| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45688 | σιδερώστρα | σι-δε-ρώ-στρα ουσ. (θηλ.): μακρόστενη, συνήθ. πτυσσόμενη, σανίδα σιδερώματος: ~ ατμού (βλ. πρέσα). Σίδερο και ~. Βλ. -τρα2. | |
| 45689 | σιδερωτήριο | σι-δε-ρω-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. συσκευή σιδερώματος με θερμαινόμενο κύλινδρο: αυτόματο/επαγγελματικό ~. Πτυσσόμενο ~ ατμού. Πβ. πρέσα. 2. κατάστημα ή χώρος όπου παρέχονται υπηρεσίες σιδερώματος: καθαριστήριο/πλυντήριο-~. Βλ. -τήριο. | |
| 45690 | σιδερωτής, σιδερώτρια | σι-δε-ρω-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με το σιδέρωμα κυρ. ενδυμάτων και λευκών ειδών: ~τριες και διαλογείς ιματισμού. Βλ. πλύντης. | |
| 45691 | σιδηρικά | σι-δη-ρι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. σιδηρικό}: αντικείμενα ή υλικά από σίδηρο: άχρηστα/παλιά ~ (: παλιοσίδερα). ~ κουφωμάτων/οικοδομών. Μάντρα ~ών. Το αυτοκίνητο μετατράπηκε σε άμορφη μάζα ~ών (: σε δυστύχημα). Πβ. σιδερικό.|| (ως επίθ.) ~ά: είδη. [< μεσν. σιδηρικά] | |
| 45692 | σιδηρίτης | σι-δη-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. φυσικό ανθρακικό ορυκτό του σιδήρου (FeCO3). Βλ. αιματίτης, χαλαζίας, -ίτης2. [< γαλλ. sidérite, αγγλ. siderite, γερμ. Siderit] | |
| 45693 | σιδηρο- & σιδηρό- | (λόγ.) α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στον σίδηρο ως 1. μέταλλο ή στοιχείο κράματος: σιδηρο-πωλείο/~τεχνία.|| Σιδηρο-κατασκευή (βλ. μεταλλο-, ξυλο-). Σιδηρο-τροχιά.|| Σιδηρο-πρίονο. Σιδηρό-στοκος. Πβ. σιδερο-.|| Σιδηρο-πυρίτης. 2. χημικό στοιχείο που υπάρχει κυρ. στην αιμοσφαιρίνη και σε τροφές: σιδηρο-θεραπεία/~πενία (βλ. λευκο-). | |
| 45694 | σιδηροβιομηχανία | σι-δη-ρο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): εργοστάσιο εξόρυξης, επεξεργασίας και παραγωγής προϊόντων σιδήρου· συνεκδ. ο αντίστοιχος τομέας της οικονομίας: ευρωπαϊκές ~ες.|| Οι εργαζόμενοι στη ~. Πβ. σιδηρουργία. Βλ. -βιομηχανία. [< γαλλ. industrie sidérurgique] | |
| 45695 | σιδηρογροθιά | βλ. σιδερογροθιά | |
| 45696 | σιδηρογωνία | βλ. σιδερογωνιά | |
| 45697 | σιδηροδέσμιος | , α, ο σι-δη-ρο-δέ-σμι-ος επίθ. & σιδεροδέσμιος (λόγ.): (για κρατούμενο) που είναι δεμένος με χειροπέδες (ή παλαιότ. αλυσίδες): Μεταφέρθηκε/οδηγήθηκε ~ στο δικαστήριο/στη φυλακή. Πβ. δέσμιος. [< μτγν. σιδηροδέσμιος] | |
| 45698 | σιδηροδοκός | σι-δη-ρο-δο-κός ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. δοκάρι από χάλυβα: Στοές που στηρίζονται με ~ούς. Διατομές ~ών. | |
| 45699 | σιδηροδρομικός | , ή, ό σι-δη-ρο-δρο-μι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον σιδηρόδρομο ή γίνεται μέσω αυτού: ~ός: άξονας/κόμβος/σταθμός/συρμός/χάρτης. ~ή: αποβάθρα/γέφυρα/διάβαση/εταιρεία/ζεύξη/σήραγγα/υποδομή/χάραξη. ~ό: βαγόνι/δίκτυο/δυστύχημα/εισιτήριο.|| ~ή: διαδρομή/συγκοινωνία/σύνδεση. ~ό: δρομολόγιο/ταξίδι. ~ές: μεταφορές. ● Ουσ.: σιδηροδρομικός (ο): εργαζόμενος στους σιδηροδρόμους. ● επίρρ.: σιδηροδρομικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: σιδηροδρομική γραμμή βλ. γραμμή | |
| 45700 | σιδηρόδρομος | σι-δη-ρό-δρο-μος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όμου} 1. δρόμος από δύο σταθερά συνδεδεμένες παράλληλες σιδηροτροχιές πάνω στις οποίες κινείται αμαξοστοιχία· κυρ. συνεκδ. το ίδιο το μεταφορικό μέσο, το τρένο· γενικότ. το όλο μεταφορικό σύστημα και οι υπηρεσίες του: (υπερ)αστικός/(παλαιότ.) ατμοκίνητος/εναέριος (πβ. τελεφερίκ)/ηλεκτροκίνητος/περιφερειακός/προαστιακός ~. Βαγόνια ~όμου. Διακίνηση προϊόντων/μεταφορά επιβατών μέσω ~ου. Ταξίδι με τον ~ο. Πβ. συρμός.|| Το δίκτυο/οι υπάλληλοι των ~όμων. Οργανισμός ~όμων Ελλάδας (ακρ. ΟΣΕ). Βλ. -δρομος. 2. μηχανισμός με ράγες στον οποίο προσαρμόζεται κάτι, για να μετακινείται ελεύθερα από το ένα άκρο στο άλλο: ~οι κουρτινών. Πβ. διάδρομος, τιράζ. 3. (μτφ.-προφ.) κάτι μακροσκελές, εκτενές: λέξη/όνομα/ποστ ~. Πβ. μακρινάρι. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρικός σιδηρόδρομος & (προφ.) ηλεκτρικός (κ. με κεφαλ. Η): o αστικός σιδηρόδρομος που συνδέει τον Πειραιά με την Κηφισιά· συνεκδ. κάθε σταθμός του: η γραμμή/τα δρομολόγια του ~ού (ου). Ανταπόκριση με τον ~ό (~ο). Παίρνω/χρησιμοποιώ τον ~ό. Πβ. ΗΣΑΠ.|| Θα συναντηθούμε έξω από τον ~ό. [< γαλλ. locomotive électrique, αγγλ. electric locomotive] , μητροπολιτικός σιδηρόδρομος (επίσ.): μετρό., οδοντωτός σιδηρόδρομος βλ. οδοντωτός, υπόγειος σιδηρόδρομος βλ. υπόγειος [< γαλλ. chemin de fer, γερμ. Eisenbahn] | |
| 45701 | σιδηροθεραπεία | σι-δη-ρο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χορήγηση σιδήρου σε ασθενή για θεραπευτικούς σκοπούς: παρεντερική ~. ~ από το στόμα. Βλ. -θεραπεία, σιδηροπενία. | |
| 45702 | σιδηροκατασκευές | σι-δη-ρο-κα-τα-σκευ-ές ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. σιδηροκατασκευή}: κατασκευές από δομικά υλικά σιδήρου. Βλ. αλουμινοκατασκευές. | |
| 45703 | σιδηροκράματα | σι-δη-ρο-κρά-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. σιδηρόκραμα}: ΧΗΜ. κράματα σιδήρου με άλλα μέταλλα, που προορίζονται για την παραγωγή χάλυβα. Βλ. σιδηρονικέλιο. [< γαλλ. ferroalliages] | |
| 45704 | σιδηροκυανιούχος | , α/ος, ο [σιδηροκυανιοῦχος] σι-δη-ρο-κυ-α-νι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. (για σύμπλοκο) που περιέχει το ανιόν Fe(CN)64− ): ~ο: κάλιο/νάτριο. ~α: άλατα. Βλ. -ούχος2. [< αγγλ. ferrocyanic, ferrocyanide] | |
| 45705 | σιδηρολοστός | σι-δη-ρο-λο-στός ουσ. (αρσ.) & σιδερολοστός: σιδερένιος λοστός: Δέχτηκε επίθεση με ~ό. | |
| 45706 | σιδηρομαγνητικός | , ή, ό σι-δη-ρο-μα-γνη-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τον σιδηρομαγνητισμό: ~ό: κύκλωμα. Ο μαγνήτης έλκει τα ~ά υλικά. Βλ. δια-, παρα-μαγνητικός. [< γαλλ. ferromagnétique, αγγλ. ferromagnetic] | |
| 45707 | σιδηρομαγνητισμός | σι-δη-ρο-μα-γνη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. η ιδιότητα ορισμένων μετάλλων (σιδήρου, κοβαλτίου, νικελίου) και των κραμάτων τους να παρουσιάζουν έντονο μαγνητισμό, ακόμη και μετά την απομάκρυνσή τους από το μαγνητικό πεδίο. Βλ. δια-, παρα-μαγνητισμός. [< γαλλ. ferromagnétisme, 1900, αγγλ. ferromagnetism] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ