| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45787 | σινεμπλόκ | σι-νε-μπλόκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΗΧΑΝΟΛ. εξάρτημα από ελαστικό υλικό που χρησιμοποιείται στις αναρτήσεις αυτοκινήτου, για να μειώνει τους κραδασμούς και τον θόρυβο: φθαρμένο ~. ~ πολυουρεθάνης/ψαλιδιών. Βλ. αντικραδασμικό, ζαμφόρ. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. silent block, 1928] | |
| 45788 | σινέραμα | σι-νέ-ρα-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & συνεράμα (παλαιότ.): ΚΙΝΗΜ. μέθοδος προβολής ταινιών σε μεγάλων διαστάσεων κυρτή οθόνη από τρεις προβολείς. Βλ. σινεμασκόπ. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. cinerama, 1951, γαλλ. cinérama, 1954] | |
| 45789 | σινερομάντζο | σι-νε-ρο-μά-ντζο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): αισθηματικό φιλμ: λαϊκό ~. [< ιταλ. cineromanzo, 1923] | |
| 45790 | σινεφίλ | σι-νε-φίλ επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): κινηματογραφόφιλος: σινεμά για ~.|| ~ ταινία. ΣΥΝ. σινεφιλικός. Βλ. καλτ. [< γαλλ. cinéphile, 1912] | |
| 45791 | σινεφιλικός | , ή, ό σι-νε-φι-λι-κός επίθ. (προφ.): που αναφέρεται στους σινεφίλ: ~ή: ταινία. ~ό: κοινό. ~ά: γούστα. | |
| 45792 | σινθεσάιζερ | βλ. συνθεσάιζερ | |
| 45793 | σίνθι | βλ. συνθεσάιζερ | |
| 45794 | σινί | σι-νί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): μεγάλο κυκλικό και ρηχό ταψί. [< μεσν. σινί(ον) < τουρκ. sini] | |
| 45795 | σινιάλο | σι-νιά-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.): σήμα, σύνθημα για ειδοποίηση ή συνεννόηση: ηχητικό/φωτεινό ~. Έδωσε/έκανε/περιμένει ~. Βλ. νεύμα.|| (ΝΑΥΤ.) ~ κινδύνου (: με σημαιάκια). [< βεν. signala, ιταλ. segnale] | |
| 45796 | σινιέ | σι-νιέ επίθ. {άκλ.} 1. (για προϊόν ή ντύσιμο) που φέρει εμπορικό σήμα, σφραγίδα γνωστού δημιουργού: ~ αξεσουάρ/παπούτσια/ρούχα (= επώνυμα, φιρμάτα). (ως ουσ.) Τα ~. 2. (σπάν. για πρόσ.) που φορά ρούχα ακριβά και επώνυμα: σοβαρός και ~. Πβ. καλοντυμένος, κομψός, σικ.|| (ως επίρρ.) Ντύνεται ~. [< γαλλ. signé] | |
| 45797 | σινικός | , ή, ό σι-νι-κός επίθ. (επίσ.): κινεζικός: το (Μέγα) ~ό Τείχος. ● ΣΥΜΠΛ.: σινική μελάνη βλ. μελάνη | |
| 45798 | σινιόν | σι-νιόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κότσος: κομψό/μοντέρνο/χαλαρό/χαμηλό ~. Μαλλιά μαζεμένα σε ~. Βλ. αλογοουρά, ποστίς. [< γαλλ. chignon] | |
| 45799 | σινο- | (σπάν.): πρόθημα ουσιαστικών και επιθέτων με αναφορά στην Κίνα ή/και τους Κινέζους: σινο-λογία. | |
| 45800 | σινολογία | σι-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): η μελέτη της γλώσσας, της ιστορίας και του πολιτισμού των Κινέζων. Βλ. -λογία. [< γαλλ. sinologie, αγγλ. sinology] | |
| 45801 | σινολόγος | σι-νο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός στη σινολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. sinologue, αγγλ. sinologist] | |
| 45802 | σιντεφένιος | , α, ο επίθ. βλ. σεντεφένιος | |
| 45803 | σιντέφι | βλ. σεντέφι | |
| 45804 | σιντί | σι-ντί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & CD: ΤΕΧΝΟΛ. οπτικός δίσκος που μπορεί να αποθηκεύσει ψηφιακό υλικό (μουσική, βίντεο, φωτογραφίες, δεδομένα)· κατ' επέκτ. σιντί πλέιερ: αυθεντικά/πειρατικά/πλαστά ~. Πβ. κόμπακτ ντισκ. Βλ. βινύλιο, εμ-πι-θρι, κασέτα, ντιβιντί.|| (ειδικότ. για μουσικό ~) Νέο/ολοκαίνουργιο/πετυχημένο/πλατινένιο/χρυσό ~.|| Ραδιοκασετόφωνο με ~. Βλ. πικάπ. [< ακρ. του αγγλ. Compact Disc (CD), 1979] | |
| 45805 | σιντί πλέιερ | σι-ντί πλέ-ι-ερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονική συσκευή αναπαραγωγής ήχου από σιντί: επαγγελματικό/οικιακό/στερεοφωνικό/φορητό ~. ~ αυτοκινήτου/υπολογιστή. Ηχοσύστημα με ~. ~ που διαβάζει/παίζει όλα τα αρχεία ήχου. Πβ. σιντιέρα. Βλ. ντι βι ντι πλέιερ. [< αγγλ. C(ompact) D(isc) player, 1982] | |
| 45806 | σιντιέρα | σι-ντιέ-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. σιντί πλέιερ ή ειδικότ. ειδική κατασκευή με χωρίσματα για την τοποθέτηση των ψηφιακών δίσκων: απλή/εξάρα ~. Βάλε το σιντί στη ~.|| ~ των τριών CD. 2. (σπάν.) σιντοθήκη. Βλ. -ιέρα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ