Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [46400-46420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45858σιτοκαλλιέργειασι-το-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΡΓ. καλλιέργεια σιτηρών και (συνεκδ., συνήθ στον πληθ.) οι αντίστοιχες εκτάσεις ή τα σιτηρά που καλλιεργούνται σε αυτές: εδάφη κατάλληλα για ~.|| Αθέριστες λωρίδες σε ~ες. Βλ. -καλλιέργεια.
45859σιτοκαλλιεργητήςσι-το-καλ-λι-ερ-γη-τής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): καλλιεργητής σιτηρών.
45860σιτοπαραγωγήσι-το-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.): παραγωγή σιτηρών, κυρ. ετήσια: προστασία της εγχώριας ~ής. Βλ. -παραγωγή.
45861σιτοπαραγωγικός, ή, ό σι-το-πα-ρα-γω-γι-κός επίθ. & (λόγ.) σιτοπαραγωγός, ός, ό: (για τόπο) που παράγει σιτάρι: ~ή: περιοχή. Σιτοπαραγωγός: χώρα. Βλ. -παραγωγικός. ΣΥΝ. σιτοφόρος
45862σιτοπαραγωγόςσι-το-πα-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): καλλιεργητής και έμπορος σιτηρών. Βλ. -παραγωγός1.
45863σίτοςβλ. σιτάρι
45864σιτοστερόλησι-το-στε-ρό-λη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. στερόλη κοινή στα ανώτερα φυτά, η οποία παράγεται από εκχυλίσματα ελαίων σιταριού, βαμβακιού, σόγιας, καλαμποκιού: β(ήτα)-~. Βλ. -όλη, στεροειδή. [< αγγλ. sitosterol, 1898, γαλλ. sitostérol, 1959]
45865σιτοφόρος, α/ος, ο σι-το-φό-ρος επίθ. (λόγ.): (για τόπο) σιτοπαραγωγικός. Βλ. -φόρος. [< μτγν. σιτοφόρος]
45866σιτρονέλασι-τρο-νέ-λα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) κιτρονέλα: ΒΟΤ. αρωματικό φυτό (επιστ. ονομασ. Cymbopogon nardus) που περιέχει αιθέριο έλαιο με μυρωδιά λεμονιού· το ίδιο το αιθέριο έλαιο: κεριά ~ας (: ως εντομοαπωθητικά). ΣΥΝ. λεμονόχορτο. Βλ. αλόη, λεβάντα. [< αγγλ. citronella]
45867σιφινιέραβλ. σιφονιέρα
45868σιφόνσι-φόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. είδος λεπτού και γυαλιστερού υφάσματος: μεταξωτό ~. Τουαλέτες από μουσελίνα και ~.|| (ως επίθ.) Αέρινο ~ φόρεμα. Βλ. σατέν. 2. φιάλη, ερμητικά κλειστή, που περιέχει αεριούχο ποτό ή άλλο παρασκεύασμα και είναι εφοδιασμένη με πώμα και μοχλό, για να το εκτοξεύει: ~ σαντιγί/σόδας. ΣΥΝ. σιφόνι (2) [< 1: γαλλ. chiffon 2: γαλλ. siphon]
45869σιφόνισι-φό-νι ουσ. (ουδ.) {σιφον-ιού} 1. ΤΕΧΝΟΛ. & σιφώνι: σωλήνας σχήματος S που τοποθετείται κυρ. σε είδη υγιεινής, για να ελέγχει την απορροή των υγρών και να εμποδίζει τη δυσοσμία: ~ νεροχύτη/νιπτήρα/πλυντηρίου. ~ια δαπέδου. Βούλωσε το ~ της λεκάνης/τουαλέτας. ΣΥΝ. σιφούνι (2) 2. σιφόν. [< μτγν. σιφώνιον, γαλλ. siphon]
45870σιφονιέρασι-φο-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) σιφινιέρα: μικρό έπιπλο με πολλά συρτάρια για ασπρόρουχα και λευκά είδη, κυρ. σε κρεβατοκάμαρες: ~-συρταριέρα. ~ με καθρέφτη. Πβ. κομό. Βλ. -ιέρα. [< γαλλ. chiffonnier]
45871σίφουναςσί-φου-νας ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) όποιος ή ό,τι κινείται με μεγάλη ταχύτητα και ακάθεκτη ορμή, προκαλώντας αναστάτωση: Έφυγε/ήρθε/όρμησε σαν ~. Μπήκε σαν ~ στη ζωή της/στο σπίτι. Πέρασε σαν ~ από ... (: συνήθ. για ομάδα που νίκησε θριαμβευτικά). 2. ΜΕΤΕΩΡ. ανεμοστρόβιλος και κατ' επέκτ. κάθε δυνατός και ορμητικός άνεμος: θαλάσσιοι ~ες. Πβ. σίφωνας. [< αρχ. σίφων]
58805Σιφουνας
45872σιφούνισι-φού-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (παλαιότ.) αυλάκι από το οποίο πέφτει το νερό που κινεί τη φτερωτή του νερόμυλου. 2. σιφόνι. [< μεσν. σιφούνιον 'είδος αγωγού']
45873σιφτουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. (σε πληκτρολόγιο ηλεκτρονικού υπολογιστή) πλήκτρο που κυρ. μεταβάλλει τη λειτουργία άλλων πλήκτρων, όταν πατηθεί σε συνδυασμό με αυτά: αλτ και ~. [< αγγλ. shift (key)]
45874σίφωναςσί-φω-νας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) σίφων 1. ΜΕΤΕΩΡ. εξαιρετικά βίαιη και επικίνδυνη στροβιλιζόμενη στήλη αέρα που προβάλλει συνήθ. από καταιγιδοφόρο νέφος και οφείλεται σε μεγάλη ατμοσφαιρική αστάθεια: θαλάσσιος ~. ~ ξηράς. Πβ. ανεμοστρόβιλος, σίφουνας. 2. ΤΕΧΝΟΛ. σιφόνι. 3. ΖΩΟΛ. (στα μαλάκια) όργανο που μοιάζει με σωλήνα, με το οποίο απορροφάται ή αποβάλλεται νερό. [< αρχ. σίφων ‘σιφόνι’, σημ. 1, γαλλ. siphon]
45875σιφώνιβλ. σιφόνι
45876σιφώνιοσι-φώ-νι-ο ουσ. (ουδ.): πιπέτα: βαθμονομημένο ~. ~ εκροής/μέτρησης. Πβ. προχοΐδα. [< μτγν. σιφώνιον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.