| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45779 | σινάπι | σι-νά-πι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. αγγειόσπερμο, ποώδες φυτό (γένος Brassica), παρασιτικό κυρ. του σιταριού, με βλαστό όρθιο, απλό ή διακλαδισμένο και κίτρινα άνθη που σχηματίζουν ταξιανθίες· συνεκδ. ο σπόρος του: άγριο/άσπρο/ήμερο/ινδικό/μαύρο ~.|| Αλεύρι από ~. Πβ. βρούβα, λαψάνα. Βλ. μουστάρδα. ● ΦΡ.: κόκκος σινάπεως βλ. κόκκος [< μεσν. σινάπι < μτγν. σινάπιον] | |
| 45780 | σινάφι | σι-νά-φι ουσ. (ουδ.) {σιναφ-ιού} & (σπάν.) εσνάφι (λαϊκό) 1. οργανωμένο σύνολο ανθρώπων που ασκούν την ίδια επαγγελματική δραστηριότητα: δημοσιογραφικό/καλλιτεχνικό/πολιτικό ~. Aνήκει στο ~ μας. Πβ. συντεχνία, σωματείο. 2. (αρνητ. συνυποδ.) ομάδα ατόμων ίδιας κοινωνικής τάξης: το ~ της άρχουσας τάξης. Είναι όλοι του ~ιού. Πβ. σειρά, φάρα. ΣΥΝ. κάστα (1), κύκλος (5) [< τουρκ. esnaf, πληθ. sιnιf] | |
| 45781 | σινγκλ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΜΟΥΣ. μουσικό κομμάτι που πωλείται κυρ. μόνο του ή μαζί με διάφορες εκτελέσεις του, συνήθ. προτού συμπεριληφθεί σε άλμπουμ: επιτυχημένο/νέο/πρώτο ~. Επανέκδοση παλαιότερου ~. CD/δίσκος ~. Ρεμίξ του ~. Βλ. χιτ. [< αμερικ. single, 1949] | |
| 45782 | σινδόνη | σιν-δό-νη ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): στο ● ΣΥΜΠΛ.: ιερά σινδόνη: ΕΚΚΛΗΣ. το σάβανο στο οποίο θεωρείται ότι τοποθετήθηκε το σώμα του Χριστού μετά την Αποκαθήλωση. [< αρχ. σινδών· πβ. μτγν. σινδόνη ‘βαμβακερό ένδυμα’] | |
| 45783 | σινέ | σι-νέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σινεμά, ως χώρος προβολής ταινιών: Η ταινία παίζεται στο ~ ...|| (ως παραθετικό σύνθ.) ~-κριτική. [< γαλλ. ciné, 1905] | |
| 45784 | σινεκριτικός | σι-νε-κρι-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.): κριτικός κινηματογράφου. [< γαλλ. ciné-critique] | |
| 45785 | σινεμά | σι-νε-μά ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (λαϊκό) σινεμάς (ο): ΚΙΝΗΜ. κινηματογράφος: ανεξάρτητο/ελληνικό/ευρωπαϊκό/χολιγουντιανό/ψηφιακό ~. Οι σταρ του ~. Βλέπω ~. Παίζει στο ~ (: για ηθοποιό). Πβ. η έβδομη τέχνη, μεγάλη οθόνη.|| (ως χώρος:) Θερινό/χειμερινό ~. Προσεχώς στο ~. Πηγαίνω ~. ΣΥΝ. σινέ. Πβ. σκοτεινές αίθουσες. Βλ. πολυ~. ● Υποκ.: σινεμαδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: σινεμά βεριτέ: ντοκιμαντέρ που καταγράφουν την πραγματικότητα, γυρισμένα με κάμερες που κρατιούνται στο χέρι και φορητό εξοπλισμό ηχογράφησης· ο αντίστοιχος τρόπος κινηματογράφησης. [< γαλλ. cinéma vérité] ● ΦΡ.: κάνω σινεμά/κινηματογράφο: ασχολούμαι ερασιτεχνικά ή επαγγελματικά με την παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών ή/και παίρνω μέρος ως ηθοποιός σε αυτές. Πβ. κινηματογραφώ, φιλμάρω. [< γαλλ. cinéma(tographe), 1893, αγγλ. cinema, 1909] | |
| 45786 | σινεμασκόπ | σι-νε-μα-σκόπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. κινηματογραφική μέθοδος προβολής ταινίας σε οθόνη πολύ μεγάλων διαστάσεων: έγχρωμο ~. Ταινία γυρισμένη σε ~. Βλ. αναμόρφωση. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. cinémascope, 1953] | |
| 45787 | σινεμπλόκ | σι-νε-μπλόκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΗΧΑΝΟΛ. εξάρτημα από ελαστικό υλικό που χρησιμοποιείται στις αναρτήσεις αυτοκινήτου, για να μειώνει τους κραδασμούς και τον θόρυβο: φθαρμένο ~. ~ πολυουρεθάνης/ψαλιδιών. Βλ. αντικραδασμικό, ζαμφόρ. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. silent block, 1928] | |
| 45788 | σινέραμα | σι-νέ-ρα-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & συνεράμα (παλαιότ.): ΚΙΝΗΜ. μέθοδος προβολής ταινιών σε μεγάλων διαστάσεων κυρτή οθόνη από τρεις προβολείς. Βλ. σινεμασκόπ. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. cinerama, 1951, γαλλ. cinérama, 1954] | |
| 45789 | σινερομάντζο | σι-νε-ρο-μά-ντζο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): αισθηματικό φιλμ: λαϊκό ~. [< ιταλ. cineromanzo, 1923] | |
| 45790 | σινεφίλ | σι-νε-φίλ επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): κινηματογραφόφιλος: σινεμά για ~.|| ~ ταινία. ΣΥΝ. σινεφιλικός. Βλ. καλτ. [< γαλλ. cinéphile, 1912] | |
| 45791 | σινεφιλικός | , ή, ό σι-νε-φι-λι-κός επίθ. (προφ.): που αναφέρεται στους σινεφίλ: ~ή: ταινία. ~ό: κοινό. ~ά: γούστα. | |
| 45792 | σινθεσάιζερ | βλ. συνθεσάιζερ | |
| 45793 | σίνθι | βλ. συνθεσάιζερ | |
| 45794 | σινί | σι-νί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): μεγάλο κυκλικό και ρηχό ταψί. [< μεσν. σινί(ον) < τουρκ. sini] | |
| 45795 | σινιάλο | σι-νιά-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.): σήμα, σύνθημα για ειδοποίηση ή συνεννόηση: ηχητικό/φωτεινό ~. Έδωσε/έκανε/περιμένει ~. Βλ. νεύμα.|| (ΝΑΥΤ.) ~ κινδύνου (: με σημαιάκια). [< βεν. signala, ιταλ. segnale] | |
| 45796 | σινιέ | σι-νιέ επίθ. {άκλ.} 1. (για προϊόν ή ντύσιμο) που φέρει εμπορικό σήμα, σφραγίδα γνωστού δημιουργού: ~ αξεσουάρ/παπούτσια/ρούχα (= επώνυμα, φιρμάτα). (ως ουσ.) Τα ~. 2. (σπάν. για πρόσ.) που φορά ρούχα ακριβά και επώνυμα: σοβαρός και ~. Πβ. καλοντυμένος, κομψός, σικ.|| (ως επίρρ.) Ντύνεται ~. [< γαλλ. signé] | |
| 45797 | σινικός | , ή, ό σι-νι-κός επίθ. (επίσ.): κινεζικός: το (Μέγα) ~ό Τείχος. ● ΣΥΜΠΛ.: σινική μελάνη βλ. μελάνη | |
| 45798 | σινιόν | σι-νιόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κότσος: κομψό/μοντέρνο/χαλαρό/χαμηλό ~. Μαλλιά μαζεμένα σε ~. Βλ. αλογοουρά, ποστίς. [< γαλλ. chignon] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ