σι-τά-ρι ουσ. (ουδ.) {σιταρ-ιού} & (προφ.) στάρι & (επίσ.) σίτος (ο): ΒΟΤ. ετήσιο δημητριακό (επιστ. ονομασ. Triticum sativum) που καλλιεργείται ευρέως για τον σπόρο του· ο ίδιος ο σπόρος που χρησιμοποιείται κυρ. για την παρασκευή αλευριού και προϊόντων διατροφής: μαλακό/σκληρό ~. ~ ολικής αλέσεως. Αποθήκη ~ιού (= σιταποθήκη). Αλέθει/αλωνίζει/θερίζει το ~. Ζυμαρικά/ψωμί από ~. Βλ. αγρωστώδη, ζέα, στάχυ. ● ΦΡ.: ξεχωρίζω/χωρίζω την ήρα από το σ(ι)τάρι βλ. ήρα [< μεσν. σιτάρι, στάρι]
45839
σιτάρκεια
σι-τάρ-κει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επάρκεια σιτηρών για τη διατροφή ενός πληθυσμού: πρόβλημα ~ας σε μια χώρα. ΑΝΤ. σιτοδεία
45840
σιταρο- & σιταρό-
& σταρο-: α' συνθετικό που αναφέρεται στο σιτάρι: σ(ι)ταρο-χώραφο.|| Σ(ι)ταρό-ψειρα.|| Σ(ι)ταρ-ένιος. Βλ. σιτο-.
45841
σιταρόψειρα
σι-τα-ρό-ψει-ρα ουσ. (θηλ.) (κοινό): ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. μικρό έντομο (επιστ. ονομασ. Sitophilus granarius ή Calandra granaria) με σκούρο χρώμα και μακρύ ρύγχος, που προσβάλλει τους καρπούς του σιταριού. Βλ. μελίγκρα. [< μεσν. σιταρόψειρα]
45842
σιτέλαιο
σι-τέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): λάδι που παράγεται από την επεξεργασία του φύτρου του σιταριού και χρησιμοποιείται στην κοσμετολογία. Βλ. -έλαιο.
45843
σίτεμα
σί-τε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): μαλάκωμα: το ~ του κρέατος (: ώστε να γίνει τρυφερό).
σι-τεύ-ει ρ. (αμτβ.) {σίτε-ψε, -μένος}: (για ωμό κρέας που) δεν καταναλώνεται για ορισμένο χρονικό διάστημα, ώστε να μαλακώσει και να γίνει πιο νόστιμο: Αφήνετε το κουνέλι στο ψυγείο να ~ψει. ● σιτεύω (μτφ.-προφ.): φτάνω στη μέση ηλικία: (για πρόσ., συνήθ. ειρων.) Είναι αρκετά ~μένος. Πβ. γερνώ, μεγαλώνω.|| (για κατάσταση) Άσε να ~ψει το πράγμα (: κατασταλάξει). [< αρχ. σιτεύω ‘διατρέφω, προμηθεύω με σιτάρι’]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.