Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46440-46460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45886σιχτίρσι-χτίρ επιφών. {άκλ.} & σιχτίρι: στη ● ΦΡ.: άι σιχτίρ (υβριστ.): για να εκφραστεί έντονη αποδοκιμασία και αγανάκτηση: ~ ~ πια, φεύγω. Βλ. άι στα κομμάτια!|| (ως ουσ.) Φαντάζομαι τι σιχτίρια άκουσε! [< τουρκ. siktir]
45887σιχτιρίζωσι-χτι-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {σιχτίρι-σα, -σμένος} (λαϊκό): βρίζω και ειδικότ. διαολοστέλνω: Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και τον ~σα! ● ΦΡ.: βλαστημώ/καταριέμαι/σιχτιρίζω την ώρα και τη στιγμή που ... βλ. βλαστημώ
45888σιχτίρισμασι-χτί-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): βρίσιμο, βρισίδι: Άκουσε/του έριξε ένα ~.
45889σιωνισμόςσι-ω-νι-σμός ουσ. (αρσ.): πολιτικό κίνημα που στόχευε στην ίδρυση και έπειτα στην εδραίωση εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη· (κατ' επέκτ., αρνητ. συνυποδ.) εβραϊκός εθνικισμός. Βλ. αντι~, -ισμός. [< γαλλ. sionisme, 1886]
45890σιωνιστήςσι-ω-νι-στής επίθ./ουσ. {σπανιότ. θηλ. σιωνίστρια}: οπαδός του σιωνισμού. Βλ. αντι~. [< γαλλ. sioniste]
45891σιωνιστικός, ή, ό σι-ω-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον σιωνισμό και τους σιωνιστές: ~ό: κίνημα. Βλ. αντι~, σημιτικός. [< γαλλ. sioniste]
45892σιωπή

σι-ω-πή ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση κατά την οποία δεν ακούγονται ομιλίες ή θόρυβοι· (στον πληθ.) τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα: απέραντη/ατέλειωτη/βαθιά ~. Η ~ του βυθού/της νύχτας/της φύσης (πβ. ησυχία, σιγαλιά). Στιγμές/ώρες ~ής. Έγινε/έπεσε ~. Επικρατεί απόλυτη ~. Μέσα στη ~. Πβ. σιγή.|| Οι παύσεις και οι ~ές της ταινίας. Φιλμ διαλόγων και ~ών. 2. (κατ' επέκτ.) η στάση του ανθρώπου που δεν θέλει ή δεν μπορεί να εκφράσει την άποψή του, να απαντήσει ή να αντιδράσει σε κάτι: αδικαιολόγητη/αμήχανη/απρόσμενη/γαλήνια/ένοχη/ενοχλητική/επιβεβλημένη/ηχηρή/θλιβερή/θλιμμένη/περίεργη/πολύσημη/συνειδητή/υποκριτική ~. Η ~ της ντροπής/του τρόμου. Κύκλος/πέπλο/στάση/τείχος ~ής. Το δικαίωμα/σπάσιμο της ~ής. Τηρεί ~ για το θέμα/την υπόθεση. Επέλεξε τη ~. Καταδικάστηκε/κρύβεται στη ~. Προτίμησα την εύγλωττη ~. Μετά την παρέμβασή του, ακολούθησε ~ αμηχανίας. Αντιμετώπισε το ζήτημα με παγερή ~. Εξαγόρασαν τη ~ μας (: για μάρτυρες ή θύματα). Η ~ είναι συνενοχή.|| Ύστερα από μακρά ~ (= αδράνεια, αποχή) ... ● ΣΥΜΠΛ.: (η) συνωμοσία (της) σιωπής: συμφωνία ανάμεσα στα μέλη μιας ομάδας προσώπων να συγκαλύψουν κάτι, αποσιωπώντας το: Εξυφαίνεται μια ~ ~. ~ ~ καλύπτει το φιάσκο. [< γαλλ. la conspiration du silence] , ο νόμος της σιωπής (μτφ.): όταν συγκαλύπτεται κάτι μεμπτό, παράνομο: ο άγραφος ~ ~ και της εκδίκησης. Επικρατεί/σπάει ~ ~. Έχει επιβληθεί ~ ~ για ορισμένα θέματα-ταμπού. Πβ. ομερτά. [< γαλλ. la loi du silence] , εκκωφαντική σιωπή βλ. εκκωφαντικός, η γλώσσα της σιωπής βλ. γλώσσα, νεκρική σιγή/σιωπή βλ. νεκρικός ● ΦΡ.: άκρα (του τάφου) σιωπή (μτφ.): απόλυτη ησυχία: ~ ~ βασιλεύει στην περιοχή. Στην αίθουσα επικρατούσε ~ ~. Τηρείται ~ ~ (για κάτι)., η σιωπή είναι χρυσός (παροιμ.): (σε ορισμένες περιπτώσεις) η σιωπή είναι πολύτιμη: ~ ~, ιδίως όταν δεν έχεις τίποτα καινούργιο να πεις. ΣΥΝ. τα πολλά λόγια είναι φτώχεια [< γαλλ. le silence est d'or] , η σιωπή μου προς απάντησή σου (προφ.): απαξιώ, δεν καταδέχομαι να σου απαντήσω., λύνω τη σιωπή μου: αποφασίζω να μιλήσω έπειτα από αρκετό χρονικό διάστημα, συνήθ. για να αποκαλύψω κάτι: Έλυσε ~ του και απάντησε στις κατηγορίες., σιωπή! (ως προσταγή): μη μιλάς, πάψε: ~ εσύ/παρακαλώ! ~, τώρα μιλάω εγώ. Πβ. σουτ, τσιμουδιά. , (κρατά/τηρεί) αιδήμονα σιωπή(ν)/σιγή(ν) βλ. αιδήμων [< αρχ. σιωπή, αγγλ.-γαλλ. silence]

45893σιωπηλός, ή, ό σιω-πη-λός επίθ. 1. (κυρ. για πρόσ.) που δεν μιλά ή δεν θορυβεί· για μέρος όπου δεν ακούγονται ομιλίες ή θόρυβοι: ~ός: ακροατής/παρατηρητής. ~ή: παρουσία/συνοδεία. Ακούω/κάθομαι/παρακολουθώ/(παρα)μένω ~ (βλ. απόμακρος, συγκρατημένος). ΣΥΝ. σιωπηρός. Πβ. αμίλητος, βουβός.|| ~ός: δρόμος (ΑΝΤ. πολύβουος). ~ή: αίθουσα/λίμνη. Πβ. ήσυχος. 2. (μτφ.) που γίνεται ή εκδηλώνεται χωρίς θόρυβο ή αναστάτωση: ~ός: θρήνος/πόνος. ~ή: αγωνία/διαμαρτυρία/πορεία (ΑΝΤ. θορυβώδης)/προσευχή (πβ. νοερή). ~ό: δράμα/έγκλημα/ύφος. (κατ' επέκτ.) ~ή: νόσος (= ασυμπτωματική, υποκλινική· πβ. ύπουλος).|| (ειδικότ., προφ.) Έχω το κινητό στο ~ό (= αθόρυβο). Βλ. σίγαση. 3. που αναφέρεται στη σιωπή, ως απροθυμία ή αδυναμία κάποιου να εκφραστεί· (για κάτι) που δηλώνεται μέσω αυτής: ~ή: στάση. Παθητικοί και ~οί θεατές.|| ~ή: ανοχή/έγκριση/στήριξη/συμφωνία. Πβ. σιωπηρός. Βλ. -ηλός. ● επίρρ.: σιωπηλά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: σιωπηλή/σιωπηρή γνώση: που είναι δύσκολο να μεταδοθεί μέσω του προφορικού ή γραπτού λόγου· πρακτική γνώση. [< αγγλ. tacit knowledge] , σιωπηρή/σιωπηλή πλειοψηφία βλ. πλειοψηφία [< αρχ. σιωπηλός, γαλλ. silencieux, αγγλ. silent]
45894σιωπηλότητασι-ω-πη-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σιωπηλού. Πβ. σιωπηρότητα. Βλ. -ότητα.
45895σιωπηρός, ή, ό σιω-πη-ρός επίθ. 1. σιωπηλός: (για πρόσ.) ~ός: παρατηρητής. ΑΝΤ. φλύαρος.|| (μτφ.) ~ός: πόλεμος (βλ. ακήρυχτος). ~ή: ανάγνωση (ΑΝΤ. μεγαλόφωνη)/διαμαρτυρία/πορεία. 2. που δεν εκφράζεται ρητά, που ισχύει χωρίς να δηλώνεται επίσημα: ~ός: όρος (: σε σύμβαση). ~ή: ανοχή/αποδοχή/καταγγελία/ομολογία/παράταση/συμφωνία/(ΑΘΛ.) τιμωρία (: για παραγκωνισμό αθλητή ή διαιτητή)/υποστήριξη. ~ό: συμβόλαιο. Βλ. -ηρός. ● επίρρ.: σιωπηρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] Πβ. ex silentio. ● ΣΥΜΠΛ.: σιωπηλή/σιωπηρή γνώση βλ. σιωπηλός, σιωπηρή/σιωπηλή πλειοψηφία βλ. πλειοψηφία [< αρχ. σιωπηρός, γαλλ. tacite]
45896σιωπηρότητασι-ω-πη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σιωπηρού. Πβ. σιωπηλότητα. Βλ. -ότητα.
45897σιωπητήριοσι-ω-πη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. ηχογραφημένο συνήθ. σάλπισμα σε καθορισμένη νυχτερινή ώρα, με το οποίο επιβάλλεται, σε όσους στρατιώτες δεν βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία, η κατάκλιση και η απόλυτη ησυχία στους θαλάμους τους: Χτύπησε ~. ΑΝΤ. εγερτήριο.|| (μτφ., για επιβολή σιωπής) Πολιτικό ~. Έπεσε/σήμανε ~ στα κόμματα.
46228ΣΚ.Ο.Ε.(η): Σκοπευτική Ομοσπονδία Ελλάδος.
45899σκαουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. λαϊκή μουσική τζαμαϊκανής προέλευσης, με επιρροές από τη φολκ, τη τζαζ και την μπλουζ. Βλ. αρ εν μπι, ρέγκε. [< αμερικ. ska, 1964, γαλλ. ~, 1980]
45900σκάβωσκά-βω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έσκα-ψα, σκά-φτηκε (λόγ.) -φθηκε, -μμένος, σκάβ-οντας} & (λόγ.) σκάπτω 1. (για αρδευτικές, αρχαιολογικές, οικοδομικές, χωματουργικές ή άλλου είδους εργασίες) δημιουργώ κοιλότητες ή ανοίγω δίοδο στο έδαφος ή άλλη σκληρή επιφάνεια: ~ ένα αυλάκι/τα θεμέλια μιας οικοδομής/έναν λάκκο/μια τάφρο/ένα χαντάκι. ~ με εκσκαφέα/κομπρεσέρ. ~ουν για αρχαία/πετρέλαιο. ~ψαν σήραγγα/τούνελ (πβ. διανοίγω). Η μπουλντόζα έχει ~ψει σε βάθος ... μέτρων. ~φτηκε όλος ο δρόμος, για να τοποθετηθούν σωλήνες. Πβ. κατα~.|| (μτφ.) ~μμένο από τα χρόνια μέτωπο/πρόσωπο (: γερασμένο, τσακισμένο). 2. αναστρέφω, ανακατεύω το χώμα, για να καλλιεργήσω, φυτέψω κάτι: ~ τον κήπο/το χωράφι. ~ με αξίνα/κασμά/τσάπα/φτυάρι. Πβ. σκαλίζω. ● ΦΡ.: όποιος σκάβει το(ν) λάκκο του άλλου/αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα βλ. λάκκος, σκάβω/ανοίγω τον λάκκο (κάποιου) βλ. λάκκος [< αρχ. σκάπτω]
45901σκάγισκά-γι ουσ. (ουδ.): στρογγυλό και λείο βλήμα σε φυσίγγιο κυνηγετικού όπλου: Τραυματίστηκαν από ~ια. ● ΦΡ.: με πήραν τα σκάγια (μτφ.-προφ.): θεωρήθηκα υπαίτιος για κάτι, χωρίς να φταίω. Πβ. με παίρνει η μπάλα. [< βεν. scagia]
45902σκάζωβλ. σκάω
45903σκαθάρισκα-θά-ρι ουσ. (ουδ.) (κοινό) 1. ΖΩΟΛ. κάθε έντομο της τάξης των κολεόπτερων: κόκκινο/ρυγχωτό (= ρυγχοφόρος) ~. Πβ. κανθαρίδα, σκαραβαίος. ΣΥΝ. κάνθαρος (2) 2. ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (επιστ. ονομασ. Spondyliosoma cantharus) που μοιάζει με πέρκα και ζει κυρ. στη Μεσόγειο. Βλ. μελανούρι, σαργός, σπάρος. 3. (προφ., για αυτοκίνητο) σκαραβαίος. ΣΥΝ. κατσαριδάκι (1) ● Υποκ.: σκαθαράκι (το) [< μεσν. σκανθάριον 3: αγγλ. beetle, 1946]
45904σκαιός, ά, ό σκαι-ός επίθ. {κ. θηλ. σκαιή} (απαιτ. λεξιλόγ.): βάναυσος, προσβλητικός: ~ά: μεταχείριση/συμπεριφορά. ~ό: ύφος. Του επιτέθηκε με ~ό τρόπο. Πβ. αγενής, ανάλγητος, σκληρός, στυγνός. ΑΝΤ. αβρός, ευγενής (1), ευπροσήγορος, ήπιος (1), μειλίχιος, προσηνής ● επίρρ.: σκαιώς [-ῶς] [< αρχ. σκαιός]
45905σκαιότητασκαι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): τραχύτητα, βαναυσότητα: Συμπεριφέρθηκε με ~. Πβ. αναλγησία, σκληρότητα. Βλ. -ότητα. [< αρχ. σκαιότης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.