Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46380-46400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
58819Σισηφειος
45829σισιλιάνικος, η, ο βλ. σικελικόςΣ
45830σισπασιόνσι-σπα-σιόν ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ανάρτηση. [< γαλλ. suspension]
45831σισύφειος, α/ος, ο σι-σύ-φει-ος επίθ. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.): πολύ δύσκολος και ανώφελος, άκαρπος: ~ος: αγώνας. ~α: προσπάθεια. ~ο: έργο. Πβ. μάταιος. [< αρχ. Σισύφειος, αγγλ. sisyphean]
58818Σισυφιος
45832σίταβλ. σήτα
45833σιτάλευροσι-τά-λευ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλεύρι από σιτάρι: πιτυρούχο ~. ~ ολικής άλεσης. Βλ. -άλευρο. [< μεσν. σιτάλευρον]
45834σιταποθήκησι-τα-πο-θή-κη ουσ. (θηλ.): αποθήκη σιταριού και γενικότ. δημητριακών.
45835σιτάρσι-τάρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. έγχορδο ινδικό όργανο με ηχείο και μακριά λαβή που μοιάζει με κιθάρα: ηλεκτρικό ~. Δεξιοτέχνης του ~. Βλ. τάμπλα. [< γαλλ. sitar, διαδόθηκε περ. το 1965]
45836σιταρένιος, α, ο βλ. σταρένιος
45837σιταρήθρασι-τα-ρή-θρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΟΡΝΙΘ. κορυδαλλός.
45838σιτάρισι-τά-ρι ουσ. (ουδ.) {σιταρ-ιού} & (προφ.) στάρι & (επίσ.) σίτος (ο): ΒΟΤ. ετήσιο δημητριακό (επιστ. ονομασ. Triticum sativum) που καλλιεργείται ευρέως για τον σπόρο του· ο ίδιος ο σπόρος που χρησιμοποιείται κυρ. για την παρασκευή αλευριού και προϊόντων διατροφής: μαλακό/σκληρό ~. ~ ολικής αλέσεως. Αποθήκη ~ιού (= σιταποθήκη). Αλέθει/αλωνίζει/θερίζει το ~. Ζυμαρικά/ψωμί από ~. Βλ. αγρωστώδη, ζέα, στάχυ. ● ΦΡ.: ξεχωρίζω/χωρίζω την ήρα από το σ(ι)τάρι βλ. ήρα [< μεσν. σιτάρι, στάρι]
45839σιτάρκειασι-τάρ-κει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επάρκεια σιτηρών για τη διατροφή ενός πληθυσμού: πρόβλημα ~ας σε μια χώρα. ΑΝΤ. σιτοδεία
45840σιταρο- & σιταρό-& σταρο-: α' συνθετικό που αναφέρεται στο σιτάρι: σ(ι)ταρο-χώραφο.|| Σ(ι)ταρό-ψειρα.|| Σ(ι)ταρ-ένιος. Βλ. σιτο-.
45841σιταρόψειρασι-τα-ρό-ψει-ρα ουσ. (θηλ.) (κοινό): ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. μικρό έντομο (επιστ. ονομασ. Sitophilus granarius ή Calandra granaria) με σκούρο χρώμα και μακρύ ρύγχος, που προσβάλλει τους καρπούς του σιταριού. Βλ. μελίγκρα. [< μεσν. σιταρόψειρα]
45842σιτέλαιοσι-τέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): λάδι που παράγεται από την επεξεργασία του φύτρου του σιταριού και χρησιμοποιείται στην κοσμετολογία. Βλ. -έλαιο.
45843σίτεμασί-τε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): μαλάκωμα: το ~ του κρέατος (: ώστε να γίνει τρυφερό).
45844σιτεμπόριοσι-τε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): εμπόριο κυρ. σιτηρών. Βλ. -εμπόριο.
45845σιτέμποροςσι-τέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): έμπορος κυρ. σιταριού. Βλ. -έμπορος. [< μεσν. σιτέμπορος]
45846σιτεύεισι-τεύ-ει ρ. (αμτβ.) {σίτε-ψε, -μένος}: (για ωμό κρέας που) δεν καταναλώνεται για ορισμένο χρονικό διάστημα, ώστε να μαλακώσει και να γίνει πιο νόστιμο: Αφήνετε το κουνέλι στο ψυγείο να ~ψει.σιτεύω (μτφ.-προφ.): φτάνω στη μέση ηλικία: (για πρόσ., συνήθ. ειρων.) Είναι αρκετά ~μένος. Πβ. γερνώ, μεγαλώνω.|| (για κατάσταση) Άσε να ~ψει το πράγμα (: κατασταλάξει). [< αρχ. σιτεύω ‘διατρέφω, προμηθεύω με σιτάρι’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.