Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [4620-4640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3682ανεκτίμητος, η, ο [ἀνεκτίμητος] α-νε-κτί-μη-τος επίθ. (λόγ.) & (προφ.) ανεχτίμητος: του οποίου η υλική ή ηθική αξία, η σπουδαιότητα είναι τόσο μεγάλη, ώστε είναι αδύνατο ή δύσκολο να υπολογιστεί, να εκτιμηθεί: ~ος: θησαυρός/(εθνικός/φυσικός) πλούτος. ~η: αγάπη/(ιστορική/πολιτιστική) κληρονομιά/μαρτυρία/περιουσία/προσφορά/συλλογή (μουσείου)/συμβολή. ~ο: δώρο/κειμήλιο/κόσμημα/ταλέντο. ~ες: πληροφορίες/υπηρεσίες. ~α: μνημεία/οφέλη/χειρόγραφα. Ζωγραφικός πίνακας ~ης (καλλιτεχνικής) αξίας (= ανυπολόγιστης). Η ζωή είναι ~η. Η υγεία αποτελεί ~ο αγαθό. Οργανισμός που προσφέρει ~ο κοινωνικό έργο. (για πρόσ.) ~ος: συνεργάτης/φίλος (= σημαντικός, σπουδαίος). Πβ. πολύτιμος. ● επίρρ.: ανεκτίμητα [< γερμ. unschätzbar, γαλλ. inestimable, inappréciable]
3683ανεκτός, ή, ό [ἀνεκτός] α-νε-κτός επίθ. & (προφ.) ανεχτός: που μπορεί κάποιος να τον ανεχτεί, να τον υπομείνει: ~ός: θόρυβος/πόνος. ~ή: ζέστη. ~ό: αποτέλεσμα/κόστος/σφάλμα. ~οί: όροι/περιορισμοί. ~ές: συνθήκες. ~ά: προβλήματα. Μη ~ή κατάσταση/λύση. Μέγιστη ~ή δόση φαρμάκου. Διασφάλιση ~ού βιοτικού επιπέδου. Τέτοια συμπεριφορά δεν μπορεί να γίνει (άλλο) ~ή.|| (ως ουσ.) Στα όρια του ~ού. ΣΥΝ. υποφερτός (1) ΑΝΤ. ανυπόφορος, αφόρητος [< αρχ. ἀνεκτός, γαλλ. tolérable]
3684ανέκφραστος, η, ο [ἀνέκφραστος] α-νέκ-φρα-στος επίθ. 1. που δεν εκφράζει, δεν εκδηλώνει κανένα συναίσθημα, καμία ψυχική κατάσταση: ~ο: βλέμμα (πβ. απλανές, άτονο, άχρωμο)/πρόσωπο/ύφος. ~α: μάτια. Άκουγε/κοίταζε/(παρ)έμεινε ~ και σιωπηλός. Πβ. ατάραχος, παγωμένος. ΑΝΤ. εκφραστικός (1) 2. που δεν έχει ή δεν μπορεί να εκφραστεί, να εκδηλωθεί: ~η: αγωνία/επιθυμία. Πβ. ανεκδήλωτος.|| ~η: ευτυχία/συγκίνηση/χαρά. Πβ. ανείπωτος, απερίγραπτος.|| (ως ουσ.-λόγ.) Η τέχνη προσπαθεί να εκφράσει το ~ο. ● επίρρ.: ανέκφραστα [< 1: γαλλ. inexpressif 2: μτγν. ἀνέκφραστος, γαλλ. inexprimable]
3685ανεκχώρητος, η, ο [ἀνεκχώρητος] α-νεκ-χώ-ρη-τος επίθ.: ΝΟΜ. που δεν επιτρέπεται, δεν μπορεί να ή δεν έχει εκχωρηθεί σε άλλον: ~ος: κωδικός πρόσβασης. ~η: εξουσία/μετοχή/παροχή/περιουσία. ~ο: αγαθό/δικαίωμα. Προσωποπαγείς και ~ες άδειες.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο των απαιτήσεων. Πβ. αμεταβίβαστος. [< γαλλ. inaliénable]
3686ανελαστικός, ή, ό [ἀνελαστικός] α-νε-λα-στι-κός επίθ. ΑΝΤ. ελαστικός 1. (μτφ.-λόγ.) που χαρακτηρίζεται από αδιαλλαξία, αυστηρότητα· ανεπιεικής, σκληρός, καταπιεστικός: ~ή: νομοθεσία/ποινή. ~ό: εργασιακό καθεστώς/πρόγραμμα/ωράριο. ~οί: κανόνες/περιορισμοί. ~ές: διατάξεις/ρυθμίσεις. ~ά: (χρονικά) όρια. Πβ. αδιάλλακτος, αυστηρός. 2. (επιστ.) (για σώμα, υλικό) που δεν έχει ελαστικότητα, δυνατότητα επαναφοράς στην αρχική του κατάσταση: ~ός: ιστός. Δέρμα ~ό. Πβ. ά-, δύσ-καμπτος.|| (ΦΥΣ.-ΜΗΧΑΝ.) ~ή: κρούση/σκέδαση/συμπεριφορά (κτιρίου). 3. ΟΙΚΟΝ. που δεν αλλάζει εύκολα (λόγω μεταβολής άλλων μεγεθών): ~ός: προϋπολογισμός. ~ή: αγορά/προσφορά (εργασίας). ~ό: κόστος. ● ΣΥΜΠΛ.: ανελαστικές δαπάνες: ΟΙΚΟΝ. αναγκαία λειτουργικά έξοδα: Το μεγαλύτερο ποσοστό των εξόδων του Δήμου καλύπτουν οι ~ ~ (: αμοιβές προσωπικού, έξοδα κτιριακών εγκαταστάσεων κ.λπ.). Πβ. πάγιος. ΑΝΤ. ελαστικές δαπάνες., ανελαστική ζήτηση: ΟΙΚΟΝ. για περιπτώσεις που μεγάλη ποσοστιαία μεταβολή στην τιμή αγαθού προκαλεί μικρότερη μεταβολή στη ζήτησή του: Προϊόν με/που έχει/παρουσιάζει/χαρακτηρίζεται από ~ ~. ΑΝΤ. ελαστική ζήτηση [< αγγλ. inelastic, γαλλ. inélastique]
3687ανελαστικότητα[ἀνελαστικότητα] α-νε-λα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) ΑΝΤ. ελαστικότητα 1. (μτφ.) έλλειψη διαλλακτικότητας: γραφειοκρατική ~. ~ των κανονισμών/των νόμων/της πολιτικής/του (ωρολογίου) προγράμματος/ενός συστήματος. ~ στη διαχείριση/στον χρόνο (περάτωσης ενός έργου). Καθεστώς ~ας. Το πρόβλημα της ~ας (των μέτρων). Πβ. αυστηρότητα. 2. (επιστ.) ιδιότητα σώματος να μην επανέρχεται στην αρχική του κατάσταση μετά από παραμόρφωση που υπέστη (λόγω της επίδρασης εξωτερικής δύναμης): (ΦΥΣ.-ΜΗΧΑΝ.) ~ υλικού. Τα όρια/οι τιμές ~ας (ενός κτιρίου).|| (ΙΑΤΡ.) ~ του μυοκαρδίου. Πβ. ακαμψία, δυσκαμψία. 3. ΟΙΚΟΝ. απουσία μεταβολής μεγέθους (ως αποτέλεσμα αλλαγής άλλων μεγεθών): άμβλυνση/άρση/αύξηση της ~ας (λ.χ. του συντελεστή φορολόγησης). Η ~ της αγοράς (εργασίας)/των δαπανών/της ζήτησης/των εξόδων/του κόστους/της προσφοράς/των τιμών. Το όριο ~ας του προϋπολογισμού. Δείκτης ~ας (της απασχόλησης). [< αγγλ. inelasticity, γαλλ. inélasticité]
3688ανέλεγκτος, η, ο [ἀνέλεγκτος] α-νέ-λε-γκτος επίθ. (επίσ.): που δεν έχει υποβληθεί σε έλεγχο, που δεν του έχει ασκηθεί έλεγχος: ~η: δράση/εξουσία/(διαχειριστική) περίοδος/(λογιστική) κατάσταση. ~ο: σύστημα. ~οι: λογαριασμοί. ~ες: δαπάνες/φορολογικές δηλώσεις. ~α: οικονομικά έτη/στοιχεία. Δικαστικά/διοικητικά ~η υπόθεση. ~ες φορολογικά χρήσεις. Δεν αφήνει τίποτα/κάτι ~ο. Πβ. ανεξέλεγκτος.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο της κρίσης (κάποιου). ΑΝΤ. ελεγμένος ● επίρρ.: ανέλεγκτα [< αρχ. ἀνέλεγκτος, γαλλ. incontrôlé]
3689ανελέητος, η, ο [ἀνελέητος] α-νε-λέ-η-τος επίθ.: που δεν δείχνει έλεος ή που γίνεται χωρίς αυτό: (για πρόσ.) ~ος: εχθρός. ~οι: διώκτες/δολοφόνοι/εισβολείς. Πβ. αδίστακτος, άσπλαχνος.|| ~ος: κόσμος (= απάνθρωπος, σκληρός).|| ~ος: αγώνας/ανταγωνισμός/βομβαρδισμός/ξυλοδαρμός/πόλεμος (συμφερόντων). ~η: βία/μάχη. ~ο: κυνηγητό/σφυροκόπημα. ~ες: επιδρομές/σφαγές. ~α: βασανιστήρια/χτυπήματα. Πβ. αδυσώπητος, αμείλικτος.|| (μτφ.) ~ος: χειμώνας. ~η: πραγματικότητα/φθορά (του χρόνου).|| (προφ.) ~ο: φαγοπότι (: άφθονο, υπερβολικό). ΣΥΝ. ανηλεής ● επίρρ.: ανελέητα [< αρχ. ἀνελέητος]
3690ανελευθερία[ἀνελευθερία] α-νε-λευ-θε-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη, στέρηση της ελευθερίας: θρησκευτική/οικονομική/πνευματική/πολιτική ~. ~ της έκφρασης/του λόγου/του τύπου/των πολιτών. Καθεστώς/συνθήκες ~ας (πβ. δεσποτισμός, δουλεία, καταπίεση, σκλαβιά, τυραννία). [< αρχ. ἀνελευθερία, αγγλ. illiberalism]
3691ανελεύθερος, η, ο [ἀνελεύθερος] α-νε-λεύ-θε-ρος επίθ. (λόγ.): που στερείται ελευθερίας, δεν είναι φιλελεύθερος: ~η: κοινωνία/χώρα. ~οι: πολίτες.|| ~ο: μέτρο/πολίτευμα/(κοινωνικό) σύστημα. ~ες: διατάξεις. ~ο και αντιδημοκρατικό/αυταρχικό καθεστώς. Πβ. δεσποτ-, καταπιεστ-, τυρανν-ικός. ΑΝΤ. ελεύθερος (1) ● επίρρ.: ανελεύθερα ● ΣΥΜΠΛ.: ανελεύθερη δημοκρατία βλ. δημοκρατία [< αρχ. ἀνελεύθερος, αγγλ. illiberal]
3692ανέλθωβλ. ανέρχομαι
3693ανελικτικός, ή, ό [ἀνελικτικός] α-νε-λι-κτι-κός επίθ. (επίσ.): εξελικτικός. [< μεσν. ανελικτικός, γαλλ. évolutif]
3694ανέλιξη[ἀνέλιξη] α-νέ-λι-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) σταδιακή και συνεχής μετάβαση σε μία ανώτερη (από πλευράς αξίας ή ισχύος) κατάσταση: επιστημονική/οικονομική/πνευματική/τεχνολογική ~. Η ~ της κοινωνίας. (ΛΟΓΟΤ.) Αφηγηματική ~. Η ~ των γεγονότων. Πβ. ανάπτυξη, εξέλιξη.|| Ακαδημαϊκή/αξιοκρατική/επαγγελματική/ιεραρχική/υπηρεσιακή ~. Δυνατότητες/ευκαιρίες/περιθώρια/προοπτικές ~ης. ~ στην εξουσία. Κοιτάζει μόνο την προσωπική του ~. Πβ. αναρρίχηση, άνοδος, προαγωγή. Βλ. αναγνώριση. 2. ΜΑΘ. μαθηματικό μοντέλο που περιγράφει καταστάσεις της καθημερινής ζωής: στοχαστικές ~ίξεις. ~ίξεις διαχύσεως/συνεχούς χρόνου. 3. (σπάν.) ελικοειδής κίνηση. [< μτγν. ἀνέλιξις ‘ξετύλιγμα, ανάπτυξη’, γαλλ. évolution 2: αγγλ. evolution]
3695ανελίσσομαι[ἀνελίσσομαι] α-νε-λίσ-σο-μαι ρ. {ανελί-χθηκε, ανελισσ-όμενος} (λόγ.) 1. αναπτύσσομαι, εξελίσσομαι βαθμιαία και διαρκώς: Η κοινωνία/η τεχνολογία ~εται. Οι πιο γρήγορα ~όμενες εταιρείες. (ΛΟΓΟΤ.) Ιστορίες που ~ονται γραμμικά/παράλληλα.|| ~ επαγγελματικά/ιεραρχικά/κοινωνικά/μισθολογικά/οικονομικά. Κατάφερε να ~χθεί στα αξιώματα/στην εξουσία/στη θέση του διευθυντή. Πβ. αναρριχώμαι, ανεβαίνω, προάγομαι. 2. (σπάν.) κινούμαι ελικοειδώς: Η σπείρα ~εται. [< αρχ. ἀνελίσσομαι ‘ξετυλίγομαι, διευκρινίζομαι, αντιπαραβάλλομαι’, γαλλ. évoluer]
3696ανέλκυση[ἀνέλκυση] α-νέλ-κυ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανελκύω: ~ άγκυρας/αρχαιοτήτων/διχτυών/πλοίου. Επιχείρηση/ράμπα/σχοινί ~ης. Σκάφος ~ύσεων. Πβ. τράβηγμα. ΑΝΤ. καθέλκυση.|| (κατ' επέκτ.) Τεχνολογία ~ης (φορτίων). Μηχανισμοί ~ης για ανάπηρους. [< μτγν. ἀνέλκυσις]
3697ανελκυστήρας[ἀνελκυστήρας] α-νελ-κυ-στή-ρας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ασανσέρ: ηλεκτρικός/μηχανικός/πανοραμικός/συμβατικός ~. ~ εμπορευμάτων/εργοταξίου/μετρό/σκάλας (: για άτομα με κινητικά προβλήματα)/φορτίων. Ο θάλαμος/η θύρα/το φρεάτιο ενός ~α. Ασφάλεια/βλάβη/λειτουργία ~α. Εξωτερικοί/υδραυλικοί ~ες (: που λειτουργούν με ηλεκτροκίνητη αντλία). Συντήρηση/τεχνικός ~ων. Ο ~ ανεβαίνει/κατεβαίνει. Καλώ/χρησιμοποιώ τον ~α. ~ για άτομα με ειδικές ανάγκες. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. ascenseur]
3698ανελκύω[ἀνελκύω] α-νελ-κύ-ω ρ. (μτβ.) {ανελκύ-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος} (επίσ.): φέρνω κάτι στην επιφάνεια (κυρ. της θάλασσας), έλκοντάς το: Εταιρεία ανέλαβε να ~σει το ναυάγιο. Η άτρακτος του αεροσκάφους ~στηκε με γερανό. ~σμένο: σκάφος. Πβ. σέρνω, τραβώ. ΑΝΤ. καθελκύω [< μτγν. ἀνελκύω]
3699ανελλήνιστος, η, ο [ἀνελλήνιστος] α-νελ-λή-νι-στος επίθ. 1. (μειωτ., για πρόσ.) που δεν χρησιμοποιεί σωστά την ελληνική γλώσσα ή κατ' επέκτ. που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική ιστορική και πολιτιστική παράδοση: ~ος: μεταφραστής. Βλ. ανιστόρητος, ανορθόγραφος. 2. (για γλωσσικό στοιχείο) που δεν συμφωνεί με τους κανόνες της ελληνικής γλώσσας (συνήθ. λόγω της ξενικής προέλευσής του): ~οι: τύποι. ~ες: εκφράσεις. ● επίρρ.: ανελλήνιστα [< 2: μτγν. ἀνελλήνιστος]
3700ανελλιπής, ής, ές [ἀνελλιπής] α-νελ-λι-πής επίθ. {ανελλιπ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} ΑΝΤ. ελλιπής 1. που δεν διακόπτεται, συνεχής: ~ής: ενημέρωση/λειτουργία/προσφορά/φοίτηση. Πβ. αδιάκοπος, αδιάλειπτος, ασταμάτητος, διαρκής, συστηματικός, τακτικός. 2. από τον οποίο δεν λείπει κάτι (απαραίτητο). Πβ. επαρκής, ολοκληρωμένος, πλήρης. ● επίρρ.: ανελλιπώς [-ῶς] (λόγ.) [< μτγν. ἀνελλιπής – παλαιότ. ορθογρ. ανελλειπώς]
3701ανέλπιδος, η, ο [ἀνέλπιδος] α-νέλ-πι-δος επίθ. (λογοτ.) 1. που δεν έχει ή δεν δίνει (σε κάποιον) ελπίδες: ~ος: αγώνας/έρωτας. ~η: σχέση. ~ες: προσπάθειες.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο μιας κατάστασης. Πβ. άπελπις, απελπισμένος, μάταιος, φρούδος. ΑΝΤ. ελπιδοφόρος 2. (σπάν.) ανέλπιστος. Πβ. αναπάντεχος, απροσδόκητος, ξαφνικός. ● επίρρ.: ανέλπιδα [< μεσν. ανέλπιδος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.