Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [46360-46380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45820σιρκουίσιρ-κου-ί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πίστα αγώνων ταχύτητας (για αυτοκίνητα, μοτοσικλέτες, ποδήλατα) και συνεκδ. οι ίδιοι οι αγώνες: ~ τριών χιλιομέτρων.|| Παγκόσμιο/πανελλήνιο ~. Κέρδισε το ~. [< γαλλ. circuit]
45821σιρμαγιάβλ. σερμαγιά
45822σιρόκοςσι-ρό-κος ουσ. (αρσ.) & σορόκος: ΝΑΥΤ. νοτιοανατολικός άνεμος, ζεστός και υγρός. Πβ. σοροκάδα. Βλ. γαρμπής, γρέγος, λεβάντες, μαΐστρος, τραμουντάνα. [< μεσν. σορόκος < βεν. siroko, ιταλ. scirocco]
45823σιρόπισι-ρό-πι ουσ. (ουδ.) {σιροπ-ιού} & (λαϊκό) σορόπι 1. ΖΑΧΑΡ. παχύρρευστο συνήθ. διάλυμα ζάχαρης ή μελιού σε βρασμένο νερό ή χυμό φρούτων, το οποίο μπορεί να περιέχει φυσικά ή τεχνητά αρωματικά: αραιό/ελαφρύ/ζεστό/κρύο/χλιαρό ~. ~ βανίλιας/γλυκόζης/κερασιού/σταφυλιού. Το δέσιμο/η πυκνότητα του ~ιού. ~ με άρωμα καραμέλας. Παγωτό με ~ βύσσινο/σοκολάτα. Γαρνίρουμε/περιχύνουμε την κομπόστα με ~. 2. ΦΑΡΜΑΚ. υγρό φάρμακο με γλυκιά γεύση που λαμβάνεται με κουτάλι από το στόμα: αντιπυρετικό/αποχρεμπτικό/πολυβιταμινούχο/φυτικό ~. Αποτελεσματικό ~ για τον βήχα (= αντιβηχικό ~)/τη βραχνάδα. ~ που μαλακώνει τον λαιμό.σιρόπια & (λαϊκό) σορόπια (τα) (ειρων.): ερωτικές κυρ. διαχύσεις: Άρχισαν τα ~. ● Υποκ.: σιροπάκι (το) ● ΦΡ.: με πήραν τα σιρόπια & (λαϊκό) τα σορόπια (μτφ.-προφ.): συγκινήθηκα τόσο, που άρχισα να κλαίω., ήρθε κι έδεσε (το γλυκό)/δένει το γλυκό βλ. έρχομαι, μέσα/μες στα μέλια/σιρόπια βλ. μέλι [< μεσν. σιρόπι(ον), ιταλ. sciroppo, πληθ. sciroppi, γαλλ. sirop]
45824σιροπιάζωσι-ρο-πιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σιρόπια-σα, -σμένος} & (λαϊκό) σοροπιάζω 1. ρίχνω σιρόπι σε γλυκό, ώστε να το απορροφήσει: ~ουμε τις δίπλες.|| Όταν το παντεσπάνι έχει σχεδόν ~σει (: τραβήξει το σιρόπι), προσθέστε ... ~σμένα: μελομακάρονα. 2. (μτφ.-προφ.) εκφράζω ερωτικά συναισθήματα με γλυκανάλατο τρόπο. Πβ. ερωτοτροπώ, ζαχαρώνω, φλερτάρω.σιροπιάζει: (για ζαχαρούχο μείγμα) γίνεται πηχτό: Ανακατεύουμε, μέχρι να πήξει η μαρμελάδα και να ~σει. Πβ. δένει.
45825σιρόπιασμασι-ρό-πια-σμα ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) σορόπιασμα 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σιροπιάζω: ~ του γλυκού/μπακλαβά. 2. (μτφ.-προφ.) σαχλό, γλυκανάλατο φλερτ. Πβ. ερωτοτροπία, ζαχάρωμα.
45826σιροπιαστός, ή, ό σι-ρο-πια-στός επίθ. & (λαϊκό) σοροπιαστός 1. (για γλυκό) που έχει σιροπιαστεί: ~ός: μπακλαβάς. ~ές: δίπλες. Καρυδόπιτα ~ή.|| (ως ουσ.) Ανατολίτικα/παραδοσιακά ~ά (πβ. γλυκά (του) ταψιού, βλ. γαλακτομπούρεκο, κανταΐφι, ραβανί, σαραγλί). 2. (σπάν.-μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) γλυκερός: ~ά: λόγια. Πβ. γλυκανάλατος, μελό. [πβ. γαλλ. sirupeux]
45827ΣΙΣ(η): Στρατιωτική Ιατρική Σχολή.
45828σις κεμπάπσις κε-μπάπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. κομμάτια κρέατος και λαχανικών περασμένα σε ξύλινο καλαμάκι ή μικρή μεταλλική σούβλα που ψήνονται στη σχάρα. Βλ. γιαουρτλού, κεμπάπ, κοντοσούβλι, σουβλάκι, τας κεμπάπ. [< τουρκ. şiş kebap]
58819Σισηφειος
45829σισιλιάνικος, η, ο βλ. σικελικόςΣ
45830σισπασιόνσι-σπα-σιόν ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ανάρτηση. [< γαλλ. suspension]
45831σισύφειος, α/ος, ο σι-σύ-φει-ος επίθ. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.): πολύ δύσκολος και ανώφελος, άκαρπος: ~ος: αγώνας. ~α: προσπάθεια. ~ο: έργο. Πβ. μάταιος. [< αρχ. Σισύφειος, αγγλ. sisyphean]
58818Σισυφιος
45832σίταβλ. σήτα
45833σιτάλευροσι-τά-λευ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλεύρι από σιτάρι: πιτυρούχο ~. ~ ολικής άλεσης. Βλ. -άλευρο. [< μεσν. σιτάλευρον]
45834σιταποθήκησι-τα-πο-θή-κη ουσ. (θηλ.): αποθήκη σιταριού και γενικότ. δημητριακών.
45835σιτάρσι-τάρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. έγχορδο ινδικό όργανο με ηχείο και μακριά λαβή που μοιάζει με κιθάρα: ηλεκτρικό ~. Δεξιοτέχνης του ~. Βλ. τάμπλα. [< γαλλ. sitar, διαδόθηκε περ. το 1965]
45836σιταρένιος, α, ο βλ. σταρένιος
45837σιταρήθρασι-τα-ρή-θρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΟΡΝΙΘ. κορυδαλλός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.