| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45906 | σκάιπ | σκά-ιπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. εφαρμογή που επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ χρηστών, κυρ. τις βιντεοκλήσεις μέσω ίντερνετ σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. συνομιλία μέσω ~. Βλ. εμ ες εν. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. skype, 2003 < sky + pe(er-to-peer)] | |
| 45907 | σκάκι | σκά-κι ουσ. (ουδ.) {σκακ-ιού}: επιτραπέζιο παιχνίδι και άθλημα για δύο παίκτες, οι οποίοι μετακινούν δεκαέξι πιόνια πάνω σε πίνακα με εξηντατέσσερα τετραγωνάκια, ακολουθώντας συγκεκριμένους κανόνες, με σκοπό να αιχμαλωτίσουν τον αντίπαλο βασιλιά· ειδικότ. η σκακιέρα: γρήγορο/τυφλό ~. Πρωτάθλημα/τουρνουά ~ιού. Παίζω ~. Παρτίδα ~. Καλλιτεχνικό/κινέζικο ~ (: παραλλαγές του ~ιού). Ρολόι για ~. Βλ. αξιωματικός, βασίλισσα, ματ, ρουά, σαχ.|| Χειροποίητο ~. ΣΥΝ. ζατρίκιο [< ιταλ. (gioco degli) scacchi] | |
| 45908 | σκακιέρα | σκα-κιέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ο τετράγωνος πίνακας του σκακιού: ηλεκτρονική/ξύλινη ~. Τοποθετώ τα πιόνια στη ~. Πβ. άβακας. Βλ. -ιέρα. 2. (μτφ.) πεδίο διαμάχης και ανταγωνισμού, στο οποίο αντιτίθενται πολλές δυνάμεις και συμφέροντα, για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων: διεθνής/διπλωματική/πολιτική/τουριστική/τραπεζική ~. Κινήσεις στη ~ των εξελίξεων/συνεργασιών. Πβ. κονίστρα, στίβος. [< ιταλ. scacchiera] | |
| 45909 | σκακιστής | σκα-κι-στής ουσ. (αρσ.) , σκακίστρια (η): παίκτης του σκακιού, κυρ. άτομο που ασχολείται με αυτό συστηματικά ή ως αθλητής: δεινός/επαγγελματίας/ερασιτέχνης/μεγάλος ~. | |
| 45910 | σκακιστικός | , ή, ό σκα-κι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στο σκάκι: ~ός: αγώνας/όρος/σύλλογος. ~ή: κίνηση/Ολυμπιάδα/παρτίδα. ~ό: τουρνουά. | |
| 45911 | σκάλα | σκά-λα ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο από οριζόντιες επάλληλες βαθμίδες που χρησιμοποιούνται, για να μετακινηθεί κάποιος προς υψηλότερο ή χαμηλότερο σημείο· κάθε παρόμοια φορητή κατασκευή: απότομη/ελικοειδής/εξωτερική/εσωτερική/ευθύγραμμη/κατακόρυφη/κυκλική/λίθινη/μαρμάρινη/ξύλινη/στενή/φαρδιά ~. ~ ανόδου/εισόδου/καθόδου/κινδύνου/πρόσβασης (σε κάτι). Η κορυφή/η κουπαστή/το πλατύσκαλο της ~ας. ~ που καταλήγει/οδηγεί στον εξώστη/στην ταράτσα/στο υπόγειο. ~ που συνδέει το ισόγειο με τον πρώτο όροφο. Ανεβαίνω/κατεβαίνω τις ~ες. Έπεσε από τη/κατρακύλησε στη ~.|| (ειδικότ., τα σκαλιά:) Στις ~ες της οδού ...|| Κρεμαστή/πτυσσόμενη/σχοινένια (πβ. σκαλιέρα) ~. ~ αεροπλάνου. Ανοξείδωτη ~ για σκάφος. ~ ακουμπισμένη/στηριγμένη σε δέντρο/τοίχο. Πήρα τη ~ και ανέβηκα στο πατάρι. Πβ. κλίμακα. Βλ. ανεμόσκαλα. 2. (μτφ.) ανοδική συνήθ. πορεία, δρόμος που οδηγεί στην επίτευξη ορισμένου στόχου: η ~ της επιτυχίας/καταξίωσης. Αναρριχήθηκε γρήγορα στη ~ της ιεραρχίας. || Η ~ του κακού. 3. (μτφ.-προφ.) επίπεδο διαβάθμισης: (σε συσκευή, εξάρτημα) χαμηλή/μεσαία/υψηλή ~. Η ~ των προβολέων/φώτων (του αυτοκινήτου). ~ες ρύθμισης (θερμοκρασίας).|| (σε αξιολόγηση) Ήταν πολλές ~ες ανώτερή του. Πβ. σκαλί. 4. (μτφ.) οτιδήποτε μοιάζει με σειρά από σκαλoπάτια: μαλλιά χτενισμένα σε ~ες.|| (κυρ. στην Κύπρο) ~ες γης. Πβ. πεζούλα. 5. ΜΟΥΣ. (προφ.) κλίμακα. Βλ. οκτάβα. 6. αποβάθρα· κατ' επέκτ. λιμάνι και ειδικότ. προσωρινός σταθμός πλοίου, πριν φτάσει στον τελικό του προορισμό: ~ες εκφόρτωσης. Βλ. ιχθυόσκαλα. ● Υποκ.: σκαλίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: κυλιόμενες σκάλες/κλίμακες βλ. κυλιόμενος [< μτγν. σκάλα, γαλλ. escalier, αγγλ. scale 6: μεσν. σκάλα] | |
| 45912 | σκαλάθυρμα | σκα-λά-θυρ-μα ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): λογοτεχνικό ή επιστημονικό κείμενο μικρής αξίας: στιχουργικό ~. [< πβ. αρχ. σκαλαθυρμάτιον 'ασήμαντο πράγμα', μεσν. σκαλαθύρματα] | |
| 45913 | σκαλέτα | σκα-λέ-τα ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΟΡ. θεματική δομή τηλεοπτικής εκπομπής. [< ιταλ. scaletta] | |
| 45914 | σκαληνός | , ή, ό σκα-λη-νός επίθ. (επιστ.): κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: σκαληνό τρίγωνο: ΓΕΩΜ. που οι πλευρές του είναι άνισες. ΣΥΝ. ανισοσκελές τρίγωνο. Βλ. ισοσκελής., σκαληνοί μύες: ΑΝΑΤ. μυϊκή ομάδα αποτελούμενη από τρία ζεύγη μυών που ελέγχουν κυρ. την κίνηση του λαιμού. [< γαλλ. muscles scalènes ] [< αρχ. σκαληνός, γαλλ. scalène, αγγλ. scalene] | |
| 45915 | σκαλί | σκα-λί ουσ. (ουδ.) {σκαλ-ιού | -ιών} ΣΥΝ. σκαλοπάτι 1. καθένα από τα οριζόντια και διαδοχικά τμήματα σκάλας: τα ~ιά της εισόδου/πόρτας. Ανεβαίνω/κατεβαίνω δυο-δυο τα ~ιά. Σκόνταψε στα ~ιά. Πβ. αναβαθμός, βαθμίδα. Βλ. κεφαλό-, πλατύ-σκαλο. 2. (μτφ.) κάθε εξελικτικό στάδιο σε μια πορεία ή ιεραρχία: τα ~ιά της δόξας/εξουσίας/επιτυχίας. Βρίσκεται/έφτασε στο τελευταίο ~. Βλ. βήμα, φάση. ● Υποκ.: σκαλάκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: το πιο ψηλό/το κορυφαίο σκαλί (μτφ.): η πρώτη θέση: Ανέβηκε στο ~ ~ του βάθρου (: πήρε το χρυσό μετάλλιο). Στο ~ ~ της Ευρώπης. ● ΦΡ.: σκαλί-σκαλί (μτφ.): βαθμιαία, σταδιακά, κλιμακωτά: Ανέβηκε ~ ~ (σ)την ιεραρχία. Πβ. βήμα-βήμα., ανεβαίνω τα σκαλιά της εκκλησίας βλ. εκκλησία, μετράω τα σκαλιά/σκαλοπάτια βλ. μετρώ [< μεσν. σκαλί(ν)] | |
| 45917 | σκαλίζω | σκα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {σκάλι-σα, σκαλί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, σκαλίζ-οντας} 1. σκάβω ελαφρά, επιφανειακά, κυρ. με μυτερό εργαλείο: ~ το έδαφος/τον κήπο/το χώμα/το χωράφι. ~σε τα λουλούδια/παρτέρια.|| (ειδικότ.) ~ τα κάρβουνα/τη στάχτη/τη φωτιά.|| (μτφ.-προφ.) ~ει τη μύτη του (: την καθαρίζει, ξύνει). 2. χαράσσω σκληρή επιφάνεια (κυρ. ξύλο, μέταλλο, πέτρα, μάρμαρο), φιλοτεχνώντας συνήθ. ανάγλυφη παράσταση: Επίγραμμα που έχουν ~σει πάνω σε τάφο. Κούκλες/μαριονέτες που ~στηκαν στο χέρι. ~σμένα: αγάλματα/σύμβολα. Εκκλησάκι που έχει ~στεί μέσα σε βράχο. Πβ. γλύφω, λαξεύω, σμιλεύω. 3. (μτφ.-προφ.) αναμοχλεύω, ανακινώ, ερευνώ: ~ τη μνήμη μου. Τι πας και ~εις τα παλιά; Μη ~εις το παρελθόν/τις πληγές/την υπόθεση. Δεν ~ την προσωπική ζωή κανενός. Πβ. ανασκαλεύω, ξε~. Βλ. πολυ~. 4. (μτφ.-προφ.) ψάχνω, ψαχουλεύω: ~ τα συρτάρια. ~σε το αρχείο/τα γραφτά του.|| Όσο και να ~, δεν βρίσκω τίποτα. 5. (μτφ.-προφ.) πειράζω συσκευή, μηχανισμό: ~ει το κινητό της. Πβ. περιεργάζομαι. ● ΦΡ.: τα σκαλίζω (μτφ.-προφ.): ψάχνω: Μην ~ ~εις μετά από τόσο καιρό. Όσο ~ ~ είναι χειρότερα. [< μτγν. σκαλίζω] | |
| 45918 | σκάλισμα | σκά-λι-σμα ουσ. (ουδ.) {σκαλίσμ-ατος | -ατα}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκαλίζω: ~ του εδάφους. Ελαφρύ ~ και πότισμα. Πβ. σκάψιμο.|| Ανάγλυφο/χειροποίητο ~. ~ του ξύλου/της πέτρας. Γύψινα/περίτεχνα ~ατα. Πβ. λάξευση, πελέκημα, σμίλεμα, χάραξη.|| (μτφ.) ~ του παρελθόντος/της υπόθεσης. Πβ. ανα-κίνηση, -μόχλευση. [< μεσν. σκάλισμα] | |
| 45919 | σκαλιστήρι | σκα-λι-στή-ρι ουσ. (ουδ.): κηπουρικό εργαλείο για το σκάλισμα του χώματος: ~ χειρός. Μηχανικά ~ια. Βλ. κασμάς, κλαδευ-, ποτισ-τήρι, σβάρνα, σκαπάνη, τσάπα, τσουγκράνα. [< μεσν. σκαλιστήρι(ον)] | |
| 45920 | σκαλιστής | σκα-λι-στής ουσ. (αρσ.): τεχνίτης που σκαλίζει σκληρά υλικά, δημιουργώντας ανάγλυφες παραστάσεις: ~ μαρμάρου/πέτρας. ~ές επίπλων. Πβ. μαρμαρο-, ξυλο-γλύπτης, χαράκτης. | |
| 45921 | σκαλιστικός | , ή, ό σκα-λι-στι-κός επίθ.: που χρειάζεται σκάλισμα ή γενικότ. σχετίζεται με αυτό: ~ές: καλλιέργειες. ~ά: φυτά.|| ~ά: εργαλεία/μηχανήματα. | |
| 45922 | σκαλιστός | , ή, ό σκα-λι-στός επίθ.: (για σκληρό υλικό) στο οποίο έχουν σκαλιστεί διακοσμητικά σχέδια ή παραστάσεις: ~ός: θρόνος/καθρέφτης/σταυρός/τάφος. ~ή: πέτρα. ~ό: ταβάνι/τέμπλο/τζάκι. ~ές: κορνίζες/πόρτες. ~ά: έπιπλα. ΣΥΝ. σκαλισμένος. Πβ. γλυπτός, λαξευτός, σμιλευτός, χαρακτός. | |
| 45923 | σκαλμός | σκαλ-μός ουσ. (αρσ.) & σκαρμός: ΝΑΥΤ. ξύλινος ή μεταλλικός πάσσαλος που τοποθετείται κάθετα στην κουπαστή βάρκας και στο άκρο του δένεται το κουπί: ~ λέμβου. [< αρχ. σκαλμός, μεσν. σκαρμός] | |
| 45924 | σκαλοπάτι | σκα-λο-πά-τι ουσ. (ουδ.): σκαλί. ● Υποκ.: σκαλοπατάκι (το) ● ΦΡ.: μετράω τα σκαλιά/σκαλοπάτια βλ. μετρώ, τα ψηλά σκαλοπάτια βλ. ψηλός | |
| 45925 | σκαλοπίνια | σκα-λο-πί-νια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. σκαλοπίνι}: ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό από λεπτές φέτες φιλέτου, συνήθ. κρέατος, που είτε πανάρονται με αβγό και γαλέτα και τηγανίζονται είτε ψήνονται στην κατσαρόλα με γλυκό κρασί και κρέμα: ~ με λιαστή ντομάτα/ρύζι/σάλτσα. ~ μοσχαρίσια/χοιρινά. Πβ. εσκαλόπ. [< ιταλ. scaloppine] | |
| 45926 | σκαλπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το τριχωτό μέρος του κρανίου, που έκοβαν κυρ. οι Ινδιάνοι από τα κεφάλια των εχθρών τους και το κρατούσαν ως τρόπαιο νίκης. || (μτφ.) Του πήρε το ~ (: τον νίκησε κατά κράτος, τον κατατρόπωσε). [< αγγλ. scalp] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ