| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45747 | σίκαλη | σί-κα-λη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Secale cereale), που ανήκει στα αγρωστώδη, μοιάζει με το σιτάρι και καλλιεργείται για τον καρπό του· συνεκδ. ο αντίστοιχος καρπός: αλεύρι/ουίσκι/ψωμί από ~. Νιφάδες ~ης. Φρυγανιές ~άλεως. Βλ. δημητριακά. ΣΥΝ. βρίζα [< μεσν. σίκαλη] | |
| 45748 | σικάτος | , η, ο [σικᾶτος] σι-κά-τος επίθ. (προφ.): πολύ κομψός, καλόγουστος: ~η: γραμμή/εμφάνιση/κυρία. ~ο: εστιατόριο/ντύσιμο/ρούχο/στιλ. ~α (= φίνα) υφάσματα. Βλ. -άτος. ΣΥΝ. σικ (1) ΑΝΤ. κακόγουστος, κιτς | |
| 45749 | σικέ | σι-κέ επίθ. {άκλ.} (προφ.): που η έκβασή του είναι προαποφασισμένη, στημένος: ~ αγώνας/διαγωνισμός. Είναι ~ το παιχνίδι. Ματς ~. [< γαλλ. chiqué] | |
| 45750 | σικελικός | , ή, ό σι-κε-λι-κός επίθ. & (προφ.) σι(τ)σιλιάνικος & (σπάν.) σικελιώτικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Σικελία ή/και τους Σικελούς. [< αρχ. Σικελικός] | |
| 45751 | σικλαμέν | σι-κλα-μέν επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει το απαλό μοβ χρώμα του κυκλάμινου: ~ φούστα. ~ ανθάκια.|| (ως ουσ.) Το ~ (: το αντίστοιχο χρώμα). [< γαλλ. cyclamen] | |
| 45752 | σικορέ | σι-κο-ρέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τσίκορε: ΒΟΤ. λευκό, μακρόστενο είδος λάχανου (επιστ. ονομασ. Cichorium endivia) με κιτρινοπράσινες άκρες στα φύλλα του και ελαφρώς πικρή γεύση: σαλάτα με ~. ΣΥΝ. αντίβ [< γαλλ. chicorée] | |
| 45753 | σίκουελ | σί-κου-ελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: καλλιτεχνικό έργο, κυρ. ταινία ή βιβλίο, που κυκλοφορεί ως συνέχεια προηγούμενου. [< αγγλ. sequel] | |
| 45754 | σιλανσιέ | σι-λαν-σιέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) σιλασιέ: ΤΕΧΝΟΛ. σιγαστήρας κυρ. εξάτμισης. [< γαλλ. silencieux] | |
| 45755 | σίλβερ αλέρτ | σίλ-βερ α-λέρτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σύστημα άμεσης και έγκαιρης δημόσιας κοινοποίησης και μετάδοσης πληροφοριών, που αφορά την εξαφάνιση ηλικιωμένων οι οποίοι πάσχουν από άνοια ή άλλες διανοητικές και ψυχικές παθήσεις. Βλ. άμπερ αλέρτ. [< αγγλ. Silver Alert, 2004] | |
| 45756 | σιλδεναφίλη | σιλ-δε-να-φί-λη ουσ. (θηλ.) & σιλντεναφίλη: ΦΑΡΜΑΚ. η δραστική ουσία του βιάγκρα (σύμβ. C22H30N6O4S): κιτρική ~. [< αγγλ. sildenafil, 1995] | |
| 45757 | σιλικονάτος | , η, ο [σιλικονᾶτος] σι-λι-κο-νά-τος επίθ. (προφ.) 1. (αρνητ. συνυποδ.) που περιέχει σιλικόνη ως αποτέλεσμα αισθητικής επέμβασης: ~ο: στήθος. ~α: χείλη.|| ~η: γκόμενα. Βλ. -άτος. 2. (σπάν.) σιλικονένιος: ~η: θήκη. | |
| 45758 | σιλικονένιος | , ια, ιο σι-λι-κο-νέ-νιος επίθ. (σπάν.): που είναι φτιαγμένος από σιλικόνη: ~ια: τιράντα. Βλ. -ένιος, σιλικονούχος. ΣΥΝ. σιλικονάτος (2) | |
| 45759 | σιλικόνη | σι-λι-κό-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. ονομασία ενώσεων του πυριτίου που περικλείουν άτομα οξυγόνου και οργανικές ρίζες και εμφανίζονται με τη μορφή ελαίων, ρητινών και ελαστομερών: ακρυλική/ενέσιμη/μαλακή/όξινη/υγρή ~. ~ συμπύκνωσης. Στεγανοποίηση με ~. Χρώματα ~ης (= σιλικονούχα). Βλ. βουλοκέρι, λιπαντικό, -όνη.|| (στην πλαστική χειρουργική) Εμφυτεύματα/ενθέματα ~ης. Βλ. πυρίτιο. [< γαλλ. silicone, 1906, αγγλ. ~, 1943 < silicon + -one] | |
| 45760 | σιλικονούχος | , α/ος, ο [σιλικονοῦχος] σι-λι-κο-νού-χος επίθ. (λόγ.): (για προϊόν) που περιέχει σιλικόνη ή έχει κατασκευαστεί από αυτή: ~ος: σοβάς. ~ες: ρητίνες. ~α: χρώματα.|| ~ος: δακτύλιος. ~α: φλάντζα. ~α: δολώματα/εμφυτεύματα/κολάρα/λάστιχα. Βλ. -ούχος2, σιλικονένιος. | |
| 45761 | σιλντεναφίλη | βλ. σιλδεναφίλη | |
| 45762 | σιλό | σι-λό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. κυλινδρικός αποθηκευτικός χώρος για τη συντήρηση αγροτικών προϊόντων και γενικότ. πρώτων υλών: γεωργικά/μεταλλικά ~. ~ αλεύρων/δημητριακών/τσιμέντου. Βλ. δεξαμενή. 2. ΣΤΡΑΤ. υπόγεια εγκατάσταση για την αποθήκευση πυρομαχικών: ~ πυραύλων. [< γαλλ. silo < αρχ. σιρός ‘λάκκος, υπόγεια αποθήκη για σιτηρά’] | |
| 45763 | σιλουέτα | σι-λου-έ-τα ουσ. (θηλ.): περίγραμμα, μορφή ανθρώπινου συνήθ. σώματος και κυρ. λεπτό και καλλίγραμμο σώμα, ιδ. γυναικείο: Διέκρινα τη ~ του. Φορέματα που κολακεύουν τη ~ (= γραμμή) σας. (κατ' επέκτ.) Οι ~ες των δέντρων/κτιρίων. Πβ. φιγούρα.|| Άψογη/ελκυστική/ψηλόλιγνη ~. Υγιεινή διατροφή για όμορφη ~. Διατηρώ/προσέχω/χαλάω τη ~ μου. Βλ. -έτα. [< γαλλ. silhouette, γαλλ. ανθρ. É. de Silhouette] | |
| 45764 | σίλουρος | σί-λου-ρος ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. γουλιανός. [< μτγν. σίλουρος] | |
| 45765 | Σιλωάμ | Σι-λω-άμ ουσ. (αρσ.): στη ● ΦΡ.: κολυμβήθρα του Σιλωάμ βλ. κολυμβήθρα [< μτγν. Σιλωάμ] | |
| 45766 | σιμά | σι-μά επίρρ. (λαϊκό-λογοτ.): κοντά: Στάθηκε ~ του. Πβ. εγγύς, πλησίον. ΑΝΤ. αλάργα, μακριά (1) [< μεσν. σιμά] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ