Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46400-46420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45847σιτευτός, ή, ό σι-τευ-τός επίθ. (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: ο μόσχος ο σιτευτός (ΚΔ): καλοθρεμμένο ζώο που προορίζεται για σφαγή σε ιδιαίτερη περίσταση· (συχνά ειρων.) ό,τι καλύτερο προσφέρει κάποιος ως ένδειξη φιλοξενίας και γενναιοδωρίας: Θα σφάξουμε για χάρη τους τον ~ο τον ~ό. [< αρχ. σιτευτός]
45848σιτηράσι-τη-ρά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. σιτηρό}: ΒΟΤ. δημητριακά: βιολογικά/κτηνοτροφικά (βλ. ζωοτροφή) ~. ~ ολικής αλέσεως. Ανοιξιάτικα/φθινοπωρινά/χειμερινά ~. Παραγωγή σε ~. Άλεση/καλλιέργεια ~ών.|| (ως επίθ.) ~ προϊόντα. Βλ. αγρωστώδη. [< μτγν. τά σιτηρά]
45849σιτηρέσιοσι-τη-ρέ-σι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} (επίσ.): τροφή που παρέχεται σε κάποιον: ημερήσιο/(μη) ισορροπημένο/συμπληρωματικό ~. Το ~ των Ενόπλων Δυνάμεων (πβ. συσσίτιο)/φοιτητών. Κατάρτιση ~ίων ζώων παραγωγής. Βλ. γεύμα, διαιτολόγιο, δια-, ζωο-τροφή. [< μτγν. σιτηρέσιον ‘πληρωμή σε είδος’]
45850σιτίζωσι-τί-ζω ρ. (μτβ.) {σίτι-σα, -στηκα, σιτιζ-όμενος} (επίσ.): δίνω τροφή σε κάποιον: ~ουν απόρους. Ασθενής/βρέφος που ~εται ικανοποιητικά. ~ονται δωρεάν/με δελτίο. ~όμενοι σε συσσίτια. Πβ. (δια)τρέφω, ταΐζω. Βλ. υπερ~, υπο~. ● Παθ.: σιτίζομαι (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): μισθοδοτούμαι, συντηρούμαι οικονομικά, αποκομίζω κέρδος: ~ονται από τον δημόσιο κορβανά/τα κρατικά ταμεία. Πβ. απομυζώ, αρμέγω. [< αρχ. σιτίζω ‘τρέφω’]
45851σιτικός, ή, ό σι-τι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με το σιτάρι ή προέρχεται από αυτό: ~ό: πλεόνασμα. ~ές: ζωοτροφές. [< μτγν. σιτικός]
45852σίτισησί-τι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του σιτίζω: ελλιπής (πβ. υποσιτισμός)/επαρκής/ημερήσια/υπερβολική (πβ. υπερσιτισμός)/υποχρεωτική ~. ~ επισκεπτών/μαθητών. ~ άστεγων δημοτών. ~ και κοινωνική υποστήριξη των προσφύγων. Εντερική ~ (ασθενών). Δωρεάν ~ και στέγαση φοιτητών. Έχουν αναλάβει τη ~ των ζώων.|| (ΑΡΧ., κυρ. για τους ολυμπιονίκες) Ισόβια ~ με δημόσια δαπάνη/στο πρυτανείο. Πβ. (επι)σιτισμός, τροφοδοσία. [< μτγν. σίτησις, σίτισις]
45853σιτισμόςσι-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): σίτιση. Βλ. -ισμός, επι~, παρα~, υπερ~, υπο~. [< μτγν. σιτισμός ‘τροφοδοσία’]
45854σιτιστήςσι-τι-στής ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. στρατιώτης ή υπαξιωματικός υπεύθυνος για τη διαχείριση τροφίμων και ρούχων σε στρατιωτική μονάδα: λοχίας ~. Ειδικότητα ~ή. [< μτγν. σιτιστής ‘αυτός που φροντίζει για την πάχυνση των ζώων’]
45855σιτο- & σιτό- & σιτ- & σίτ-α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στο σιτάρι: σιτ-αποθήκη. Σιτό-χρωμος.|| Σιτ-άλευρο.|| Σιτο-παραγωγός. Σιτ-έμπορος. Βλ. σιταρο-. 2. στην τροφή: σιτ-ισμός. Σίτ-ι-ση.
45856σιτοβολώναςσι-το-βο-λώ-νας ουσ. (αρσ.): χώρα ή περιοχή με μεγάλη παραγωγή σιτηρών. Βλ. -ώνας. [< μτγν. σιτοβολών 'σιταποθήκη', γαλλ. grenier]
45857σιτοδείασι-το-δεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη σιτηρών και κατ' επέκτ. τροφίμων: εποχή ~ας. Καταστροφή της αγροτικής παραγωγής και συνακόλουθη ~. Απειλούνται από τη ~ (πβ. ασιτία, λιμός, πείνα). ΑΝΤ. σιτάρκεια [< αρχ. σιτοδεία]
45858σιτοκαλλιέργειασι-το-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΡΓ. καλλιέργεια σιτηρών και (συνεκδ., συνήθ στον πληθ.) οι αντίστοιχες εκτάσεις ή τα σιτηρά που καλλιεργούνται σε αυτές: εδάφη κατάλληλα για ~.|| Αθέριστες λωρίδες σε ~ες. Βλ. -καλλιέργεια.
45859σιτοκαλλιεργητήςσι-το-καλ-λι-ερ-γη-τής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): καλλιεργητής σιτηρών.
45860σιτοπαραγωγήσι-το-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.): παραγωγή σιτηρών, κυρ. ετήσια: προστασία της εγχώριας ~ής. Βλ. -παραγωγή.
45861σιτοπαραγωγικός, ή, ό σι-το-πα-ρα-γω-γι-κός επίθ. & (λόγ.) σιτοπαραγωγός, ός, ό: (για τόπο) που παράγει σιτάρι: ~ή: περιοχή. Σιτοπαραγωγός: χώρα. Βλ. -παραγωγικός. ΣΥΝ. σιτοφόρος
45862σιτοπαραγωγόςσι-το-πα-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): καλλιεργητής και έμπορος σιτηρών. Βλ. -παραγωγός1.
45863σίτοςβλ. σιτάρι
45864σιτοστερόλησι-το-στε-ρό-λη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. στερόλη κοινή στα ανώτερα φυτά, η οποία παράγεται από εκχυλίσματα ελαίων σιταριού, βαμβακιού, σόγιας, καλαμποκιού: β(ήτα)-~. Βλ. -όλη, στεροειδή. [< αγγλ. sitosterol, 1898, γαλλ. sitostérol, 1959]
45865σιτοφόρος, α/ος, ο σι-το-φό-ρος επίθ. (λόγ.): (για τόπο) σιτοπαραγωγικός. Βλ. -φόρος. [< μτγν. σιτοφόρος]
45866σιτρονέλασι-τρο-νέ-λα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) κιτρονέλα: ΒΟΤ. αρωματικό φυτό (επιστ. ονομασ. Cymbopogon nardus) που περιέχει αιθέριο έλαιο με μυρωδιά λεμονιού· το ίδιο το αιθέριο έλαιο: κεριά ~ας (: ως εντομοαπωθητικά). ΣΥΝ. λεμονόχορτο. Βλ. αλόη, λεβάντα. [< αγγλ. citronella]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.