| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45759 | σιλικόνη | σι-λι-κό-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. ονομασία ενώσεων του πυριτίου που περικλείουν άτομα οξυγόνου και οργανικές ρίζες και εμφανίζονται με τη μορφή ελαίων, ρητινών και ελαστομερών: ακρυλική/ενέσιμη/μαλακή/όξινη/υγρή ~. ~ συμπύκνωσης. Στεγανοποίηση με ~. Χρώματα ~ης (= σιλικονούχα). Βλ. βουλοκέρι, λιπαντικό, -όνη.|| (στην πλαστική χειρουργική) Εμφυτεύματα/ενθέματα ~ης. Βλ. πυρίτιο. [< γαλλ. silicone, 1906, αγγλ. ~, 1943 < silicon + -one] | |
| 45760 | σιλικονούχος | , α/ος, ο [σιλικονοῦχος] σι-λι-κο-νού-χος επίθ. (λόγ.): (για προϊόν) που περιέχει σιλικόνη ή έχει κατασκευαστεί από αυτή: ~ος: σοβάς. ~ες: ρητίνες. ~α: χρώματα.|| ~ος: δακτύλιος. ~α: φλάντζα. ~α: δολώματα/εμφυτεύματα/κολάρα/λάστιχα. Βλ. -ούχος2, σιλικονένιος. | |
| 45761 | σιλντεναφίλη | βλ. σιλδεναφίλη | |
| 45762 | σιλό | σι-λό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. κυλινδρικός αποθηκευτικός χώρος για τη συντήρηση αγροτικών προϊόντων και γενικότ. πρώτων υλών: γεωργικά/μεταλλικά ~. ~ αλεύρων/δημητριακών/τσιμέντου. Βλ. δεξαμενή. 2. ΣΤΡΑΤ. υπόγεια εγκατάσταση για την αποθήκευση πυρομαχικών: ~ πυραύλων. [< γαλλ. silo < αρχ. σιρός ‘λάκκος, υπόγεια αποθήκη για σιτηρά’] | |
| 45763 | σιλουέτα | σι-λου-έ-τα ουσ. (θηλ.): περίγραμμα, μορφή ανθρώπινου συνήθ. σώματος και κυρ. λεπτό και καλλίγραμμο σώμα, ιδ. γυναικείο: Διέκρινα τη ~ του. Φορέματα που κολακεύουν τη ~ (= γραμμή) σας. (κατ' επέκτ.) Οι ~ες των δέντρων/κτιρίων. Πβ. φιγούρα.|| Άψογη/ελκυστική/ψηλόλιγνη ~. Υγιεινή διατροφή για όμορφη ~. Διατηρώ/προσέχω/χαλάω τη ~ μου. Βλ. -έτα. [< γαλλ. silhouette, γαλλ. ανθρ. É. de Silhouette] | |
| 45764 | σίλουρος | σί-λου-ρος ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. γουλιανός. [< μτγν. σίλουρος] | |
| 45765 | Σιλωάμ | Σι-λω-άμ ουσ. (αρσ.): στη ● ΦΡ.: κολυμβήθρα του Σιλωάμ βλ. κολυμβήθρα [< μτγν. Σιλωάμ] | |
| 45766 | σιμά | σι-μά επίρρ. (λαϊκό-λογοτ.): κοντά: Στάθηκε ~ του. Πβ. εγγύς, πλησίον. ΑΝΤ. αλάργα, μακριά (1) [< μεσν. σιμά] | |
| 45767 | σίμη | σί-μη ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. ταινία με διακοσμητικά μοτίβα στην κορυφή τοίχου ή οροφής αρχαιοελληνικού κτιρίου ή ναού: γωνιακή/μαρμάρινη/πήλινη ~. Βλ. αέτωμα, μετόπη. [< μτγν. σίμαι] | |
| 45768 | σιμιγδαλένιος | , ια, ιο σι-μι-γδα-λέ-νιος επίθ.: που έχει παρασκευαστεί από σιμιγδάλι: ~ος: χαλβάς. Βλ. -ένιος. | |
| 45769 | σιμιγδάλι | σι-μι-γδά-λι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πολύ καλής ποιότητας αλεύρι από αλεσμένους κόκκους σκληρού σιταριού, καλαμποκιού ή σπανιότ. ρυζιού: χοντρό/ψιλό ~. Χαλβάς με ~. Ζυμαρικά από ~. Βλ. κουσκούς2. [< μεσν. σιμιγδάλι] | |
| 45770 | σιμίτι | σι-μί-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): κουλούρι με σουσάμι. [< πβ. μεσν. σιμίτι ‘σιμιγδάλι’ < τουρκ. simit] | |
| 45771 | σιμούν | σι-μούν ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: πολύ ζεστός, ξηρός και ισχυρός άνεμος που πνέει στις ερήμους της Αραβίας και της Β. Αφρικής και φτάνει ως τις ακτές της Μεσογείου. Βλ. αμμοθύελλα, σιρόκος, χαμσίνι. [< γαλλ. simoun] | |
| 45772 | σιμπί | σι-μπί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα ραδιοεπικοινωνίας για μικρές αποστάσεις, που χρησιμοποιείται κυρ. από αυτοκινητιστές. Πβ. γουόκι-τόκι, πομποδέκτης. [< ακρ. του αμερικ. Citizen's Band (CB), 1959] | |
| 45773 | σιμπόργκιο | σι-μπόρ-γκι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό, ραδιενεργό χημικό στοιχείο (σύμβ. Sg, Ζ 106). [< αγγλ. seaborgium, 1994 < γαλλ. ~, πριν από το 1994 < αμερικ. ανθρ. G. T. Seaborg] | |
| 45774 | σιμωνία | σι-μω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. οικονομική εκμετάλλευση ιερών αντικειμένων και μυστηρίων· ειδικότ. απόκτηση εκκλησιαστικών αξιωμάτων με χρηματικά ανταλλάγματα: το αδίκημα/αμάρτημα της ~ας. [< μεσν. σιμωνία < νεολατ. simonia] | |
| 45775 | σιμωνιακός | , ή, ό σι-μω-νι-α-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τη σιμωνία. [< μεσν. σιμωνιακός] | |
| 45776 | σιμώνω | σι-μώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σίμω-σα} (λαϊκό-λογοτ.): πλησιάζω: ~σε προς το μέρος του. Με ~σε και μου μίλησε. ~ει (= κοντεύει) η ώρα που ... Πβ. προσεγγίζω. ΣΥΝ. ζυγώνω ΑΝΤ. αλαργεύω (1), ξεμακραίνω (1) [< μεσν. σιμώνω] | |
| 45777 | σιναΐτης | σι-να-ΐ-της ουσ. (αρσ.) (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Σ): ορθόδοξος μοναχός της Μονής της Αγίας Αικατερίνης που είναι χτισμένη στους πρόποδες του όρους Σινά: (κ. ως επίθ.) ~ες: Άγιοι/πατέρες. Βλ. -αΐτης. [< μεσν. σιναΐτης, γαλλ. sinaïte] | |
| 45778 | σιναϊτικός | , ή, ό σι-ναϊ-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο όρος Σινά ή κυρ. στην ορθόδοξη Μονή του: ~ή: έρημος/χερσόνησος.|| ~ός: ασκητισμός/(ΦΙΛΟΛ.) κώδικας. ~ό: αρχείο/μετόχι. ~ά: μνημεία/χειρόγραφα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ