Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46280-46300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45727σιδηρούχος, α/ος, ο [σιδηροῦχος] σι-δη-ρού-χος επίθ. (επιστ.): που περιέχει σίδηρο: ~ος: άργιλος. ~ες: πηγές. (Μη) ~α κράματα/μεταλλεύματα.|| ~ες: τροφές (π.χ. σπανάκι). ~α: παρασκευάσματα. Βλ. -ούχος2. [< γερμ. eisenhaltig]
45728σιδηροφιλίνησι-δη-ρο-φι-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. τρανσφερίνη. [< γαλλ. sidérophiline, 1903, αγγλ. siderophilin, 1949]
45729σιδηρόφρακτος, η, ο & σιδηρόφραχτος βλ. σιδερόφραχτος
45730σιδήρωσησι-δή-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική συγκέντρωση σιδήρου στους ιστούς, που οφείλεται σε ενδογενείς ή εξωγενείς παράγοντες: ~ του ήπατος. Βλ. πνευμονοκονίωση. [< μεσν. σιδήρωσις 'επεξεργασία σιδήρου', αγγλ. siderosis, γαλλ. sidérose]
45731σιέλ & σιελσι-έλ επίθ./ουσ. {άκλ.}: γαλάζιος (συνήθ. για ρούχα και αξεσουάρ): ~ φόρεμα. Γκρι-~ γραβάτα.|| (ως ουσ., το αντίστοιχο χρώμα:) Συνδυάζει το ~ με το μπεζ. Πβ. κυανό. [< γαλλ. ciel, bleu ciel]
45732σιελικός, ή, ό βλ. σιαλικός
45733σιελογόνος, ος, ο σι-ε-λο-γό-νος επίθ. & σιαλογόνος: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σιελογόνοι αδένες: ΑΝΑΤ. που παράγουν σάλιο το οποίο απελευθερώνεται στο στόμα. [< γαλλ. sialogène, αγγλ. sialogenous]
45734σιελογραφίασι-ε-λο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) & σιαλογραφία: ΙΑΤΡ. ακτινογραφία των σιελογόνων αδένων. Βλ. -γραφία. [< αγγλ. sialography, 1931]
45735σιελόρροιασι-ε-λόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.) & σιαλόρροια: ΙΑΤΡ. παθολογική έκκριση σάλιου. Βλ. -ρροια. [< γαλλ. sialorrhée, αγγλ. sialorrhœa]
45736σίελοςσί-ε-λος ουσ. (αρσ.) & σίαλος (επιστ.): σάλιο. [< αρχ. σίαλον, τὸ, μτγν. σίελος]
45737σιένασι-έ-να ουσ. (θηλ.): ώχρα που περιέχει οξείδια του σιδήρου και χρησιμοποιείται ως χρωστική ουσία. Βλ. λειμονίτης, όμπρα. [< αγγλ. sienna, γαλλ. terre de Sienne (από την ομώνυμη ιταλ. πόλη)]
45738σιέστασι-έ-στα ουσ. (θηλ.): μεσημεριανός ύπνος, κυρ. μετά το φαγητό. [< ισπ. siesta]
45739σιζάλσι-ζάλ ουσ. (ουδ.) (το) {άκλ.}: υφαντική ύλη από τα ινώδη φύλλα του μεξικάνικου φυτού αγαύη: ναυτικά σχοινιά από ~.|| (κ. ως επίθ.) Σπάγγοι ~. Βλ. κάνναβη. [< γαλλ. sisal, 1906]
45740σίζαρσί-ζαρ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & σίζαρς (προφ.): μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: σαλάτα σίζαρ(ς)/του Καίσαρα βλ. σαλάτα
45741σιθρούσι-θρού επίθ. {άκλ.}: (για γυναικείο κυρ. ρούχο) διαφανής: ~ μπλούζα/νυχτικιά/φόρεμα. [< αγγλ. see through, 1950]
45742σιισμόςσι-ι-σμός ουσ. (αρσ.) & σιιτισμός (κ. με κεφαλ. το αρχικό Σ): ΘΡΗΣΚ. δόγμα του μουσουλμανισμού που δημιουργήθηκε από τους οπαδούς του Αλή (ξαδέλφου του Μωάμεθ) και τους απογόνους τους. Βλ. -ισμός, σουνισμός. [< αγγλ. shiism]
45743σιίτηςσι-ί-της ουσ. (αρσ.) (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Σ): ΘΡΗΣΚ. μουσουλμάνος που έχει προσχωρήσει στον σιισμό: (κ. ως επίθ.) ~ες: μουσουλμάνοι. Βλ. -ίτης1, σουνίτης. [< αγγλ. shiite]
45744σιιτικός, ή, ό σι-ι-τι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον σιισμό ή τους σιίτες: ~ός: κλήρος/πληθυσμός. ~ή: οργάνωση. ~ό: τέμενος. [< αγγλ. shiitic]
45745σιιτισμόςβλ. σιισμός
45746σικεπίθ. {άκλ.} 1. κομψός, καλαίσθητος: ~ άντρας. ~ γυναίκα/εμφάνιση/τσάντα. ~ άρωμα (πβ. διακριτικό)/στιλ/φόρεμα. (για χώρο) ~ μπαρ. ~ συνοικία. (ως επίρρ.) Κοπέλα ντυμένη ~ (: με γούστο). Πβ. αριστοκρατ-, γοητευτ-ικός, σικάτος. ΑΝΤ. άκομψος (1), κακόγουστος, κιτς 2. λεπτός, εκλεπτυσμένος: ~ τρόπος. ~ έκφραση. Δεν είναι (καθόλου) ~ να ... [< γαλλ. chic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.