Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [46460-46480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45918σκάλισμασκά-λι-σμα ουσ. (ουδ.) {σκαλίσμ-ατος | -ατα}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκαλίζω: ~ του εδάφους. Ελαφρύ ~ και πότισμα. Πβ. σκάψιμο.|| Ανάγλυφο/χειροποίητο ~. ~ του ξύλου/της πέτρας. Γύψινα/περίτεχνα ~ατα. Πβ. λάξευση, πελέκημα, σμίλεμα, χάραξη.|| (μτφ.) ~ του παρελθόντος/της υπόθεσης. Πβ. ανα-κίνηση, -μόχλευση. [< μεσν. σκάλισμα]
45919σκαλιστήρισκα-λι-στή-ρι ουσ. (ουδ.): κηπουρικό εργαλείο για το σκάλισμα του χώματος: ~ χειρός. Μηχανικά ~ια. Βλ. κασμάς, κλαδευ-, ποτισ-τήρι, σβάρνα, σκαπάνη, τσάπα, τσουγκράνα. [< μεσν. σκαλιστήρι(ον)]
45920σκαλιστήςσκα-λι-στής ουσ. (αρσ.): τεχνίτης που σκαλίζει σκληρά υλικά, δημιουργώντας ανάγλυφες παραστάσεις: ~ μαρμάρου/πέτρας. ~ές επίπλων. Πβ. μαρμαρο-, ξυλο-γλύπτης, χαράκτης.
45921σκαλιστικός, ή, ό σκα-λι-στι-κός επίθ.: που χρειάζεται σκάλισμα ή γενικότ. σχετίζεται με αυτό: ~ές: καλλιέργειες. ~ά: φυτά.|| ~ά: εργαλεία/μηχανήματα.
45922σκαλιστός, ή, ό σκα-λι-στός επίθ.: (για σκληρό υλικό) στο οποίο έχουν σκαλιστεί διακοσμητικά σχέδια ή παραστάσεις: ~ός: θρόνος/καθρέφτης/σταυρός/τάφος. ~ή: πέτρα. ~ό: ταβάνι/τέμπλο/τζάκι. ~ές: κορνίζες/πόρτες. ~ά: έπιπλα. ΣΥΝ. σκαλισμένος. Πβ. γλυπτός, λαξευτός, σμιλευτός, χαρακτός.
45923σκαλμόςσκαλ-μός ουσ. (αρσ.) & σκαρμός: ΝΑΥΤ. ξύλινος ή μεταλλικός πάσσαλος που τοποθετείται κάθετα στην κουπαστή βάρκας και στο άκρο του δένεται το κουπί: ~ λέμβου. [< αρχ. σκαλμός, μεσν. σκαρμός]
45924σκαλοπάτισκα-λο-πά-τι ουσ. (ουδ.): σκαλί. ● Υποκ.: σκαλοπατάκι (το) ● ΦΡ.: μετράω τα σκαλιά/σκαλοπάτια βλ. μετρώ, τα ψηλά σκαλοπάτια βλ. ψηλός
45925σκαλοπίνιασκα-λο-πί-νια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. σκαλοπίνι}: ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό από λεπτές φέτες φιλέτου, συνήθ. κρέατος, που είτε πανάρονται με αβγό και γαλέτα και τηγανίζονται είτε ψήνονται στην κατσαρόλα με γλυκό κρασί και κρέμα: ~ με λιαστή ντομάτα/ρύζι/σάλτσα. ~ μοσχαρίσια/χοιρινά. Πβ. εσκαλόπ. [< ιταλ. scaloppine]
45926σκαλπουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το τριχωτό μέρος του κρανίου, που έκοβαν κυρ. οι Ινδιάνοι από τα κεφάλια των εχθρών τους και το κρατούσαν ως τρόπαιο νίκης. || (μτφ.) Του πήρε το ~ (: τον νίκησε κατά κράτος, τον κατατρόπωσε). [< αγγλ. scalp]
45927σκαλτσούνισκαλ-τσού-νι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΖΑΧΑΡ. νηστίσιμο γλυκό από ζύμη που γεμίζεται συνήθ. με καρύδια, μέλι, κανέλα, σταφίδες και πασπαλίζεται με ζάχαρη άχνη: παραδοσιακά ~ια. Πβ. ραφιόλια. ΣΥΝ. καλτσούνι (1) ● Υποκ.: σκαλτσουνάκι (το) [< ιταλ. calzone]
45928σκάλωμασκά-λω-μα ουσ. (ουδ.) {σκαλώμ-ατα} (προφ.) 1. (μτφ.) μπλοκάρισμα: ~ του νομοσχεδίου. Πβ. παρεμπόδιση.|| (αργκό) Έχει φάει ~ με το τραγούδι (= κόλλημα). 2. (σπάν.) σφήνωμα ή πιάσιμο σε κάτι αιχμηρό: ~ της φούστας. [< μτγν. σκάλωμα]
45929σκαλώνωσκα-λώ-νω ρ. (αμτβ.) {σκάλω-σα, -μένος, σκαλών-οντας} (προφ.) 1. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} σφηνώνομαι ή αγκιστρώνομαι σε μυτερό αντικείμενο, σημείο: Το πόδι του ~σε (= μάγκωσε) στην καρέκλα. Η πετσέτα ~σε στα βράχια (= πιάστηκε). 2. (μτφ.) συναντώ εμπόδια, προσκρούω σε κάτι: ~σε το θέμα της χρηματοδότησης/η συμφωνία/η υπόθεση. ~σε (= μπλόκαρε) το μυαλό του. Έχει ~σει (= κολλήσει), δεν βρίσκει τι να γράψει. Αν ~σεις κάπου, ζήτησε βοήθεια. Πβ. προσκόπτω, σκοντάφτω. [< μεσν. σκαλώνω]
45930σκαλωσιάσκα-λω-σιά ουσ. (θηλ.): προσωρινή κατασκευή από οριζόντιες σανίδες και κάθετους μεταλλικούς σωλήνες, η οποία στήνεται σε οικοδομές για την εκτέλεση εργασιών σε μεγάλο ύψος: εξωτερική/εσωτερική ~. ~ αλουμινίου. Κινητές ~ιές. Ανέβηκε στη/έπεσε από τη ~ (βλ. εργατικό ατύχημα). ΣΥΝ. ικρίωμα (2) [< μεσν. σκαλωσία]
45931σκαλωτός, ή, ό σκα-λω-τός επίθ.: που έχει σκαλοπάτια ή βαθμίδες: ~ό: μονοπάτι. ~ά: χωράφια. Πβ. βαθμιδ-, κλιμακ-ωτός.|| (μτφ.) ~ά: μαλλιά (= κυματιστά).
45932σκάμμασκάμ-μα ουσ. (ουδ.) 1. σκαμμένος λάκκος: ανασκαφικό/αρχαιολογικό ~. Πβ. τάφρος. 2. ΑΘΛ. κοιλότητα στο έδαφος, σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλόγραμμου, καλυμμένη με άμμο, όπου καταλήγουν τα άλματα των αθλητών του μήκους και του τριπλούν. [< μτγν. σκάμμα]
45933σκαμνάκισκα-μνά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό σκαμνί. ΣΥΝ. σκαμπό 2. (προφ., στο ποδόσφαιρο) αντιαθλητική ενέργεια κατά την οποία ένας παίκτης σκύβει πίσω από τον αντίπαλό του, για να προκαλέσει την πτώση του, τη στιγμή που αυτός έχει κάνει άλμα στον αέρα, προκειμένου να κερδίσει την μπάλα με κεφαλιά: Του έκανε ~.σκαμνάκια (τα): παραλαγή του παιχνιδιού ‘βαρελάκια’ (στη σημ. 1).
45934σκαμνίσκα-μνί ουσ. (ουδ.) {σκαμν-ιού}: χαμηλό κάθισμα χωρίς πλάτη και μπράτσα: ξύλινο ~. ~ κουζίνας. Πτυσσόμενα ~ιά. Ανεβαίνω/κάθομαι στο ~. Τραπέζι με ~ιά. Πβ. σκαμπό. Βλ. καρέκλα, πουφ, ταμπουρέ. ● ΦΡ.: καθίζω κάποιον/κάθομαι στο σκαμνί & στο σκαμνί (μτφ.-προφ.): τον καταγγέλλω· λογοδοτώ στη δικαιοσύνη: Θα τον καθίσει ~ για παράβαση καθήκοντος.|| Κάθισε ~ για υπόθεση τοκογλυφίας. Πβ. στο εδώλιο (του κατηγορουμένου). [< μεσν. σκαμνί(ον) < λατ. scamnum]
45935σκαμπάζωσκα-μπά-ζω ρ. (μτβ.) {σκάμπασα} (προφ.): καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, γνωρίζω κάτι: Δεν ~ει πολλά/τίποτα από ξένες γλώσσες/ποδόσφαιρο. Κάτι λίγα ~. Δεν ~ εγώ από τέτοια. Πβ. χαμπαριάζω. ● ΦΡ.: δεν καταλαβαίνω/δεν ξέρω/δεν σκαμπάζω γρι βλ. γρι [< μεσν. σκαμβάζω]
45936σκαμπανεβάζεισκα-μπα-νε-βά-ζει ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (προφ.) 1. (για πλοίο σε θαλασσοταραχή) κλυδωνίζεται, ανεβοκατεβαίνει: H βάρκα ~ (= κουνάει) πάνω στα ταραγμένα νερά. Βλ. ταλαντεύομαι, ταρακουνώ. 2. (μτφ.) αυξομειώνεται: Η απόδοσή του ~.
45937σκαμπανέβασμασκα-μπα-νέ-βα-σμα ουσ. (ουδ.) {σκαμπανεβάσμ-ατα} (προφ.) 1. (για πλοία) κλυδωνισμός λόγω τρικυμίας: ~ του καραβιού. Πβ. πρόνευση, (ταρα)κούνημα, τραμπάλισμα. 2. (μτφ.) ύπαρξη διακυμάνσεων, μεταπτώσεων: συναισθηματικό/ψυχολογικό ~ (πβ. κυκλοθυμία). Οικονομικά ~ατα. ~ατα της ζωής/του καιρού/των τιμών. ~ατα στην αγορά (πετρελαίου). Υπήρξαν κάποια ~ατα στις σχέσεις μας. Πβ. ανεβοκατέβασμα, αυξομείωση. ΑΝΤ. σταθερότητα (1)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.