| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45877 | σιχ | ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. | συνήθ. στον πληθ.} (κ. με κεφαλ. Σ): ΘΡΗΣΚ. οπαδός του σιχισμού. [< αγγλ.-γαλλ. Sikh] | |
| 45878 | σιχαίνομαι | σι-χαί-νο-μαι ρ. (μτβ.) {σιχά-θηκα, -θώ}: νιώθω έντονη αηδία ή αντιπάθεια για κάποιον ή κάτι: ~ τα ποντίκια. Πβ. αηδιάζω.|| ~εται να χάνει/το πρωινό ξύπνημα/τα ψέματα! Σε ~! ~θηκα τον εαυτό μου/τη ζωή μου. Τους έχει ~θεί η ψυχή μου. ~θηκα το διάβασμα (: βαρέθηκα, κουράστηκα, μπούχτισα)! ΣΥΝ. απεχθάνομαι, αποστρέφομαι ΑΝΤ. συμπαθώ (1) ● ΦΡ.: σιχαίνομαι/απεχθάνομαι/βαριέμαι κάποιον/κάτι σαν τις αμαρτίες μου βλ. αμαρτία ● βλ. σιχαμένος [< μεσν. σιχαίνομαι] | |
| 45879 | σίχαμα | σί-χα-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): όποιος ή ό,τι προξενεί αηδία: σκέτο ~. ~ της κοινωνίας. Tι ~ είναι αυτός ο άνθρωπος! (= σιχαμερός). Πβ. ξέρασμα. Βλ. σιχαμάρα, σιχασιά. | |
| 45880 | σιχαμάρα | σι-χα-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) & σιχαμός: αηδία, αποστροφή: Αποτραβήχτηκαν με ~. Πβ. απέχθεια, βδελυγμία. Βλ. αναγούλα.|| (συνεκδ.) Είναι μια ~ και μισή (= ένα σίχαμα). ΣΥΝ. σιχασιά [<μεσν. σιχαμός] | |
| 45881 | σιχαμένος | , η, ο σι-χα-μέ-νος επίθ. (προφ.-μειωτ.): σιχαμερός: ~η: κοινωνία/συνήθεια. ~ο: πλάσμα/υποκείμενο. ~α: σκουλήκια. Πβ. αηδιαστ-, αποκρουστ-ικός, βδελυρός.|| (υβριστ.) Φύγε από 'δω, ~ε! ● βλ. σιχαίνομαι | |
| 45882 | σιχαμερός | , ή, ό σι-χα-με-ρός επίθ. (προφ.-μειωτ.): που προκαλεί σιχαμάρα, αηδία: ~ός: άνθρωπος. ~ή: εικόνα/πόλη. ~ό: περιβάλλον/πλάσμα/σκουλήκι/τέρας. ~ και γλοιώδης τύπος. Πβ. αηδιαστ-, αποκρουστ-ικός, βδελυρός.|| (υβριστ.) Έξω, ~οί! Βλ. -ερός. ΣΥΝ. σιχαμένος ● επίρρ.: σιχαμερά [<μεσν. σιχαμερός] | |
| 45883 | σιχασιά | σι-χα-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): σιχαμάρα: Τον κοίταξε με ~. Πβ. αηδία. [<μεσν. σιχασιά] | |
| 45884 | σιχασιάρης | , α, ικο σι-χα-σιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.): (για πρόσ.) που αηδιάζει εύκολα. Βλ. -ιάρης. [<μεσν. σιχασιάρης, 1617] | |
| 45885 | σιχισμός | σι-χι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. μονοθεϊστική θρησκεία της Ινδίας που ιδρύθηκε περ. το 1500 και απορρίπτει τις ινδουιστικές κάστες και την ειδωλολατρία. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. sikhism] | |
| 45886 | σιχτίρ | σι-χτίρ επιφών. {άκλ.} & σιχτίρι: στη ● ΦΡ.: άι σιχτίρ (υβριστ.): για να εκφραστεί έντονη αποδοκιμασία και αγανάκτηση: ~ ~ πια, φεύγω. Βλ. άι στα κομμάτια!|| (ως ουσ.) Φαντάζομαι τι σιχτίρια άκουσε! [< τουρκ. siktir] | |
| 45887 | σιχτιρίζω | σι-χτι-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {σιχτίρι-σα, -σμένος} (λαϊκό): βρίζω και ειδικότ. διαολοστέλνω: Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και τον ~σα! ● ΦΡ.: βλαστημώ/καταριέμαι/σιχτιρίζω την ώρα και τη στιγμή που ... βλ. βλαστημώ | |
| 45888 | σιχτίρισμα | σι-χτί-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): βρίσιμο, βρισίδι: Άκουσε/του έριξε ένα ~. | |
| 45889 | σιωνισμός | σι-ω-νι-σμός ουσ. (αρσ.): πολιτικό κίνημα που στόχευε στην ίδρυση και έπειτα στην εδραίωση εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη· (κατ' επέκτ., αρνητ. συνυποδ.) εβραϊκός εθνικισμός. Βλ. αντι~, -ισμός. [< γαλλ. sionisme, 1886] | |
| 45890 | σιωνιστής | σι-ω-νι-στής επίθ./ουσ. {σπανιότ. θηλ. σιωνίστρια}: οπαδός του σιωνισμού. Βλ. αντι~. [< γαλλ. sioniste] | |
| 45891 | σιωνιστικός | , ή, ό σι-ω-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον σιωνισμό και τους σιωνιστές: ~ό: κίνημα. Βλ. αντι~, σημιτικός. [< γαλλ. sioniste] | |
| 45892 | σιωπή | σι-ω-πή ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση κατά την οποία δεν ακούγονται ομιλίες ή θόρυβοι· (στον πληθ.) τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα: απέραντη/ατέλειωτη/βαθιά ~. Η ~ του βυθού/της νύχτας/της φύσης (πβ. ησυχία, σιγαλιά). Στιγμές/ώρες ~ής. Έγινε/έπεσε ~. Επικρατεί απόλυτη ~. Μέσα στη ~. Πβ. σιγή.|| Οι παύσεις και οι ~ές της ταινίας. Φιλμ διαλόγων και ~ών. 2. (κατ' επέκτ.) η στάση του ανθρώπου που δεν θέλει ή δεν μπορεί να εκφράσει την άποψή του, να απαντήσει ή να αντιδράσει σε κάτι: αδικαιολόγητη/αμήχανη/απρόσμενη/γαλήνια/ένοχη/ενοχλητική/επιβεβλημένη/ηχηρή/θλιβερή/θλιμμένη/περίεργη/πολύσημη/συνειδητή/υποκριτική ~. Η ~ της ντροπής/του τρόμου. Κύκλος/πέπλο/στάση/τείχος ~ής. Το δικαίωμα/σπάσιμο της ~ής. Τηρεί ~ για το θέμα/την υπόθεση. Επέλεξε τη ~. Καταδικάστηκε/κρύβεται στη ~. Προτίμησα την εύγλωττη ~. Μετά την παρέμβασή του, ακολούθησε ~ αμηχανίας. Αντιμετώπισε το ζήτημα με παγερή ~. Εξαγόρασαν τη ~ μας (: για μάρτυρες ή θύματα). Η ~ είναι συνενοχή.|| Ύστερα από μακρά ~ (= αδράνεια, αποχή) ... ● ΣΥΜΠΛ.: (η) συνωμοσία (της) σιωπής: συμφωνία ανάμεσα στα μέλη μιας ομάδας προσώπων να συγκαλύψουν κάτι, αποσιωπώντας το: Εξυφαίνεται μια ~ ~. ~ ~ καλύπτει το φιάσκο. [< γαλλ. la conspiration du silence] , ο νόμος της σιωπής (μτφ.): όταν συγκαλύπτεται κάτι μεμπτό, παράνομο: ο άγραφος ~ ~ και της εκδίκησης. Επικρατεί/σπάει ~ ~. Έχει επιβληθεί ~ ~ για ορισμένα θέματα-ταμπού. Πβ. ομερτά. [< γαλλ. la loi du silence] , εκκωφαντική σιωπή βλ. εκκωφαντικός, η γλώσσα της σιωπής βλ. γλώσσα, νεκρική σιγή/σιωπή βλ. νεκρικός ● ΦΡ.: άκρα (του τάφου) σιωπή (μτφ.): απόλυτη ησυχία: ~ ~ βασιλεύει στην περιοχή. Στην αίθουσα επικρατούσε ~ ~. Τηρείται ~ ~ (για κάτι)., η σιωπή είναι χρυσός (παροιμ.): (σε ορισμένες περιπτώσεις) η σιωπή είναι πολύτιμη: ~ ~, ιδίως όταν δεν έχεις τίποτα καινούργιο να πεις. ΣΥΝ. τα πολλά λόγια είναι φτώχεια [< γαλλ. le silence est d'or] , η σιωπή μου προς απάντησή σου (προφ.): απαξιώ, δεν καταδέχομαι να σου απαντήσω., λύνω τη σιωπή μου: αποφασίζω να μιλήσω έπειτα από αρκετό χρονικό διάστημα, συνήθ. για να αποκαλύψω κάτι: Έλυσε ~ του και απάντησε στις κατηγορίες., σιωπή! (ως προσταγή): μη μιλάς, πάψε: ~ εσύ/παρακαλώ! ~, τώρα μιλάω εγώ. Πβ. σουτ, τσιμουδιά. , (κρατά/τηρεί) αιδήμονα σιωπή(ν)/σιγή(ν) βλ. αιδήμων [< αρχ. σιωπή, αγγλ.-γαλλ. silence] | |
| 45893 | σιωπηλός | , ή, ό σιω-πη-λός επίθ. 1. (κυρ. για πρόσ.) που δεν μιλά ή δεν θορυβεί· για μέρος όπου δεν ακούγονται ομιλίες ή θόρυβοι: ~ός: ακροατής/παρατηρητής. ~ή: παρουσία/συνοδεία. Ακούω/κάθομαι/παρακολουθώ/(παρα)μένω ~ (βλ. απόμακρος, συγκρατημένος). ΣΥΝ. σιωπηρός. Πβ. αμίλητος, βουβός.|| ~ός: δρόμος (ΑΝΤ. πολύβουος). ~ή: αίθουσα/λίμνη. Πβ. ήσυχος. 2. (μτφ.) που γίνεται ή εκδηλώνεται χωρίς θόρυβο ή αναστάτωση: ~ός: θρήνος/πόνος. ~ή: αγωνία/διαμαρτυρία/πορεία (ΑΝΤ. θορυβώδης)/προσευχή (πβ. νοερή). ~ό: δράμα/έγκλημα/ύφος. (κατ' επέκτ.) ~ή: νόσος (= ασυμπτωματική, υποκλινική· πβ. ύπουλος).|| (ειδικότ., προφ.) Έχω το κινητό στο ~ό (= αθόρυβο). Βλ. σίγαση. 3. που αναφέρεται στη σιωπή, ως απροθυμία ή αδυναμία κάποιου να εκφραστεί· (για κάτι) που δηλώνεται μέσω αυτής: ~ή: στάση. Παθητικοί και ~οί θεατές.|| ~ή: ανοχή/έγκριση/στήριξη/συμφωνία. Πβ. σιωπηρός. Βλ. -ηλός. ● επίρρ.: σιωπηλά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: σιωπηλή/σιωπηρή γνώση: που είναι δύσκολο να μεταδοθεί μέσω του προφορικού ή γραπτού λόγου· πρακτική γνώση. [< αγγλ. tacit knowledge] , σιωπηρή/σιωπηλή πλειοψηφία βλ. πλειοψηφία [< αρχ. σιωπηλός, γαλλ. silencieux, αγγλ. silent] | |
| 45894 | σιωπηλότητα | σι-ω-πη-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σιωπηλού. Πβ. σιωπηρότητα. Βλ. -ότητα. | |
| 45895 | σιωπηρός | , ή, ό σιω-πη-ρός επίθ. 1. σιωπηλός: (για πρόσ.) ~ός: παρατηρητής. ΑΝΤ. φλύαρος.|| (μτφ.) ~ός: πόλεμος (βλ. ακήρυχτος). ~ή: ανάγνωση (ΑΝΤ. μεγαλόφωνη)/διαμαρτυρία/πορεία. 2. που δεν εκφράζεται ρητά, που ισχύει χωρίς να δηλώνεται επίσημα: ~ός: όρος (: σε σύμβαση). ~ή: ανοχή/αποδοχή/καταγγελία/ομολογία/παράταση/συμφωνία/(ΑΘΛ.) τιμωρία (: για παραγκωνισμό αθλητή ή διαιτητή)/υποστήριξη. ~ό: συμβόλαιο. Βλ. -ηρός. ● επίρρ.: σιωπηρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] Πβ. ex silentio. ● ΣΥΜΠΛ.: σιωπηλή/σιωπηρή γνώση βλ. σιωπηλός, σιωπηρή/σιωπηλή πλειοψηφία βλ. πλειοψηφία [< αρχ. σιωπηρός, γαλλ. tacite] | |
| 45896 | σιωπηρότητα | σι-ω-πη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σιωπηρού. Πβ. σιωπηλότητα. Βλ. -ότητα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ