Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4620-4640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3692ανέλθωβλ. ανέρχομαι
3693ανελικτικός, ή, ό [ἀνελικτικός] α-νε-λι-κτι-κός επίθ. (επίσ.): εξελικτικός. [< μεσν. ανελικτικός, γαλλ. évolutif]
3694ανέλιξη[ἀνέλιξη] α-νέ-λι-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) σταδιακή και συνεχής μετάβαση σε μία ανώτερη (από πλευράς αξίας ή ισχύος) κατάσταση: επιστημονική/οικονομική/πνευματική/τεχνολογική ~. Η ~ της κοινωνίας. (ΛΟΓΟΤ.) Αφηγηματική ~. Η ~ των γεγονότων. Πβ. ανάπτυξη, εξέλιξη.|| Ακαδημαϊκή/αξιοκρατική/επαγγελματική/ιεραρχική/υπηρεσιακή ~. Δυνατότητες/ευκαιρίες/περιθώρια/προοπτικές ~ης. ~ στην εξουσία. Κοιτάζει μόνο την προσωπική του ~. Πβ. αναρρίχηση, άνοδος, προαγωγή. Βλ. αναγνώριση. 2. ΜΑΘ. μαθηματικό μοντέλο που περιγράφει καταστάσεις της καθημερινής ζωής: στοχαστικές ~ίξεις. ~ίξεις διαχύσεως/συνεχούς χρόνου. 3. (σπάν.) ελικοειδής κίνηση. [< μτγν. ἀνέλιξις ‘ξετύλιγμα, ανάπτυξη’, γαλλ. évolution 2: αγγλ. evolution]
3695ανελίσσομαι[ἀνελίσσομαι] α-νε-λίσ-σο-μαι ρ. {ανελί-χθηκε, ανελισσ-όμενος} (λόγ.) 1. αναπτύσσομαι, εξελίσσομαι βαθμιαία και διαρκώς: Η κοινωνία/η τεχνολογία ~εται. Οι πιο γρήγορα ~όμενες εταιρείες. (ΛΟΓΟΤ.) Ιστορίες που ~ονται γραμμικά/παράλληλα.|| ~ επαγγελματικά/ιεραρχικά/κοινωνικά/μισθολογικά/οικονομικά. Κατάφερε να ~χθεί στα αξιώματα/στην εξουσία/στη θέση του διευθυντή. Πβ. αναρριχώμαι, ανεβαίνω, προάγομαι. 2. (σπάν.) κινούμαι ελικοειδώς: Η σπείρα ~εται. [< αρχ. ἀνελίσσομαι ‘ξετυλίγομαι, διευκρινίζομαι, αντιπαραβάλλομαι’, γαλλ. évoluer]
3696ανέλκυση[ἀνέλκυση] α-νέλ-κυ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανελκύω: ~ άγκυρας/αρχαιοτήτων/διχτυών/πλοίου. Επιχείρηση/ράμπα/σχοινί ~ης. Σκάφος ~ύσεων. Πβ. τράβηγμα. ΑΝΤ. καθέλκυση.|| (κατ' επέκτ.) Τεχνολογία ~ης (φορτίων). Μηχανισμοί ~ης για ανάπηρους. [< μτγν. ἀνέλκυσις]
3697ανελκυστήρας[ἀνελκυστήρας] α-νελ-κυ-στή-ρας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ασανσέρ: ηλεκτρικός/μηχανικός/πανοραμικός/συμβατικός ~. ~ εμπορευμάτων/εργοταξίου/μετρό/σκάλας (: για άτομα με κινητικά προβλήματα)/φορτίων. Ο θάλαμος/η θύρα/το φρεάτιο ενός ~α. Ασφάλεια/βλάβη/λειτουργία ~α. Εξωτερικοί/υδραυλικοί ~ες (: που λειτουργούν με ηλεκτροκίνητη αντλία). Συντήρηση/τεχνικός ~ων. Ο ~ ανεβαίνει/κατεβαίνει. Καλώ/χρησιμοποιώ τον ~α. ~ για άτομα με ειδικές ανάγκες. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. ascenseur]
3698ανελκύω[ἀνελκύω] α-νελ-κύ-ω ρ. (μτβ.) {ανελκύ-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος} (επίσ.): φέρνω κάτι στην επιφάνεια (κυρ. της θάλασσας), έλκοντάς το: Εταιρεία ανέλαβε να ~σει το ναυάγιο. Η άτρακτος του αεροσκάφους ~στηκε με γερανό. ~σμένο: σκάφος. Πβ. σέρνω, τραβώ. ΑΝΤ. καθελκύω [< μτγν. ἀνελκύω]
3699ανελλήνιστος, η, ο [ἀνελλήνιστος] α-νελ-λή-νι-στος επίθ. 1. (μειωτ., για πρόσ.) που δεν χρησιμοποιεί σωστά την ελληνική γλώσσα ή κατ' επέκτ. που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική ιστορική και πολιτιστική παράδοση: ~ος: μεταφραστής. Βλ. ανιστόρητος, ανορθόγραφος. 2. (για γλωσσικό στοιχείο) που δεν συμφωνεί με τους κανόνες της ελληνικής γλώσσας (συνήθ. λόγω της ξενικής προέλευσής του): ~οι: τύποι. ~ες: εκφράσεις. ● επίρρ.: ανελλήνιστα [< 2: μτγν. ἀνελλήνιστος]
3700ανελλιπής, ής, ές [ἀνελλιπής] α-νελ-λι-πής επίθ. {ανελλιπ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} ΑΝΤ. ελλιπής 1. που δεν διακόπτεται, συνεχής: ~ής: ενημέρωση/λειτουργία/προσφορά/φοίτηση. Πβ. αδιάκοπος, αδιάλειπτος, ασταμάτητος, διαρκής, συστηματικός, τακτικός. 2. από τον οποίο δεν λείπει κάτι (απαραίτητο). Πβ. επαρκής, ολοκληρωμένος, πλήρης. ● επίρρ.: ανελλιπώς [-ῶς] (λόγ.) [< μτγν. ἀνελλιπής – παλαιότ. ορθογρ. ανελλειπώς]
3701ανέλπιδος, η, ο [ἀνέλπιδος] α-νέλ-πι-δος επίθ. (λογοτ.) 1. που δεν έχει ή δεν δίνει (σε κάποιον) ελπίδες: ~ος: αγώνας/έρωτας. ~η: σχέση. ~ες: προσπάθειες.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο μιας κατάστασης. Πβ. άπελπις, απελπισμένος, μάταιος, φρούδος. ΑΝΤ. ελπιδοφόρος 2. (σπάν.) ανέλπιστος. Πβ. αναπάντεχος, απροσδόκητος, ξαφνικός. ● επίρρ.: ανέλπιδα [< μεσν. ανέλπιδος]
3702ανέλπιστος, η, ο [ἀνέλπιστος] α-νέλ-πι-στος επίθ.: (συνήθ. με θετ. συνυποδ.) που συμβαίνει απροσδόκητα: ~ος: θρίαμβος/σύμμαχος. ~η: βοήθεια/εξέλιξη (: που δεν την περιμένεις και σε εκπλήσσει ευχάριστα)/επιτυχία/ευκαιρία/νίκη/σωτηρία/τροπή (των γεγονότων)/τύχη/χαρά. ~ο: δώρο/όνειρο. ~α: κέρδη. Μας συνέβη κάτι το (εντελώς) ~ο. Πβ. αναπάντεχος, απρόβλεπτος, απρόσμενος, ουρανοκατέβατος. ΑΝΤ. αναμενόμενος ● επίρρ.: ανέλπιστα: Ένα ~ καλό αποτέλεσμα. ~ γρήγορα/σύντομα. [< αρχ. ἀνέλπιστος, γαλλ. inespéré]
3703ανεμ-βλ. ανεμο-
3704ανεμβολίαστος, η, ο [ἀνεμβολίαστος] α-νεμ-βο-λί-α-στος επίθ. (επίσ.): που δεν έχει εμβολιαστεί: ~ος: πληθυσμός. ~α: αδέσποτα (ζώα)/παιδιά.|| (ως ουσ.) Αντιτετανικό εμβόλιο για τους ~ους. ΑΝΤ. εμβολιασμένος.
3705ανεμελιά[ἀνεμελιά] α-νε-με-λιά ουσ. (θηλ.): ξενοιασιά: καλοκαιρινή ~. Η ~ των διακοπών/της παιδικής ηλικίας. Χαλάρωση και ~. Αίσθηση/στιγμές ~ιάς. Πβ. αμεριμνησία.
3706ανέμελος, η, ο [ἀνέμελος] α-νέ-με-λος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από ανεμελιά: ~ος: τρόπος ζωής. ~η: βόλτα/διάθεση/εφηβεία/ζωή/ηλικία. ~ο: καλοκαίρι/παιδί/παιχνίδι. ~ες: διακοπές/στιγμές. ~α: νιάτα/χρόνια. Δείχνει ήρεμος/χαλαρός/χαρούμενος και ~. Περπατούσε ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ο: λουκ. ΣΥΝ. αμέριμνος, ξένοιαστος ● επίρρ.: ανέμελα [< γαλλ. insouciant]
3707ανέμη[ἀνέμη] α-νέ-μη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο γύρω από το οποίο τυλίγεται κυρ. λάστιχο, καλώδιο, σύρμα ή σχοινί : ηλεκτρική/τροχήλατη ~ (: περιελικτική μηχανή, συσκευή). ~ες: πετονιάς/ποτίσματος. Η ~ του πηγαδιού. Βλ. μάγγανο. || (παλαιότ.) Η κλωστή/το νήμα τυλίγεται στην ~. Πβ. ροδάνι. [< μεσν. ἀνέμη]
3708ανεμίζω[ἀνεμίζω] α-νε-μί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ανέμιζ-ε, ανέμι-σε, ανεμίζ-οντας} 1. (αμτβ.) κινούμαι από τον άνεμο, εκτελώντας συνήθ. κυματοειδή κίνηση: Το πέπλο/η σημαία ~ει (= κυματίζει). Τα μαλλιά της ~αν ελεύθερα στον αέρα. 2. (μτβ.) κάνω να κινηθεί, κουνώ (κάτι), συνήθ. κυματοειδώς: Το αεράκι ~ε τις κουρτίνες. Βλ. εξ~. [< μτγν. ἀνεμίζομαι, μεσν. ανεμίζω]
3709ανεμικό[ἀνεμικό] α-νε-μι-κό ουσ. (ουδ.) (σπάν.-λαϊκό-λογοτ.): αερικό. Πβ. ξωτικό, στοιχειό. [< ουσιαστικοπ. ουδ. του μεσν. επιθ. ἀνεμικός]
3710ανέμισμα[ἀνέμισμα] α-νέ-μι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανεμίζω: ~ των μαλλιών/της σημαίας.
3711ανεμιστήρας[ἀνεμιστήρας] α-νε-μι-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή που δημιουργεί (μέσω περιστρεφόμενης έλικας) ρεύμα αέρα με σκοπό κυρ. τον (εξ)αερισμό κλειστών χώρων ή την ψύξη μηχανημάτων: αθόρυβος/αξονικός/επιτραπέζιος ~. ~ δαπέδου/οροφής/τριών ταχυτήτων. Στροφές/ταχύτητα ~α.|| Ο ~ του κλιματιστικού/του ψυγείου (: σε αυτοκίνητο). Μοτέρ ~α. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ επεξεργαστή/τροφοδοτικού/(φορητού) υπολογιστή. Πβ. ψύκτρα.|| (ειδικότ.) Αντιπαγετικός ~ για προστασία των καλλιεργειών. Πβ. βεντιλατέρ. Βλ. (εξ)αεριστήρας, -τήρας. ● Υποκ.: ανεμιστηράκι (το): ~ χειρός (: για να δροσίζεται κάποιος). Βλ. βεντάλια. ● ΦΡ.: πετώ/ρίχνω/βάζω (τη) λάσπη στον ανεμιστήρα βλ. λάσπη [< γαλλ. ventilateur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.