Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [46440-46460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45897σιωπητήριοσι-ω-πη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. ηχογραφημένο συνήθ. σάλπισμα σε καθορισμένη νυχτερινή ώρα, με το οποίο επιβάλλεται, σε όσους στρατιώτες δεν βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία, η κατάκλιση και η απόλυτη ησυχία στους θαλάμους τους: Χτύπησε ~. ΑΝΤ. εγερτήριο.|| (μτφ., για επιβολή σιωπής) Πολιτικό ~. Έπεσε/σήμανε ~ στα κόμματα.
46228ΣΚ.Ο.Ε.(η): Σκοπευτική Ομοσπονδία Ελλάδος.
45899σκαουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. λαϊκή μουσική τζαμαϊκανής προέλευσης, με επιρροές από τη φολκ, τη τζαζ και την μπλουζ. Βλ. αρ εν μπι, ρέγκε. [< αμερικ. ska, 1964, γαλλ. ~, 1980]
45900σκάβωσκά-βω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσκα-ψα, σκά-φτηκε (λόγ.) -φθηκε, -μμένος, σκάβ-οντας} & (λόγ.) σκάπτω 1. (για αρδευτικές, αρχαιολογικές, οικοδομικές, χωματουργικές ή άλλου είδους εργασίες) δημιουργώ κοιλότητες ή ανοίγω δίοδο στο έδαφος ή άλλη σκληρή επιφάνεια: ~ ένα αυλάκι/τα θεμέλια μιας οικοδομής/έναν λάκκο/μια τάφρο/ένα χαντάκι. ~ με εκσκαφέα/κομπρεσέρ. ~ουν για αρχαία/πετρέλαιο. ~ψαν σήραγγα/τούνελ (πβ. διανοίγω). Η μπουλντόζα έχει ~ψει σε βάθος ... μέτρων. ~φτηκε όλος ο δρόμος, για να τοποθετηθούν σωλήνες. Πβ. κατα~.|| (μτφ.) ~μμένο από τα χρόνια μέτωπο/πρόσωπο (: γερασμένο, τσακισμένο). 2. αναστρέφω, ανακατεύω το χώμα, για να καλλιεργήσω, φυτέψω κάτι: ~ τον κήπο/το χωράφι. ~ με αξίνα/κασμά/τσάπα/φτυάρι. Πβ. σκαλίζω. ● ΦΡ.: όποιος σκάβει το(ν) λάκκο του άλλου/αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα βλ. λάκκος, σκάβω/ανοίγω τον λάκκο (κάποιου) βλ. λάκκος [< αρχ. σκάπτω]
45901σκάγισκά-γι ουσ. (ουδ.): στρογγυλό και λείο βλήμα σε φυσίγγιο κυνηγετικού όπλου: Τραυματίστηκαν από ~ια. ● ΦΡ.: με πήραν τα σκάγια (μτφ.-προφ.): θεωρήθηκα υπαίτιος για κάτι, χωρίς να φταίω. Πβ. με παίρνει η μπάλα. [< βεν. scagia]
45902σκάζωβλ. σκάω
45903σκαθάρισκα-θά-ρι ουσ. (ουδ.) (κοινό) 1. ΖΩΟΛ. κάθε έντομο της τάξης των κολεόπτερων: κόκκινο/ρυγχωτό (= ρυγχοφόρος) ~. Πβ. κανθαρίδα, σκαραβαίος. ΣΥΝ. κάνθαρος (2) 2. ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (επιστ. ονομασ. Spondyliosoma cantharus) που μοιάζει με πέρκα και ζει κυρ. στη Μεσόγειο. Βλ. μελανούρι, σαργός, σπάρος. 3. (προφ., για αυτοκίνητο) σκαραβαίος. ΣΥΝ. κατσαριδάκι (1) ● Υποκ.: σκαθαράκι (το) [< μεσν. σκανθάριον 3: αγγλ. beetle, 1946]
45904σκαιός, ά, ό σκαι-ός επίθ. {κ. θηλ. σκαιή} (απαιτ. λεξιλόγ.): βάναυσος, προσβλητικός: ~ά: μεταχείριση/συμπεριφορά. ~ό: ύφος. Του επιτέθηκε με ~ό τρόπο. Πβ. αγενής, ανάλγητος, σκληρός, στυγνός. ΑΝΤ. αβρός, ευγενής (1), ευπροσήγορος, ήπιος (1), μειλίχιος, προσηνής ● επίρρ.: σκαιώς [-ῶς] [< αρχ. σκαιός]
45905σκαιότητασκαι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): τραχύτητα, βαναυσότητα: Συμπεριφέρθηκε με ~. Πβ. αναλγησία, σκληρότητα. Βλ. -ότητα. [< αρχ. σκαιότης]
45906σκάιπσκά-ιπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. εφαρμογή που επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ χρηστών, κυρ. τις βιντεοκλήσεις μέσω ίντερνετ σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. συνομιλία μέσω ~. Βλ. εμ ες εν. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. skype, 2003 < sky + pe(er-to-peer)]
45907σκάκισκά-κι ουσ. (ουδ.) {σκακ-ιού}: επιτραπέζιο παιχνίδι και άθλημα για δύο παίκτες, οι οποίοι μετακινούν δεκαέξι πιόνια πάνω σε πίνακα με εξηντατέσσερα τετραγωνάκια, ακολουθώντας συγκεκριμένους κανόνες, με σκοπό να αιχμαλωτίσουν τον αντίπαλο βασιλιά· ειδικότ. η σκακιέρα: γρήγορο/τυφλό ~. Πρωτάθλημα/τουρνουά ~ιού. Παίζω ~. Παρτίδα ~. Καλλιτεχνικό/κινέζικο ~ (: παραλλαγές του ~ιού). Ρολόι για ~. Βλ. αξιωματικός, βασίλισσα, ματ, ρουά, σαχ.|| Χειροποίητο ~. ΣΥΝ. ζατρίκιο [< ιταλ. (gioco degli) scacchi]
45908σκακιέρασκα-κιέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ο τετράγωνος πίνακας του σκακιού: ηλεκτρονική/ξύλινη ~. Τοποθετώ τα πιόνια στη ~. Πβ. άβακας. Βλ. -ιέρα. 2. (μτφ.) πεδίο διαμάχης και ανταγωνισμού, στο οποίο αντιτίθενται πολλές δυνάμεις και συμφέροντα, για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων: διεθνής/διπλωματική/πολιτική/τουριστική/τραπεζική ~. Κινήσεις στη ~ των εξελίξεων/συνεργασιών. Πβ. κονίστρα, στίβος. [< ιταλ. scacchiera]
45909σκακιστήςσκα-κι-στής ουσ. (αρσ.) , σκακίστρια (η): παίκτης του σκακιού, κυρ. άτομο που ασχολείται με αυτό συστηματικά ή ως αθλητής: δεινός/επαγγελματίας/ερασιτέχνης/μεγάλος ~.
45910σκακιστικός, ή, ό σκα-κι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο σκάκι: ~ός: αγώνας/όρος/σύλλογος. ~ή: κίνηση/Ολυμπιάδα/παρτίδα. ~ό: τουρνουά.
45911σκάλασκά-λα ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο από οριζόντιες επάλληλες βαθμίδες που χρησιμοποιούνται, για να μετακινηθεί κάποιος προς υψηλότερο ή χαμηλότερο σημείο· κάθε παρόμοια φορητή κατασκευή: απότομη/ελικοειδής/εξωτερική/εσωτερική/ευθύγραμμη/κατακόρυφη/κυκλική/λίθινη/μαρμάρινη/ξύλινη/στενή/φαρδιά ~. ~ ανόδου/εισόδου/καθόδου/κινδύνου/πρόσβασης (σε κάτι). Η κορυφή/η κουπαστή/το πλατύσκαλο της ~ας. ~ που καταλήγει/οδηγεί στον εξώστη/στην ταράτσα/στο υπόγειο. ~ που συνδέει το ισόγειο με τον πρώτο όροφο. Ανεβαίνω/κατεβαίνω τις ~ες. Έπεσε από τη/κατρακύλησε στη ~.|| (ειδικότ., τα σκαλιά:) Στις ~ες της οδού ...|| Κρεμαστή/πτυσσόμενη/σχοινένια (πβ. σκαλιέρα) ~. ~ αεροπλάνου. Ανοξείδωτη ~ για σκάφος. ~ ακουμπισμένη/στηριγμένη σε δέντρο/τοίχο. Πήρα τη ~ και ανέβηκα στο πατάρι. Πβ. κλίμακα. Βλ. ανεμόσκαλα. 2. (μτφ.) ανοδική συνήθ. πορεία, δρόμος που οδηγεί στην επίτευξη ορισμένου στόχου: η ~ της επιτυχίας/καταξίωσης. Αναρριχήθηκε γρήγορα στη ~ της ιεραρχίας. || Η ~ του κακού. 3. (μτφ.-προφ.) επίπεδο διαβάθμισης: (σε συσκευή, εξάρτημα) χαμηλή/μεσαία/υψηλή ~. Η ~ των προβολέων/φώτων (του αυτοκινήτου). ~ες ρύθμισης (θερμοκρασίας).|| (σε αξιολόγηση) Ήταν πολλές ~ες ανώτερή του. Πβ. σκαλί. 4. (μτφ.) οτιδήποτε μοιάζει με σειρά από σκαλoπάτια: μαλλιά χτενισμένα σε ~ες.|| (κυρ. στην Κύπρο) ~ες γης. Πβ. πεζούλα. 5. ΜΟΥΣ. (προφ.) κλίμακα. Βλ. οκτάβα. 6. αποβάθρα· κατ' επέκτ. λιμάνι και ειδικότ. προσωρινός σταθμός πλοίου, πριν φτάσει στον τελικό του προορισμό: ~ες εκφόρτωσης. Βλ. ιχθυόσκαλα. ● Υποκ.: σκαλίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: κυλιόμενες σκάλες/κλίμακες βλ. κυλιόμενος [< μτγν. σκάλα, γαλλ. escalier, αγγλ. scale 6: μεσν. σκάλα]
45912σκαλάθυρμασκα-λά-θυρ-μα ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): λογοτεχνικό ή επιστημονικό κείμενο μικρής αξίας: στιχουργικό ~. [< πβ. αρχ. σκαλαθυρμάτιον 'ασήμαντο πράγμα', μεσν. σκαλαθύρματα]
45913σκαλέτασκα-λέ-τα ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΟΡ. θεματική δομή τηλεοπτικής εκπομπής. [< ιταλ. scaletta]
45914σκαληνός, ή, ό σκα-λη-νός επίθ. (επιστ.): κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: σκαληνό τρίγωνο: ΓΕΩΜ. που οι πλευρές του είναι άνισες. ΣΥΝ. ανισοσκελές τρίγωνο. Βλ. ισοσκελής., σκαληνοί μύες: ΑΝΑΤ. μυϊκή ομάδα αποτελούμενη από τρία ζεύγη μυών που ελέγχουν κυρ. την κίνηση του λαιμού. [< γαλλ. muscles scalènes ] [< αρχ. σκαληνός, γαλλ. scalène, αγγλ. scalene]
45915σκαλίσκα-λί ουσ. (ουδ.) {σκαλ-ιού | -ιών} ΣΥΝ. σκαλοπάτι 1. καθένα από τα οριζόντια και διαδοχικά τμήματα σκάλας: τα ~ιά της εισόδου/πόρτας. Ανεβαίνω/κατεβαίνω δυο-δυο τα ~ιά. Σκόνταψε στα ~ιά. Πβ. αναβαθμός, βαθμίδα. Βλ. κεφαλό-, πλατύ-σκαλο. 2. (μτφ.) κάθε εξελικτικό στάδιο σε μια πορεία ή ιεραρχία: τα ~ιά της δόξας/εξουσίας/επιτυχίας. Βρίσκεται/έφτασε στο τελευταίο ~. Βλ. βήμα, φάση. ● Υποκ.: σκαλάκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: το πιο ψηλό/το κορυφαίο σκαλί (μτφ.): η πρώτη θέση: Ανέβηκε στο ~ ~ του βάθρου (: πήρε το χρυσό μετάλλιο). Στο ~ ~ της Ευρώπης. ● ΦΡ.: σκαλί-σκαλί (μτφ.): βαθμιαία, σταδιακά, κλιμακωτά: Ανέβηκε ~ ~ (σ)την ιεραρχία. Πβ. βήμα-βήμα., ανεβαίνω τα σκαλιά της εκκλησίας βλ. εκκλησία, μετράω τα σκαλιά/σκαλοπάτια βλ. μετρώ [< μεσν. σκαλί(ν)]
45917σκαλίζωσκα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {σκάλι-σα, σκαλί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, σκαλίζ-οντας} 1. σκάβω ελαφρά, επιφανειακά, κυρ. με μυτερό εργαλείο: ~ το έδαφος/τον κήπο/το χώμα/το χωράφι. ~σε τα λουλούδια/παρτέρια.|| (ειδικότ.) ~ τα κάρβουνα/τη στάχτη/τη φωτιά.|| (μτφ.-προφ.) ~ει τη μύτη του (: την καθαρίζει, ξύνει). 2. χαράσσω σκληρή επιφάνεια (κυρ. ξύλο, μέταλλο, πέτρα, μάρμαρο), φιλοτεχνώντας συνήθ. ανάγλυφη παράσταση: Επίγραμμα που έχουν ~σει πάνω σε τάφο. Κούκλες/μαριονέτες που ~στηκαν στο χέρι. ~σμένα: αγάλματα/σύμβολα. Εκκλησάκι που έχει ~στεί μέσα σε βράχο. Πβ. γλύφω, λαξεύω, σμιλεύω. 3. (μτφ.-προφ.) αναμοχλεύω, ανακινώ, ερευνώ: ~ τη μνήμη μου. Τι πας και ~εις τα παλιά; Μη ~εις το παρελθόν/τις πληγές/την υπόθεση. Δεν ~ την προσωπική ζωή κανενός. Πβ. ανασκαλεύω, ξε~. Βλ. πολυ~. 4. (μτφ.-προφ.) ψάχνω, ψαχουλεύω: ~ τα συρτάρια. ~σε το αρχείο/τα γραφτά του.|| Όσο και να ~, δεν βρίσκω τίποτα. 5. (μτφ.-προφ.) πειράζω συσκευή, μηχανισμό: ~ει το κινητό της. Πβ. περιεργάζομαι. ● ΦΡ.: τα σκαλίζω (μτφ.-προφ.): ψάχνω: Μην ~ ~εις μετά από τόσο καιρό. Όσο ~ ~ είναι χειρότερα. [< μτγν. σκαλίζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.