Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [46260-46280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45719σιδηροτεχνίασι-δη-ρο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): η τέχνη της επεξεργασίας σιδήρου και χάλυβα. Βλ. μεταλλοτεχνία, σιδηρουργία, -τεχνία.
45720σιδηροτροχιάσι-δη-ρο-τρο-χιά ουσ. (θηλ.): καθεμιά από τις δύο σιδερένιες ράβδους σιδηροδρόμου που τοποθετούνται παράλληλα και σε σταθερή απόσταση μεταξύ τους, για να κινούνται πάνω σε αυτές τα τρένα και τα τραμ: διπλή/μονή ~. ~ υψηλής ταχύτητας. Συγκολλημένες ~ιές (= ράγες). ΣΥΝ. τροχιά (4) Βλ. στρωτήρας. [< γαλλ. voie ferrée]
45721σιδηρούνβλ. σιδηρούς, ά, ούν
45722σιδηρουργείο[σιδηρουργεῖο] σι-δη-ρουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): εργαστήριο σιδηρουργού: παραδοσιακό ~. ΣΥΝ. σιδεράδικο (1) [< μτγν. σιδηρουργεῖον ‘μεταλλείο σιδήρου’]
45723σιδηρουργίασι-δη-ρουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): σύνολο τεχνικών που εξασφαλίζουν την παραγωγή και επεξεργασία σιδήρου, χάλυβα, χυτοσιδήρου και σιδηροκραμάτων και η αντίστοιχη βιομηχανία. Πβ. σιδηροβιομηχανία. Βλ. -ουργία. ΣΥΝ. σιδηρομεταλλουργία [< μτγν. σιδηρουργία, γαλλ. sidérurgie]
45724σιδηρουργικός, ή, ό σι-δη-ρουρ-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σιδηρουργία: ~ή και μεταλλουργική δραστηριότητα.|| (ως ουσ.) Η ~ή (= σιδηρουργία). [< γαλλ. sidérurgique]
45725σιδηρουργόςσι-δη-ρουρ-γός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): τεχνίτης που επεξεργάζεται τον σίδηρο. Πβ. σιδεράς. Βλ. λευκο~, -ουργός1. [< μτγν. σιδηρουργός, γαλλ. sidérurgiste, 1955]
45726σιδηρούς, ά, ούν[σιδηροῦς] σι-δη-ρούς επίθ. (λόγ.) 1. σιδερένιος: ~ούς: οπλισμός. ~ά: πανοπλία. ~ούν: προσωπείο. ~ές: κατασκευές. ~ά: δεσμά/ελάσματα. 2. (μτφ.) σκληρός, άκαμπτος, ανυποχώρητος: (για πρόσ.) ~ούς: καγκελάριος.|| ~ούς: κανόνας/νόμος. ~ά: θέληση/πειθαρχία/πυγμή/συμμαχία. ● ΣΥΜΠΛ.: σιδηρούν παραπέτασμα (το) (λόγ.) 1. ΠΟΛΙΤ. (συχνά με κεφαλ. τα αρχικά Σ κ. Π) γεωγραφικό, πολιτικό και στρατιωτικό σύνορο που χώριζε τα κράτη του πρώην ανατολικού μπλοκ από τις χώρες της Δύσης στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου: Έπεσε/κατέρρευσε το ~ ~. 2. (μτφ.) κάθε είδους φραγμός ή εμπόδιο στην επικοινωνία, την πληροφόρηση ή την επίτευξη συμφωνίας. [< γαλλ. rideau de fer, 1945] , σιδηρά κυρία βλ. κυρία [< αρχ. σιδηροῦς, αγγλ. iron]
45727σιδηρούχος, α/ος, ο [σιδηροῦχος] σι-δη-ρού-χος επίθ. (επιστ.): που περιέχει σίδηρο: ~ος: άργιλος. ~ες: πηγές. (Μη) ~α κράματα/μεταλλεύματα.|| ~ες: τροφές (π.χ. σπανάκι). ~α: παρασκευάσματα. Βλ. -ούχος2. [< γερμ. eisenhaltig]
45728σιδηροφιλίνησι-δη-ρο-φι-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. τρανσφερίνη. [< γαλλ. sidérophiline, 1903, αγγλ. siderophilin, 1949]
45729σιδηρόφρακτος, η, ο & σιδηρόφραχτος βλ. σιδερόφραχτος
45730σιδήρωσησι-δή-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική συγκέντρωση σιδήρου στους ιστούς, που οφείλεται σε ενδογενείς ή εξωγενείς παράγοντες: ~ του ήπατος. Βλ. πνευμονοκονίωση. [< μεσν. σιδήρωσις 'επεξεργασία σιδήρου', αγγλ. siderosis, γαλλ. sidérose]
45731σιέλ & σιελσι-έλ επίθ./ουσ. {άκλ.}: γαλάζιος (συνήθ. για ρούχα και αξεσουάρ): ~ φόρεμα. Γκρι-~ γραβάτα.|| (ως ουσ., το αντίστοιχο χρώμα:) Συνδυάζει το ~ με το μπεζ. Πβ. κυανό. [< γαλλ. ciel, bleu ciel]
45732σιελικός, ή, ό βλ. σιαλικός
45733σιελογόνος, ος, ο σι-ε-λο-γό-νος επίθ. & σιαλογόνος: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σιελογόνοι αδένες: ΑΝΑΤ. που παράγουν σάλιο το οποίο απελευθερώνεται στο στόμα. [< γαλλ. sialogène, αγγλ. sialogenous]
45734σιελογραφίασι-ε-λο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) & σιαλογραφία: ΙΑΤΡ. ακτινογραφία των σιελογόνων αδένων. Βλ. -γραφία. [< αγγλ. sialography, 1931]
45735σιελόρροιασι-ε-λόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.) & σιαλόρροια: ΙΑΤΡ. παθολογική έκκριση σάλιου. Βλ. -ρροια. [< γαλλ. sialorrhée, αγγλ. sialorrhœa]
45736σίελοςσί-ε-λος ουσ. (αρσ.) & σίαλος (επιστ.): σάλιο. [< αρχ. σίαλον, τὸ, μτγν. σίελος]
45737σιένασι-έ-να ουσ. (θηλ.): ώχρα που περιέχει οξείδια του σιδήρου και χρησιμοποιείται ως χρωστική ουσία. Βλ. λειμονίτης, όμπρα. [< αγγλ. sienna, γαλλ. terre de Sienne (από την ομώνυμη ιταλ. πόλη)]
45738σιέστασι-έ-στα ουσ. (θηλ.): μεσημεριανός ύπνος, κυρ. μετά το φαγητό. [< ισπ. siesta]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.