Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [46380-46400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45838σιτάρισι-τά-ρι ουσ. (ουδ.) {σιταρ-ιού} & (προφ.) στάρι & (επίσ.) σίτος (ο): ΒΟΤ. ετήσιο δημητριακό (επιστ. ονομασ. Triticum sativum) που καλλιεργείται ευρέως για τον σπόρο του· ο ίδιος ο σπόρος που χρησιμοποιείται κυρ. για την παρασκευή αλευριού και προϊόντων διατροφής: μαλακό/σκληρό ~. ~ ολικής αλέσεως. Αποθήκη ~ιού (= σιταποθήκη). Αλέθει/αλωνίζει/θερίζει το ~. Ζυμαρικά/ψωμί από ~. Βλ. αγρωστώδη, ζέα, στάχυ. ● ΦΡ.: ξεχωρίζω/χωρίζω την ήρα από το σ(ι)τάρι βλ. ήρα [< μεσν. σιτάρι, στάρι]
45839σιτάρκειασι-τάρ-κει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επάρκεια σιτηρών για τη διατροφή ενός πληθυσμού: πρόβλημα ~ας σε μια χώρα. ΑΝΤ. σιτοδεία
45840σιταρο- & σιταρό-& σταρο-: α' συνθετικό που αναφέρεται στο σιτάρι: σ(ι)ταρο-χώραφο.|| Σ(ι)ταρό-ψειρα.|| Σ(ι)ταρ-ένιος. Βλ. σιτο-.
45841σιταρόψειρασι-τα-ρό-ψει-ρα ουσ. (θηλ.) (κοινό): ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. μικρό έντομο (επιστ. ονομασ. Sitophilus granarius ή Calandra granaria) με σκούρο χρώμα και μακρύ ρύγχος, που προσβάλλει τους καρπούς του σιταριού. Βλ. μελίγκρα. [< μεσν. σιταρόψειρα]
45842σιτέλαιοσι-τέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): λάδι που παράγεται από την επεξεργασία του φύτρου του σιταριού και χρησιμοποιείται στην κοσμετολογία. Βλ. -έλαιο.
45843σίτεμασί-τε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): μαλάκωμα: το ~ του κρέατος (: ώστε να γίνει τρυφερό).
45844σιτεμπόριοσι-τε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): εμπόριο κυρ. σιτηρών. Βλ. -εμπόριο.
45845σιτέμποροςσι-τέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): έμπορος κυρ. σιταριού. Βλ. -έμπορος. [< μεσν. σιτέμπορος]
45846σιτεύεισι-τεύ-ει ρ. (αμτβ.) {σίτε-ψε, -μένος}: (για ωμό κρέας που) δεν καταναλώνεται για ορισμένο χρονικό διάστημα, ώστε να μαλακώσει και να γίνει πιο νόστιμο: Αφήνετε το κουνέλι στο ψυγείο να ~ψει.σιτεύω (μτφ.-προφ.): φτάνω στη μέση ηλικία: (για πρόσ., συνήθ. ειρων.) Είναι αρκετά ~μένος. Πβ. γερνώ, μεγαλώνω.|| (για κατάσταση) Άσε να ~ψει το πράγμα (: κατασταλάξει). [< αρχ. σιτεύω ‘διατρέφω, προμηθεύω με σιτάρι’]
45847σιτευτός, ή, ό σι-τευ-τός επίθ. (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: ο μόσχος ο σιτευτός (ΚΔ): καλοθρεμμένο ζώο που προορίζεται για σφαγή σε ιδιαίτερη περίσταση· (συχνά ειρων.) ό,τι καλύτερο προσφέρει κάποιος ως ένδειξη φιλοξενίας και γενναιοδωρίας: Θα σφάξουμε για χάρη τους τον ~ο τον ~ό. [< αρχ. σιτευτός]
45848σιτηράσι-τη-ρά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. σιτηρό}: ΒΟΤ. δημητριακά: βιολογικά/κτηνοτροφικά (βλ. ζωοτροφή) ~. ~ ολικής αλέσεως. Ανοιξιάτικα/φθινοπωρινά/χειμερινά ~. Παραγωγή σε ~. Άλεση/καλλιέργεια ~ών.|| (ως επίθ.) ~ προϊόντα. Βλ. αγρωστώδη. [< μτγν. τά σιτηρά]
45849σιτηρέσιοσι-τη-ρέ-σι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} (επίσ.): τροφή που παρέχεται σε κάποιον: ημερήσιο/(μη) ισορροπημένο/συμπληρωματικό ~. Το ~ των Ενόπλων Δυνάμεων (πβ. συσσίτιο)/φοιτητών. Κατάρτιση ~ίων ζώων παραγωγής. Βλ. γεύμα, διαιτολόγιο, δια-, ζωο-τροφή. [< μτγν. σιτηρέσιον ‘πληρωμή σε είδος’]
45850σιτίζωσι-τί-ζω ρ. (μτβ.) {σίτι-σα, -στηκα, σιτιζ-όμενος} (επίσ.): δίνω τροφή σε κάποιον: ~ουν απόρους. Ασθενής/βρέφος που ~εται ικανοποιητικά. ~ονται δωρεάν/με δελτίο. ~όμενοι σε συσσίτια. Πβ. (δια)τρέφω, ταΐζω. Βλ. υπερ~, υπο~. ● Παθ.: σιτίζομαι (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): μισθοδοτούμαι, συντηρούμαι οικονομικά, αποκομίζω κέρδος: ~ονται από τον δημόσιο κορβανά/τα κρατικά ταμεία. Πβ. απομυζώ, αρμέγω. [< αρχ. σιτίζω ‘τρέφω’]
45851σιτικός, ή, ό σι-τι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με το σιτάρι ή προέρχεται από αυτό: ~ό: πλεόνασμα. ~ές: ζωοτροφές. [< μτγν. σιτικός]
45852σίτισησί-τι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του σιτίζω: ελλιπής (πβ. υποσιτισμός)/επαρκής/ημερήσια/υπερβολική (πβ. υπερσιτισμός)/υποχρεωτική ~. ~ επισκεπτών/μαθητών. ~ άστεγων δημοτών. ~ και κοινωνική υποστήριξη των προσφύγων. Εντερική ~ (ασθενών). Δωρεάν ~ και στέγαση φοιτητών. Έχουν αναλάβει τη ~ των ζώων.|| (ΑΡΧ., κυρ. για τους ολυμπιονίκες) Ισόβια ~ με δημόσια δαπάνη/στο πρυτανείο. Πβ. (επι)σιτισμός, τροφοδοσία. [< μτγν. σίτησις, σίτισις]
45853σιτισμόςσι-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): σίτιση. Βλ. -ισμός, επι~, παρα~, υπερ~, υπο~. [< μτγν. σιτισμός ‘τροφοδοσία’]
45854σιτιστήςσι-τι-στής ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. στρατιώτης ή υπαξιωματικός υπεύθυνος για τη διαχείριση τροφίμων και ρούχων σε στρατιωτική μονάδα: λοχίας ~. Ειδικότητα ~ή. [< μτγν. σιτιστής ‘αυτός που φροντίζει για την πάχυνση των ζώων’]
45855σιτο- & σιτό- & σιτ- & σίτ-α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στο σιτάρι: σιτ-αποθήκη. Σιτό-χρωμος.|| Σιτ-άλευρο.|| Σιτο-παραγωγός. Σιτ-έμπορος. Βλ. σιταρο-. 2. στην τροφή: σιτ-ισμός. Σίτ-ι-ση.
45856σιτοβολώναςσι-το-βο-λώ-νας ουσ. (αρσ.): χώρα ή περιοχή με μεγάλη παραγωγή σιτηρών. Βλ. -ώνας. [< μτγν. σιτοβολών 'σιταποθήκη', γαλλ. grenier]
45857σιτοδείασι-το-δεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη σιτηρών και κατ' επέκτ. τροφίμων: εποχή ~ας. Καταστροφή της αγροτικής παραγωγής και συνακόλουθη ~. Απειλούνται από τη ~ (πβ. ασιτία, λιμός, πείνα). ΑΝΤ. σιτάρκεια [< αρχ. σιτοδεία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.