Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46260-46280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45708σιδηρομετάλλευμασι-δη-ρο-με-τάλ-λευ-μα ουσ. (ουδ.): μετάλλευμα που περιέχει σίδηρο: εξόρυξη ~άτων. [< γαλλ. minerai de fer]
45709σιδηρομεταλλουργίασι-δη-ρο-με-ταλ-λουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): σιδηρουργία.
45710σιδηρονικέλιοσι-δη-ρο-νι-κέ-λι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. κράμα σιδήρου και νικελίου, το οποίο περιέχει νικέλιο σε ποσοστό πάνω από 25%. [< γαλλ. ferronickel]
45711σιδηροπαγής, ής, ές σι-δη-ρο-πα-γής επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: οπλισμένο/σιδηροπαγές σκυρόδεμα βλ. σκυρόδεμα
45712σιδηροπενίασι-δη-ρο-πε-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανεπάρκεια σιδήρου, συνήθ. λόγω αιμορραγίας, κακής διατροφής ή/και μειωμένης απορρόφησής του από τον οργανισμό. Βλ. αναιμία. [< αγγλ. sideropenia, 1938, γαλλ. sidéropénie]
45713σιδηροπενικός, ή, ό σι-δη-ρο-πε-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στη σιδηροπενία: ~ή: δυσφαγία. ● ΣΥΜΠΛ.: σιδηροπενική αναιμία: που οφείλεται σε χαμηλά επίπεδα σιδήρου στον οργανισμό. [< αγγλ. sideropenic, 1939, γαλλ. sidéropénique]
45714σιδηροπρίονοσι-δη-ρο-πρί-ο-νο ουσ. (ουδ.) & σιδεροπρίονο: ΤΕΧΝΟΛ. ειδικό πριόνι για την κοπή σιδερένιων και γενικότ. μεταλλικών αντικειμένων.
45715σιδηροπυρίτηςσι-δη-ρο-πυ-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτός θειούχος σίδηρος (FeS2) με χαρακτηριστικό κίτρινο χρώμα και μεταλλική λάμψη. Πβ. πυρίτης. Βλ. -ίτης2, σουλφίδιο. [< αγγλ. iron pyrite(s)]
45716σιδηροπωλείο[σιδηροπωλεῖο] σι-δη-ρο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): μαγαζί που πουλά μεταλλικά, κυρ. σιδερένια, αντικείμενα. Βλ. -πωλείο. ΣΥΝ. σιδεράδικο (2)
45717σίδηροςσί-δη-ρος ουσ. (αρσ.) {σιδήρ-ου | -ων, -ους} & (σπάν.-προφ.) σίδηρο (το) 1. ΧΗΜ. βαρύ αργυρόλευκο μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Fe, ) που οξειδώνεται στον ελαφρά υγρό αέρα και χρησιμοποιείται ευρέως σε ποικιλία κραμάτων· κυρ. καθετί που έχει κατασκευαστεί από αυτό: γαλβανισµένος/καθαρός/κατεργασμένος/μαλακός/σκουριασμένος/σφυρήλατος (πβ. φερ φορζέ)/υγρός ~. Άλατα/οξείδια του ~ου. ~ σε ελάσματα/σκόνη. Εργαλεία/όπλα/σύρμα από ~ο. Μεταλλεία ~ου. Βλ. λευκο~, χάλυβας, χυτο~.|| (επίσ.) Εμπορία/κοπή ~ων. ΣΥΝ. σίδερο (1) 2. ΒΙΟΧ. το χημικό αυτό στοιχείο ως συστατικό του αίματος και ορισμένων τροφών: ο ~ της διατροφής. Μου λείπει ~ (βλ. σιδηροπενία). Αποθήκη ~ου (βλ. φεριτίνη). Θεραπεία με ~ο (= σιδηροθεραπεία). Γεύµα πλούσιο σε ~ο. ● ΣΥΜΠΛ.: Εποχή του Σιδήρου: ΙΣΤ. περίοδος που εκτείνεται από τον ενδέκατο ως τον όγδοο αι. π.Χ. στον ελλαδικό χώρο, ακολούθησε την Εποχή του Χαλκού και χαρακτηρίζεται από τη χρήση του σιδήρου στην κατασκευή εργαλείων και όπλων., θειικός σίδηρος βλ. θειικός ● ΦΡ.: διά πυρός και σιδήρου βλ. πυρ [< αρχ. σίδηρος, γαλλ. fer]
45718σιδηρόστοκοςσι-δη-ρό-στο-κος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) σιδερόστοκος: ειδικός στόκος με τον οποίο καλύπτονται σκληρές, κυρ. μεταλλικές, επιφάνειες.
45719σιδηροτεχνίασι-δη-ρο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): η τέχνη της επεξεργασίας σιδήρου και χάλυβα. Βλ. μεταλλοτεχνία, σιδηρουργία, -τεχνία.
19816Σιδηροτροχιά

[ἠλεκτράμαξα] η-λε-κτρά-μα-ξα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. σιδηροδρομικό όχημα που τροφοδοτείται για την κίνησή του από εναέριο αγωγό ηλεκτρικού ρεύματος ή από τρίτη ηλεκτροφόρα σιδηροτροχιά παράλληλη προς τις δύο πάνω στις οποίες κινείται το όχημα. Βλ. μετρό, τραμ, τρένο. [< γαλλ. locomotive électrique]

45720σιδηροτροχιάσι-δη-ρο-τρο-χιά ουσ. (θηλ.): καθεμιά από τις δύο σιδερένιες ράβδους σιδηροδρόμου που τοποθετούνται παράλληλα και σε σταθερή απόσταση μεταξύ τους, για να κινούνται πάνω σε αυτές τα τρένα και τα τραμ: διπλή/μονή ~. ~ υψηλής ταχύτητας. Συγκολλημένες ~ιές (= ράγες). ΣΥΝ. τροχιά (4) Βλ. στρωτήρας. [< γαλλ. voie ferrée]
45721σιδηρούνβλ. σιδηρούς, ά, ούν
45722σιδηρουργείο[σιδηρουργεῖο] σι-δη-ρουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): εργαστήριο σιδηρουργού: παραδοσιακό ~. ΣΥΝ. σιδεράδικο (1) [< μτγν. σιδηρουργεῖον ‘μεταλλείο σιδήρου’]
45723σιδηρουργίασι-δη-ρουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): σύνολο τεχνικών που εξασφαλίζουν την παραγωγή και επεξεργασία σιδήρου, χάλυβα, χυτοσιδήρου και σιδηροκραμάτων και η αντίστοιχη βιομηχανία. Πβ. σιδηροβιομηχανία. Βλ. -ουργία. ΣΥΝ. σιδηρομεταλλουργία [< μτγν. σιδηρουργία, γαλλ. sidérurgie]
45724σιδηρουργικός, ή, ό σι-δη-ρουρ-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη σιδηρουργία: ~ή και μεταλλουργική δραστηριότητα.|| (ως ουσ.) Η ~ή (= σιδηρουργία). [< γαλλ. sidérurgique]
45725σιδηρουργόςσι-δη-ρουρ-γός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): τεχνίτης που επεξεργάζεται τον σίδηρο. Πβ. σιδεράς. Βλ. λευκο~, -ουργός1. [< μτγν. σιδηρουργός, γαλλ. sidérurgiste, 1955]
45726σιδηρούς, ά, ούν[σιδηροῦς] σι-δη-ρούς επίθ. (λόγ.) 1. σιδερένιος: ~ούς: οπλισμός. ~ά: πανοπλία. ~ούν: προσωπείο. ~ές: κατασκευές. ~ά: δεσμά/ελάσματα. 2. (μτφ.) σκληρός, άκαμπτος, ανυποχώρητος: (για πρόσ.) ~ούς: καγκελάριος.|| ~ούς: κανόνας/νόμος. ~ά: θέληση/πειθαρχία/πυγμή/συμμαχία. ● ΣΥΜΠΛ.: σιδηρούν παραπέτασμα (το) (λόγ.) 1. ΠΟΛΙΤ. (συχνά με κεφαλ. τα αρχικά Σ κ. Π) γεωγραφικό, πολιτικό και στρατιωτικό σύνορο που χώριζε τα κράτη του πρώην ανατολικού μπλοκ από τις χώρες της Δύσης στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου: Έπεσε/κατέρρευσε το ~ ~. 2. (μτφ.) κάθε είδους φραγμός ή εμπόδιο στην επικοινωνία, την πληροφόρηση ή την επίτευξη συμφωνίας. [< γαλλ. rideau de fer, 1945] , σιδηρά κυρία βλ. κυρία [< αρχ. σιδηροῦς, αγγλ. iron]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.