| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 45727 | σιδηρούχος | , α/ος, ο [σιδηροῦχος] σι-δη-ρού-χος επίθ. (επιστ.): που περιέχει σίδηρο: ~ος: άργιλος. ~ες: πηγές. (Μη) ~α κράματα/μεταλλεύματα.|| ~ες: τροφές (π.χ. σπανάκι). ~α: παρασκευάσματα. Βλ. -ούχος2. [< γερμ. eisenhaltig] | |
| 45728 | σιδηροφιλίνη | σι-δη-ρο-φι-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. τρανσφερίνη. [< γαλλ. sidérophiline, 1903, αγγλ. siderophilin, 1949] | |
| 45729 | σιδηρόφρακτος | , η, ο & σιδηρόφραχτος βλ. σιδερόφραχτος | |
| 45730 | σιδήρωση | σι-δή-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική συγκέντρωση σιδήρου στους ιστούς, που οφείλεται σε ενδογενείς ή εξωγενείς παράγοντες: ~ του ήπατος. Βλ. πνευμονοκονίωση. [< μεσν. σιδήρωσις 'επεξεργασία σιδήρου', αγγλ. siderosis, γαλλ. sidérose] | |
| 45731 | σιέλ & σιελ | σι-έλ επίθ./ουσ. {άκλ.}: γαλάζιος (συνήθ. για ρούχα και αξεσουάρ): ~ φόρεμα. Γκρι-~ γραβάτα.|| (ως ουσ., το αντίστοιχο χρώμα:) Συνδυάζει το ~ με το μπεζ. Πβ. κυανό. [< γαλλ. ciel, bleu ciel] | |
| 45732 | σιελικός | , ή, ό βλ. σιαλικός | |
| 45733 | σιελογόνος | , ος, ο σι-ε-λο-γό-νος επίθ. & σιαλογόνος: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σιελογόνοι αδένες: ΑΝΑΤ. που παράγουν σάλιο το οποίο απελευθερώνεται στο στόμα. [< γαλλ. sialogène, αγγλ. sialogenous] | |
| 45734 | σιελογραφία | σι-ε-λο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) & σιαλογραφία: ΙΑΤΡ. ακτινογραφία των σιελογόνων αδένων. Βλ. -γραφία. [< αγγλ. sialography, 1931] | |
| 45735 | σιελόρροια | σι-ε-λόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.) & σιαλόρροια: ΙΑΤΡ. παθολογική έκκριση σάλιου. Βλ. -ρροια. [< γαλλ. sialorrhée, αγγλ. sialorrhœa] | |
| 45736 | σίελος | σί-ε-λος ουσ. (αρσ.) & σίαλος (επιστ.): σάλιο. [< αρχ. σίαλον, τὸ, μτγν. σίελος] | |
| 45737 | σιένα | σι-έ-να ουσ. (θηλ.): ώχρα που περιέχει οξείδια του σιδήρου και χρησιμοποιείται ως χρωστική ουσία. Βλ. λειμονίτης, όμπρα. [< αγγλ. sienna, γαλλ. terre de Sienne (από την ομώνυμη ιταλ. πόλη)] | |
| 45738 | σιέστα | σι-έ-στα ουσ. (θηλ.): μεσημεριανός ύπνος, κυρ. μετά το φαγητό. [< ισπ. siesta] | |
| 45739 | σιζάλ | σι-ζάλ ουσ. (ουδ.) (το) {άκλ.}: υφαντική ύλη από τα ινώδη φύλλα του μεξικάνικου φυτού αγαύη: ναυτικά σχοινιά από ~.|| (κ. ως επίθ.) Σπάγγοι ~. Βλ. κάνναβη. [< γαλλ. sisal, 1906] | |
| 45740 | σίζαρ | σί-ζαρ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & σίζαρς (προφ.): μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: σαλάτα σίζαρ(ς)/του Καίσαρα βλ. σαλάτα | |
| 45741 | σιθρού | σι-θρού επίθ. {άκλ.}: (για γυναικείο κυρ. ρούχο) διαφανής: ~ μπλούζα/νυχτικιά/φόρεμα. [< αγγλ. see through, 1950] | |
| 45742 | σιισμός | σι-ι-σμός ουσ. (αρσ.) & σιιτισμός (κ. με κεφαλ. το αρχικό Σ): ΘΡΗΣΚ. δόγμα του μουσουλμανισμού που δημιουργήθηκε από τους οπαδούς του Αλή (ξαδέλφου του Μωάμεθ) και τους απογόνους τους. Βλ. -ισμός, σουνισμός. [< αγγλ. shiism] | |
| 45743 | σιίτης | σι-ί-της ουσ. (αρσ.) (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Σ): ΘΡΗΣΚ. μουσουλμάνος που έχει προσχωρήσει στον σιισμό: (κ. ως επίθ.) ~ες: μουσουλμάνοι. Βλ. -ίτης1, σουνίτης. [< αγγλ. shiite] | |
| 45744 | σιιτικός | , ή, ό σι-ι-τι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον σιισμό ή τους σιίτες: ~ός: κλήρος/πληθυσμός. ~ή: οργάνωση. ~ό: τέμενος. [< αγγλ. shiitic] | |
| 45745 | σιιτισμός | βλ. σιισμός | |
| 45746 | σικ | επίθ. {άκλ.} 1. κομψός, καλαίσθητος: ~ άντρας. ~ γυναίκα/εμφάνιση/τσάντα. ~ άρωμα (πβ. διακριτικό)/στιλ/φόρεμα. (για χώρο) ~ μπαρ. ~ συνοικία. (ως επίρρ.) Κοπέλα ντυμένη ~ (: με γούστο). Πβ. αριστοκρατ-, γοητευτ-ικός, σικάτος. ΑΝΤ. άκομψος (1), κακόγουστος, κιτς 2. λεπτός, εκλεπτυσμένος: ~ τρόπος. ~ έκφραση. Δεν είναι (καθόλου) ~ να ... [< γαλλ. chic] | |