Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46360-46380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45808σιντιρόμσι-ντι-ρόμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. ψηφιακός δίσκος που περιέχει δεδομένα, τα οποία μπορούν να διαβαστούν από υπολογιστή· κυρ. η συσκευή αναπαραγωγής του. [< ακρ. του αγγλ. Compact Disc-Read Only Memory (CD-ROM), 1983]
45809σιντοθήκησι-ντο-θή-κη ουσ. (θηλ.) & cd-θήκη: θήκη για ψηφιακούς δίσκους (σιντί). Βλ. δισκοθήκη, -θήκη. ΣΥΝ. σιντιέρα (2) [< αγγλ. cd case]
45810σιντοϊσμόςσι-ντο-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) & σίντο: ΘΡΗΣΚ. πολυθεϊστική θρησκεία των Ιαπώνων που βασίζεται στη λατρεία των προγόνων, των δυνάμεων της φύσης και του αυτοκράτορα ως απόγονου του Ήλιου. [< γαλλ. shintoïsme]
45811σιντοϊστήςσι-ντο-ϊ-στής επίθ./ουσ.: ΘΡΗΣΚ. πρόσωπο που έχει ασπαστεί τον σιντοϊσμό. Βλ. -ιστής1. [< γαλλ. shintoïste]
45812σιντοϊστικός, ή, ό σι-ντο-ϊ-στι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που αναφέρεται στον σιντοϊσμό: ~ός: ναός. ~ά: ιερά. [< γαλλ. shintoïste]
45813σιντριβάνισι-ντρι-βά-νι ουσ. (ουδ.) {σιντριβαν-ιού}: υδραυλική κατασκευή που εκτοξεύει δέσμες νερού σε διάφορους σχηματισμούς και διακοσμεί συνήθ. πάρκα και πλατείες: μαρμάρινο/περίτεχνο/σκαλιστό/φωτισμένο ~. Δροσερό νερό αναβλύζει από το ~. Πβ. αναβρυτήριο. Βλ. πίδακας. ● Υποκ.: σιντριβανάκι (το) [< τουρκ. şadιrvan – παλαιότ. ορθογρ. συντριβάνι]
45814σίξτιςσίξ-τις ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (συνήθ. γράφεται 60s, κυρ. νεαν. αργκό): η δεκαετία του 1960: συγκροτήματα/τραγούδια από τα ~. Η γενιά/τα κινήματα των "~".|| (σπάν. ως επίθ.) ~ ποπ. Βλ. σέβεντις, έιτις, νάιντις. [< αγγλ. sixties]
45815ΣΙΡ(η): Σχολή Ιπταμένων Ραδιοναυτίλων.
45816σιργιάνιβλ. σεργιάνι
45817σίριαλσί-ρι-αλ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. ΤΗΛΕΟΡ. τηλεοπτική σειρά που προβάλλεται σε επεισόδια με θεματική ενότητα: δημοφιλές ~. Δραματικά/κοινωνικά/κωμικά/μίνι ~. Τα καλύτερα ~ της σεζόν. Το σενάριο/η σκηνοθεσία του ~. ~ που παίζεται καθημερινά. Ατάκες/σκηνές από ~. Βλ. ριάλιτι, σαπουνόπερα.|| (παλαιότ.) Ραδιοφωνικό ~. 2. (μτφ.) θέμα που έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις και συζητιέται συνεχώς, συχνά αδικαιολόγητα: Συνεχίζεται το ~ με ... Παράταση/τέλος στο ~ ... [< αγγλ. serial, 1974]
45819σιρίτισι-ρί-τι ουσ. (ουδ.) 1. διακοσμητική ταινία που ράβεται συνήθ. σε ρούχο ή καπέλο: τσέπες με ~. Πβ. γαϊτάνι, κορδόνι, μπορντούρα. 2. ΣΤΡΑΤ. γαλόνι. Πβ. επωμίδα, σαρδέλα. [< τουρκ. şirit, şerit]
45820σιρκουίσιρ-κου-ί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πίστα αγώνων ταχύτητας (για αυτοκίνητα, μοτοσικλέτες, ποδήλατα) και συνεκδ. οι ίδιοι οι αγώνες: ~ τριών χιλιομέτρων.|| Παγκόσμιο/πανελλήνιο ~. Κέρδισε το ~. [< γαλλ. circuit]
45821σιρμαγιάβλ. σερμαγιά
45822σιρόκοςσι-ρό-κος ουσ. (αρσ.) & σορόκος: ΝΑΥΤ. νοτιοανατολικός άνεμος, ζεστός και υγρός. Πβ. σοροκάδα. Βλ. γαρμπής, γρέγος, λεβάντες, μαΐστρος, τραμουντάνα. [< μεσν. σορόκος < βεν. siroko, ιταλ. scirocco]
45823σιρόπισι-ρό-πι ουσ. (ουδ.) {σιροπ-ιού} & (λαϊκό) σορόπι 1. ΖΑΧΑΡ. παχύρρευστο συνήθ. διάλυμα ζάχαρης ή μελιού σε βρασμένο νερό ή χυμό φρούτων, το οποίο μπορεί να περιέχει φυσικά ή τεχνητά αρωματικά: αραιό/ελαφρύ/ζεστό/κρύο/χλιαρό ~. ~ βανίλιας/γλυκόζης/κερασιού/σταφυλιού. Το δέσιμο/η πυκνότητα του ~ιού. ~ με άρωμα καραμέλας. Παγωτό με ~ βύσσινο/σοκολάτα. Γαρνίρουμε/περιχύνουμε την κομπόστα με ~. 2. ΦΑΡΜΑΚ. υγρό φάρμακο με γλυκιά γεύση που λαμβάνεται με κουτάλι από το στόμα: αντιπυρετικό/αποχρεμπτικό/πολυβιταμινούχο/φυτικό ~. Αποτελεσματικό ~ για τον βήχα (= αντιβηχικό ~)/τη βραχνάδα. ~ που μαλακώνει τον λαιμό.σιρόπια & (λαϊκό) σορόπια (τα) (ειρων.): ερωτικές κυρ. διαχύσεις: Άρχισαν τα ~. ● Υποκ.: σιροπάκι (το) ● ΦΡ.: με πήραν τα σιρόπια & (λαϊκό) τα σορόπια (μτφ.-προφ.): συγκινήθηκα τόσο, που άρχισα να κλαίω., ήρθε κι έδεσε (το γλυκό)/δένει το γλυκό βλ. έρχομαι, μέσα/μες στα μέλια/σιρόπια βλ. μέλι [< μεσν. σιρόπι(ον), ιταλ. sciroppo, πληθ. sciroppi, γαλλ. sirop]
45824σιροπιάζωσι-ρο-πιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σιρόπια-σα, -σμένος} & (λαϊκό) σοροπιάζω 1. ρίχνω σιρόπι σε γλυκό, ώστε να το απορροφήσει: ~ουμε τις δίπλες.|| Όταν το παντεσπάνι έχει σχεδόν ~σει (: τραβήξει το σιρόπι), προσθέστε ... ~σμένα: μελομακάρονα. 2. (μτφ.-προφ.) εκφράζω ερωτικά συναισθήματα με γλυκανάλατο τρόπο. Πβ. ερωτοτροπώ, ζαχαρώνω, φλερτάρω.σιροπιάζει: (για ζαχαρούχο μείγμα) γίνεται πηχτό: Ανακατεύουμε, μέχρι να πήξει η μαρμελάδα και να ~σει. Πβ. δένει.
45825σιρόπιασμασι-ρό-πια-σμα ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) σορόπιασμα 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σιροπιάζω: ~ του γλυκού/μπακλαβά. 2. (μτφ.-προφ.) σαχλό, γλυκανάλατο φλερτ. Πβ. ερωτοτροπία, ζαχάρωμα.
45826σιροπιαστός, ή, ό σι-ρο-πια-στός επίθ. & (λαϊκό) σοροπιαστός 1. (για γλυκό) που έχει σιροπιαστεί: ~ός: μπακλαβάς. ~ές: δίπλες. Καρυδόπιτα ~ή.|| (ως ουσ.) Ανατολίτικα/παραδοσιακά ~ά (πβ. γλυκά (του) ταψιού, βλ. γαλακτομπούρεκο, κανταΐφι, ραβανί, σαραγλί). 2. (σπάν.-μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) γλυκερός: ~ά: λόγια. Πβ. γλυκανάλατος, μελό. [πβ. γαλλ. sirupeux]
45827ΣΙΣ(η): Στρατιωτική Ιατρική Σχολή.
45828σις κεμπάπσις κε-μπάπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. κομμάτια κρέατος και λαχανικών περασμένα σε ξύλινο καλαμάκι ή μικρή μεταλλική σούβλα που ψήνονται στη σχάρα. Βλ. γιαουρτλού, κεμπάπ, κοντοσούβλι, σουβλάκι, τας κεμπάπ. [< τουρκ. şiş kebap]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.