Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46420-46440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45867σιφινιέραβλ. σιφονιέρα
45868σιφόνσι-φόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. είδος λεπτού και γυαλιστερού υφάσματος: μεταξωτό ~. Τουαλέτες από μουσελίνα και ~.|| (ως επίθ.) Αέρινο ~ φόρεμα. Βλ. σατέν. 2. φιάλη, ερμητικά κλειστή, που περιέχει αεριούχο ποτό ή άλλο παρασκεύασμα και είναι εφοδιασμένη με πώμα και μοχλό, για να το εκτοξεύει: ~ σαντιγί/σόδας. ΣΥΝ. σιφόνι (2) [< 1: γαλλ. chiffon 2: γαλλ. siphon]
45869σιφόνισι-φό-νι ουσ. (ουδ.) {σιφον-ιού} 1. ΤΕΧΝΟΛ. & σιφώνι: σωλήνας σχήματος S που τοποθετείται κυρ. σε είδη υγιεινής, για να ελέγχει την απορροή των υγρών και να εμποδίζει τη δυσοσμία: ~ νεροχύτη/νιπτήρα/πλυντηρίου. ~ια δαπέδου. Βούλωσε το ~ της λεκάνης/τουαλέτας. ΣΥΝ. σιφούνι (2) 2. σιφόν. [< μτγν. σιφώνιον, γαλλ. siphon]
45870σιφονιέρασι-φο-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) σιφινιέρα: μικρό έπιπλο με πολλά συρτάρια για ασπρόρουχα και λευκά είδη, κυρ. σε κρεβατοκάμαρες: ~-συρταριέρα. ~ με καθρέφτη. Πβ. κομό. Βλ. -ιέρα. [< γαλλ. chiffonnier]
45871σίφουναςσί-φου-νας ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) όποιος ή ό,τι κινείται με μεγάλη ταχύτητα και ακάθεκτη ορμή, προκαλώντας αναστάτωση: Έφυγε/ήρθε/όρμησε σαν ~. Μπήκε σαν ~ στη ζωή της/στο σπίτι. Πέρασε σαν ~ από ... (: συνήθ. για ομάδα που νίκησε θριαμβευτικά). 2. ΜΕΤΕΩΡ. ανεμοστρόβιλος και κατ' επέκτ. κάθε δυνατός και ορμητικός άνεμος: θαλάσσιοι ~ες. Πβ. σίφωνας. [< αρχ. σίφων]
58805Σιφουνας
45872σιφούνισι-φού-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (παλαιότ.) αυλάκι από το οποίο πέφτει το νερό που κινεί τη φτερωτή του νερόμυλου. 2. σιφόνι. [< μεσν. σιφούνιον 'είδος αγωγού']
45873σιφτουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. (σε πληκτρολόγιο ηλεκτρονικού υπολογιστή) πλήκτρο που κυρ. μεταβάλλει τη λειτουργία άλλων πλήκτρων, όταν πατηθεί σε συνδυασμό με αυτά: αλτ και ~. [< αγγλ. shift (key)]
45874σίφωναςσί-φω-νας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) σίφων 1. ΜΕΤΕΩΡ. εξαιρετικά βίαιη και επικίνδυνη στροβιλιζόμενη στήλη αέρα που προβάλλει συνήθ. από καταιγιδοφόρο νέφος και οφείλεται σε μεγάλη ατμοσφαιρική αστάθεια: θαλάσσιος ~. ~ ξηράς. Πβ. ανεμοστρόβιλος, σίφουνας. 2. ΤΕΧΝΟΛ. σιφόνι. 3. ΖΩΟΛ. (στα μαλάκια) όργανο που μοιάζει με σωλήνα, με το οποίο απορροφάται ή αποβάλλεται νερό. [< αρχ. σίφων ‘σιφόνι’, σημ. 1, γαλλ. siphon]
45875σιφώνιβλ. σιφόνι
45876σιφώνιοσι-φώ-νι-ο ουσ. (ουδ.): πιπέτα: βαθμονομημένο ~. ~ εκροής/μέτρησης. Πβ. προχοΐδα. [< μτγν. σιφώνιον]
45877σιχουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. | συνήθ. στον πληθ.} (κ. με κεφαλ. Σ): ΘΡΗΣΚ. οπαδός του σιχισμού. [< αγγλ.-γαλλ. Sikh]
45878σιχαίνομαισι-χαί-νο-μαι ρ. (μτβ.) {σιχά-θηκα, -θώ}: νιώθω έντονη αηδία ή αντιπάθεια για κάποιον ή κάτι: ~ τα ποντίκια. Πβ. αηδιάζω.|| ~εται να χάνει/το πρωινό ξύπνημα/τα ψέματα! Σε ~! ~θηκα τον εαυτό μου/τη ζωή μου. Τους έχει ~θεί η ψυχή μου. ~θηκα το διάβασμα (: βαρέθηκα, κουράστηκα, μπούχτισα)! ΣΥΝ. απεχθάνομαι, αποστρέφομαι ΑΝΤ. συμπαθώ (1) ● ΦΡ.: σιχαίνομαι/απεχθάνομαι/βαριέμαι κάποιον/κάτι σαν τις αμαρτίες μου βλ. αμαρτία ● βλ. σιχαμένος [< μεσν. σιχαίνομαι]
45879σίχαμασί-χα-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): όποιος ή ό,τι προξενεί αηδία: σκέτο ~. ~ της κοινωνίας. Tι ~ είναι αυτός ο άνθρωπος! (= σιχαμερός). Πβ. ξέρασμα. Βλ. σιχαμάρα, σιχασιά.
45880σιχαμάρασι-χα-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) & σιχαμός: αηδία, αποστροφή: Αποτραβήχτηκαν με ~. Πβ. απέχθεια, βδελυγμία. Βλ. αναγούλα.|| (συνεκδ.) Είναι μια ~ και μισή (= ένα σίχαμα). ΣΥΝ. σιχασιά [<μεσν. σιχαμός]
45881σιχαμένος, η, ο σι-χα-μέ-νος επίθ. (προφ.-μειωτ.): σιχαμερός: ~η: κοινωνία/συνήθεια. ~ο: πλάσμα/υποκείμενο. ~α: σκουλήκια. Πβ. αηδιαστ-, αποκρουστ-ικός, βδελυρός.|| (υβριστ.) Φύγε από 'δω, ~ε! ● βλ. σιχαίνομαι
45882σιχαμερός, ή, ό σι-χα-με-ρός επίθ. (προφ.-μειωτ.): που προκαλεί σιχαμάρα, αηδία: ~ός: άνθρωπος. ~ή: εικόνα/πόλη. ~ό: περιβάλλον/πλάσμα/σκουλήκι/τέρας. ~ και γλοιώδης τύπος. Πβ. αηδιαστ-, αποκρουστ-ικός, βδελυρός.|| (υβριστ.) Έξω, ~οί! Βλ. -ερός. ΣΥΝ. σιχαμένος ● επίρρ.: σιχαμερά [<μεσν. σιχαμερός]
45883σιχασιάσι-χα-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): σιχαμάρα: Τον κοίταξε με ~. Πβ. αηδία. [<μεσν. σιχασιά]
45884σιχασιάρης, α, ικο σι-χα-σιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.): (για πρόσ.) που αηδιάζει εύκολα. Βλ. -ιάρης. [<μεσν. σιχασιάρης, 1617]
45885σιχισμόςσι-χι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. μονοθεϊστική θρησκεία της Ινδίας που ιδρύθηκε περ. το 1500 και απορρίπτει τις ινδουιστικές κάστες και την ειδωλολατρία. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. sikhism]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.