| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45767 | σίμη | σί-μη ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. ταινία με διακοσμητικά μοτίβα στην κορυφή τοίχου ή οροφής αρχαιοελληνικού κτιρίου ή ναού: γωνιακή/μαρμάρινη/πήλινη ~. Βλ. αέτωμα, μετόπη. [< μτγν. σίμαι] | |
| 45768 | σιμιγδαλένιος | , ια, ιο σι-μι-γδα-λέ-νιος επίθ.: που έχει παρασκευαστεί από σιμιγδάλι: ~ος: χαλβάς. Βλ. -ένιος. | |
| 45769 | σιμιγδάλι | σι-μι-γδά-λι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πολύ καλής ποιότητας αλεύρι από αλεσμένους κόκκους σκληρού σιταριού, καλαμποκιού ή σπανιότ. ρυζιού: χοντρό/ψιλό ~. Χαλβάς με ~. Ζυμαρικά από ~. Βλ. κουσκούς2. [< μεσν. σιμιγδάλι] | |
| 45770 | σιμίτι | σι-μί-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): κουλούρι με σουσάμι. [< πβ. μεσν. σιμίτι ‘σιμιγδάλι’ < τουρκ. simit] | |
| 45771 | σιμούν | σι-μούν ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: πολύ ζεστός, ξηρός και ισχυρός άνεμος που πνέει στις ερήμους της Αραβίας και της Β. Αφρικής και φτάνει ως τις ακτές της Μεσογείου. Βλ. αμμοθύελλα, σιρόκος, χαμσίνι. [< γαλλ. simoun] | |
| 45772 | σιμπί | σι-μπί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα ραδιοεπικοινωνίας για μικρές αποστάσεις, που χρησιμοποιείται κυρ. από αυτοκινητιστές. Πβ. γουόκι-τόκι, πομποδέκτης. [< ακρ. του αμερικ. Citizen's Band (CB), 1959] | |
| 45773 | σιμπόργκιο | σι-μπόρ-γκι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό, ραδιενεργό χημικό στοιχείο (σύμβ. Sg, Ζ 106). [< αγγλ. seaborgium, 1994 < γαλλ. ~, πριν από το 1994 < αμερικ. ανθρ. G. T. Seaborg] | |
| 45774 | σιμωνία | σι-μω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. οικονομική εκμετάλλευση ιερών αντικειμένων και μυστηρίων· ειδικότ. απόκτηση εκκλησιαστικών αξιωμάτων με χρηματικά ανταλλάγματα: το αδίκημα/αμάρτημα της ~ας. [< μεσν. σιμωνία < νεολατ. simonia] | |
| 45775 | σιμωνιακός | , ή, ό σι-μω-νι-α-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τη σιμωνία. [< μεσν. σιμωνιακός] | |
| 45776 | σιμώνω | σι-μώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σίμω-σα} (λαϊκό-λογοτ.): πλησιάζω: ~σε προς το μέρος του. Με ~σε και μου μίλησε. ~ει (= κοντεύει) η ώρα που ... Πβ. προσεγγίζω. ΣΥΝ. ζυγώνω ΑΝΤ. αλαργεύω (1), ξεμακραίνω (1) [< μεσν. σιμώνω] | |
| 45777 | σιναΐτης | σι-να-ΐ-της ουσ. (αρσ.) (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Σ): ορθόδοξος μοναχός της Μονής της Αγίας Αικατερίνης που είναι χτισμένη στους πρόποδες του όρους Σινά: (κ. ως επίθ.) ~ες: Άγιοι/πατέρες. Βλ. -αΐτης. [< μεσν. σιναΐτης, γαλλ. sinaïte] | |
| 45778 | σιναϊτικός | , ή, ό σι-ναϊ-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο όρος Σινά ή κυρ. στην ορθόδοξη Μονή του: ~ή: έρημος/χερσόνησος.|| ~ός: ασκητισμός/(ΦΙΛΟΛ.) κώδικας. ~ό: αρχείο/μετόχι. ~ά: μνημεία/χειρόγραφα. | |
| 45779 | σινάπι | σι-νά-πι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. αγγειόσπερμο, ποώδες φυτό (γένος Brassica), παρασιτικό κυρ. του σιταριού, με βλαστό όρθιο, απλό ή διακλαδισμένο και κίτρινα άνθη που σχηματίζουν ταξιανθίες· συνεκδ. ο σπόρος του: άγριο/άσπρο/ήμερο/ινδικό/μαύρο ~.|| Αλεύρι από ~. Πβ. βρούβα, λαψάνα. Βλ. μουστάρδα. ● ΦΡ.: κόκκος σινάπεως βλ. κόκκος [< μεσν. σινάπι < μτγν. σινάπιον] | |
| 45780 | σινάφι | σι-νά-φι ουσ. (ουδ.) {σιναφ-ιού} & (σπάν.) εσνάφι (λαϊκό) 1. οργανωμένο σύνολο ανθρώπων που ασκούν την ίδια επαγγελματική δραστηριότητα: δημοσιογραφικό/καλλιτεχνικό/πολιτικό ~. Aνήκει στο ~ μας. Πβ. συντεχνία, σωματείο. 2. (αρνητ. συνυποδ.) ομάδα ατόμων ίδιας κοινωνικής τάξης: το ~ της άρχουσας τάξης. Είναι όλοι του ~ιού. Πβ. σειρά, φάρα. ΣΥΝ. κάστα (1), κύκλος (5) [< τουρκ. esnaf, πληθ. sιnιf] | |
| 45781 | σινγκλ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΜΟΥΣ. μουσικό κομμάτι που πωλείται κυρ. μόνο του ή μαζί με διάφορες εκτελέσεις του, συνήθ. προτού συμπεριληφθεί σε άλμπουμ: επιτυχημένο/νέο/πρώτο ~. Επανέκδοση παλαιότερου ~. CD/δίσκος ~. Ρεμίξ του ~. Βλ. χιτ. [< αμερικ. single, 1949] | |
| 45782 | σινδόνη | σιν-δό-νη ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): στο ● ΣΥΜΠΛ.: ιερά σινδόνη: ΕΚΚΛΗΣ. το σάβανο στο οποίο θεωρείται ότι τοποθετήθηκε το σώμα του Χριστού μετά την Αποκαθήλωση. [< αρχ. σινδών· πβ. μτγν. σινδόνη ‘βαμβακερό ένδυμα’] | |
| 45783 | σινέ | σι-νέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σινεμά, ως χώρος προβολής ταινιών: Η ταινία παίζεται στο ~ ...|| (ως παραθετικό σύνθ.) ~-κριτική. [< γαλλ. ciné, 1905] | |
| 45784 | σινεκριτικός | σι-νε-κρι-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.): κριτικός κινηματογράφου. [< γαλλ. ciné-critique] | |
| 45785 | σινεμά | σι-νε-μά ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (λαϊκό) σινεμάς (ο): ΚΙΝΗΜ. κινηματογράφος: ανεξάρτητο/ελληνικό/ευρωπαϊκό/χολιγουντιανό/ψηφιακό ~. Οι σταρ του ~. Βλέπω ~. Παίζει στο ~ (: για ηθοποιό). Πβ. η έβδομη τέχνη, μεγάλη οθόνη.|| (ως χώρος:) Θερινό/χειμερινό ~. Προσεχώς στο ~. Πηγαίνω ~. ΣΥΝ. σινέ. Πβ. σκοτεινές αίθουσες. Βλ. πολυ~. ● Υποκ.: σινεμαδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: σινεμά βεριτέ: ντοκιμαντέρ που καταγράφουν την πραγματικότητα, γυρισμένα με κάμερες που κρατιούνται στο χέρι και φορητό εξοπλισμό ηχογράφησης· ο αντίστοιχος τρόπος κινηματογράφησης. [< γαλλ. cinéma vérité] ● ΦΡ.: κάνω σινεμά/κινηματογράφο: ασχολούμαι ερασιτεχνικά ή επαγγελματικά με την παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών ή/και παίρνω μέρος ως ηθοποιός σε αυτές. Πβ. κινηματογραφώ, φιλμάρω. [< γαλλ. cinéma(tographe), 1893, αγγλ. cinema, 1909] | |
| 45786 | σινεμασκόπ | σι-νε-μα-σκόπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. κινηματογραφική μέθοδος προβολής ταινίας σε οθόνη πολύ μεγάλων διαστάσεων: έγχρωμο ~. Ταινία γυρισμένη σε ~. Βλ. αναμόρφωση. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. cinémascope, 1953] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ