-λο-στός ουσ. (αρσ.) & σιδερολοστός: σιδερένιος λοστός: Δέχτηκε επίθεση με ~ό. | |
| 45706 | σιδηρομαγνητικός | , ή, ό σι-δη-ρο-μα-γνη-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τον σιδηρομαγνητισμό: ~ό: κύκλωμα. Ο μαγνήτης έλκει τα ~ά υλικά. Βλ. δια-, παρα-μαγνητικός. [< γαλλ. ferromagnétique, αγγλ. ferromagnetic] | |
| 45707 | σιδηρομαγνητισμός | σι-δη-ρο-μα-γνη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. η ιδιότητα ορισμένων μετάλλων (σιδήρου, κοβαλτίου, νικελίου) και των κραμάτων τους να παρουσιάζουν έντονο μαγνητισμό, ακόμη και μετά την απομάκρυνσή τους από το μαγνητικό πεδίο. Βλ. δια-, παρα-μαγνητισμός. [< γαλλ. ferromagnétisme, 1900, αγγλ. ferromagnetism] | |
| 45708 | σιδηρομετάλλευμα | σι-δη-ρο-με-τάλ-λευ-μα ουσ. (ουδ.): μετάλλευμα που περιέχει σίδηρο: εξόρυξη ~άτων. [< γαλλ. minerai de fer] | |
| 45709 | σιδηρομεταλλουργία | σι-δη-ρο-με-ταλ-λουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): σιδηρουργία. | |
| 45710 | σιδηρονικέλιο | σι-δη-ρο-νι-κέ-λι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. κράμα σιδήρου και νικελίου, το οποίο περιέχει νικέλιο σε ποσοστό πάνω από 25%. [< γαλλ. ferronickel] | |
| 45711 | σιδηροπαγής | , ής, ές σι-δη-ρο-πα-γής επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: οπλισμένο/σιδηροπαγές σκυρόδεμα βλ. σκυρόδεμα | |
| 45712 | σιδηροπενία | σι-δη-ρο-πε-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανεπάρκεια σιδήρου, συνήθ. λόγω αιμορραγίας, κακής διατροφής ή/και μειωμένης απορρόφησής του από τον οργανισμό. Βλ. αναιμία. [< αγγλ. sideropenia, 1938, γαλλ. sidéropénie] | |
| 45713 | σιδηροπενικός | , ή, ό σι-δη-ρο-πε-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στη σιδηροπενία: ~ή: δυσφαγία. ● ΣΥΜΠΛ.: σιδηροπενική αναιμία: που οφείλεται σε χαμηλά επίπεδα σιδήρου στον οργανισμό. [< αγγλ. sideropenic, 1939, γαλλ. sidéropénique] | |
| 45714 | σιδηροπρίονο | σι-δη-ρο-πρί-ο-νο ουσ. (ουδ.) & σιδεροπρίονο: ΤΕΧΝΟΛ. ειδικό πριόνι για την κοπή σιδερένιων και γενικότ. μεταλλικών αντικειμένων. | |
| 45715 | σιδηροπυρίτης | σι-δη-ρο-πυ-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτός θειούχος σίδηρος (FeS2) με χαρακτηριστικό κίτρινο χρώμα και μεταλλική λάμψη. Πβ. πυρίτης. Βλ. -ίτης2, σουλφίδιο. [< αγγλ. iron pyrite(s)] | |
| 45716 | σιδηροπωλείο | [σιδηροπωλεῖο] σι-δη-ρο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): μαγαζί που πουλά μεταλλικά, κυρ. σιδερένια, αντικείμενα. Βλ. -πωλείο. ΣΥΝ. σιδεράδικο (2) | |
| 45717 | σίδηρος | σί-δη-ρος ουσ. (αρσ.) {σιδήρ-ου | -ων, -ους} & (σπάν.-προφ.) σίδηρο (το) 1. ΧΗΜ. βαρύ αργυρόλευκο μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Fe, ) που οξειδώνεται στον ελαφρά υγρό αέρα και χρησιμοποιείται ευρέως σε ποικιλία κραμάτων· κυρ. καθετί που έχει κατασκευαστεί από αυτό: γαλβανισµένος/καθαρός/κατεργασμένος/μαλακός/σκουριασμένος/σφυρήλατος (πβ. φερ φορζέ)/υγρός ~. Άλατα/οξείδια του ~ου. ~ σε ελάσματα/σκόνη. Εργαλεία/όπλα/σύρμα από ~ο. Μεταλλεία ~ου. Βλ. λευκο~, χάλυβας, χυτο~.|| (επίσ.) Εμπορία/κοπή ~ων. ΣΥΝ. σίδερο (1) 2. ΒΙΟΧ. το χημικό αυτό στοιχείο ως συστατικό του αίματος και ορισμένων τροφών: ο ~ της διατροφής. Μου λείπει ~ (βλ. σιδηροπενία). Αποθήκη ~ου (βλ. φεριτίνη). Θεραπεία με ~ο (= σιδηροθεραπεία). Γεύµα πλούσιο σε ~ο. ● ΣΥΜΠΛ.: Εποχή του Σιδήρου: ΙΣΤ. περίοδος που εκτείνεται από τον ενδέκατο ως τον όγδοο αι. π.Χ. στον ελλαδικό χώρο, ακολούθησε την Εποχή του Χαλκού και χαρακτηρίζεται από τη χρήση του σιδήρου στην κατασκευή εργαλείων και όπλων., θειικός σίδηρος βλ. θειικός ● ΦΡ.: διά πυρός και σιδήρου βλ. πυρ [< αρχ. σίδηρος, γαλλ. fer] | |
| 45718 | σιδηρόστοκος | σι-δη-ρό-στο-κος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) σιδερόστοκος: ειδικός στόκος με τον οποίο καλύπτονται σκληρές, κυρ. μεταλλικές, επιφάνειες. | |
| 45719 | σιδηροτεχνία | σι-δη-ρο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): η τέχνη της επεξεργασίας σιδήρου και χάλυβα. Βλ. μεταλλοτεχνία, σιδηρουργία, -τεχνία. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ