| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45938 | σκαμπίλι | σκα-μπί-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. χαστούκι: Του άστραψε/έδωσε/έριξε/έσκασε ένα ~. Έφαγε ένα ανάποδο/ξεγυρισμένο ~. Πβ. ξανάστροφη, φούσκος. ΣΥΝ. μπάτσος1 (1) 2. (μτφ.) πλήγμα: γερό/ηχηρό ~. Πβ. κόλαφος, ράπισμα. 3. (σπάν.) είδος χαρτοπαιγνίου. ● Υποκ.: σκαμπιλάκι (το): στη σημ. 1. [< 3: τουρκ. iskambil < γαλλ. brusquembille] | |
| 45939 | σκαμπιλίζω | σκα-μπι-λί-ζω ρ. (μτβ.) {σκαμπίλισα} (προφ.): δίνω σκαμπίλι σε κάποιον, χαστουκίζω. ΣΥΝ. ραπίζω (1) | |
| 45940 | σκαμπίλισμα | σκα-μπί-λι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): χαστούκισμα. | |
| 45941 | σκαμπό | σκα-μπό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σκαμνάκι: πτυσσόμενο/χαμηλό/ψηλό ~. ~ κουζίνας/μπάνιου. ● Υποκ.: σκαμπουδάκι (το) [< γαλλ. escabeau] | |
| 45942 | σκαμπρόζικος | , η, ο σκα-μπρό-ζι-κος επίθ. (προφ.): που προκαλεί με χαριτωμένο και πικάντικο τρόπο: ~η: διάθεση/ιστορία/κωμωδία. ~ο: ανέκδοτο/χιούμορ. Ευτράπελη και ~η συμπεριφορά. Πβ. πιπεράτος. | |
| 45943 | σκαμπρόζος, σκαμπρόζα | σκα-μπρό-ζος επίθ./ουσ. (προφ., για πρόσ.): που προκαλεί ερωτικά, σκανδαλίζει: σπιρτόζα/τσαχπίνα και ~α γυναίκα. Πβ. αισθησιακός, προκλητικός, σκανδαλιάρης. [< ιταλ. scabroso] | |
| 45944 | σκανάρισμα | σκα-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΠΛΗΡΟΦ. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σκανάρω: ~ βιβλίων/εικόνων/κειμένου/σχεδίων/φιλμ/φωτογραφιών.|| ~ για ιούς. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. σάρωση (1) [< αγγλ. scanning] | |
| 45945 | σκανάρω | σκα-νά-ρω ρ. (μτβ.) {σκάναρ-α κ. -ισα, -ισμένος, σκανάρ-οντας}: ΠΛΗΡΟΦ. ψηφιοποιώ έντυπο κείμενο ή εικόνα με σκάνερ: ~ διάγραμμα/χάρτη. ~ισμένη: φωτογραφία. ~ισμένα: βιβλία/περιοδικά/σχέδια. ΣΥΝ. σαρώνω (3) [< αγγλ. scan] | |
| 45946 | σκανδάλη | σκαν-δά-λη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μικρό σιδερένιο εξάρτημα πυροβόλου όπλου, το οποίο, όταν πιεστεί, προκαλεί εκπυρσοκρότηση: διπλή (βλ. δισκάνδαλος)/μαλακή/μονή (βλ. μονοσκάνδαλος)/ρυθμιζόμενη ~. Πάτησε/πίεσε/τράβηξε τη ~ (= πυροβόλησε). ~ διπλής ενέργειας. Ασφάλεια της ~ης.|| (κατ' επέκτ.) Πλαστική ~ (: σε ψαροντούφεκο). ~ γκαζιού. ● ΦΡ.: με το δάχτυλο στη σκανδάλη βλ. δάχτυλο [< μτγν. σκανδάλη ‘μοχλός που απελευθερώνει τον μηχανισμό παγίδας, παγίδα’, γαλλ. détente, gâchette] | |
| 45947 | σκανδαλιά | σκαν-δα-λιά ουσ. (θηλ.) & σκανταλιά (προφ.): αταξία, ζαβολιά: μαθητική ~. Παιδικές ~ιές. Κάνω/σκαρώνω ~ιές. Βλ. φάρσα. | |
| 45948 | σκανδαλιάρης | , α, ικο σκαν-δα-λιά-ρης επίθ. & σκανταλιάρης (προφ.) 1. (συνήθ. για παιδί) άτακτος, απείθαρχος· (για πρόσ.) που του αρέσει να πειράζει τους άλλους: ~ης: πιτσιρικάς. Αποδείχθηκε ζημιάρα και ~α. Πβ. ζαβολιάρης, ζωηρός.|| Εύθυμος και ~ χαρακτήρας. Πβ. πειραχτήρι. 2. {μόνο στο θηλ.} που έχει σκανδαλιστική, τολμηρή συμπεριφορά: Ήταν ναζιάρα, προκλητική και ~α. Πβ. σκαμπρόζος. Βλ. -ιάρης. | |
| 45949 | σκανδαλιάρικος | , η, ο σκαν-δα-λιά-ρι-κος επίθ. & σκανταλιάρικος (προφ.): που σχετίζεται με τον σκανδαλιάρη: ~η: διάθεση/παρέα. ~ο: βλέμμα/χαμόγελο. ● επίρρ.: σκανδαλιάρικα | |
| 45950 | σκανδαλίζω | σκαν-δα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {σκανδάλι-σα, -στηκα, -σμένος, σκανδαλίζ-οντας} & (σπάν.-προφ.) σκανταλίζω 1. προκαλώ κάποιον με τα λόγια, τις πράξεις και τη συμπεριφορά μου, προσβάλλω τα ήθη: ~ουν τους ακροατές/την κοινή γνώμη/τους πιστούς. Ερωτικό πάθος που ~σε την κοινωνία της εποχής. Πβ. σοκάρω. 2. βάζω σε πειρασμό (συνήθ. ερωτικό), κολάζω. [< μτγν. σκανδαλίζω, γαλλ. scandaliser, αγγλ. scandalize] | |
| 45951 | σκανδαλισμός | σκαν-δα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκανδαλίζω: ~ του λαού/των πιστών. Πβ. πειρασμός, σοκάρισμα. Βλ. -ισμός. [< μτγν. σκανδαλισμός] | |
| 45952 | σκανδαλιστικός | , ή, ό σκαν-δα-λι-στι-κός επίθ.: που σκανδαλίζει, σοκάρει, συνήθ. λόγω του ερωτικού περιεχομένου του: ~ή: ζωή/ιστορία/ταινία/φωτογραφία. ~ό: θέμα/μυθιστόρημα. ~ές: λεπτομέρειες. Πβ. ερεθιστ-, προκλητ-ικός, σόκιν, τολμηρός.|| ~ή: τιμή (: πολύ χαμηλή). Πβ. σκανδαλώδης, σοκαριστικός. ● επίρρ.: σκανδαλιστικά | |
| 45953 | σκάνδαλο | σκάν-δα-λο ουσ. (ουδ.) {σκανδάλ-ου} & (σπάν.-προφ.) σκάνταλο: καθετί (πράξη, ενέργεια, γεγονός, συμπεριφορά, κατάσταση) που θεωρείται νομικά ή ηθικά κατακριτέο και προκαλεί σοκ, δυσμένεια, αποδοκιμασία· το αίσθημα ή γενικότ. οι αντιδράσεις που προκαλούνται από αυτό: αθλητικό/δημόσιο/διαβόητο/διατροφικό/εξοπλιστικό/ερωτικό/καραμπινάτο/οικονομικό/περιβαλλοντικό/πολιτικό/πολύκροτο/ροζ (= σεξουαλικό ~)/χρηματιστηριακό ~. ~ κατασκοπείας/παιδεραστίας/υποκλοπών/χρηματισμού. Αποκάλυψη/διαλεύκανση/(ΝΟΜ.) πρόκληση/συγκάλυψη ~ου. Δημιουργήθηκε/ξέσπασε ~. Εμπλέκεται σε ~. Αυτό κι αν είναι ~! Το μεγαλύτερο ~ στην ιστορία των τραπεζών. Το θέμα παίρνει διαστάσεις ~ου. Στη δίνη (των) ~ων. Βλ. απάτη, παρανομία.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Απόφαση-~. Γυναίκα-~ (= θηλυκός πειρασμός). Πρόταση-~. Υπόθεση-~.|| Ταινία που προκάλεσε ~. Φοβήθηκε το ~. Πβ. κατακραυγή, σάλος. Βλ. γουοτεργκέιτ. ● ΣΥΜΠΛ.: η πέτρα του σκανδάλου βλ. πέτρα [< μτγν. σκάνδαλον, γαλλ. scandale, αγγλ. scandal] | |
| 45954 | σκανδαλοθήρας | σκαν-δα-λο-θή-ρας επίθ./ουσ.: (κυρ. για δημοσιογράφο) που επιδίδεται σε σκανδαλοθηρία. Βλ. -θήρας. | |
| 45955 | σκανδαλοθηρία | σκαν-δα-λο-θη-ρί-α ουσ. (θηλ.): επιδίωξη αποκάλυψης σκανδάλων (κυρ. από τον Τύπο), για λόγους προσωπικής προβολής και δημιουργίας εντυπώσεων: λαϊκίστικη ~. Χειραγωγούν την κοινή γνώμη με παραπληροφόρηση και ~. Πβ. κιτρινισμός. Βλ. -θηρία, ανεκδοτολογία. | |
| 45956 | σκανδαλοθηρικός | , ή, ό σκαν-δα-λο-θη-ρι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη σκανδαλοθηρία: ~ός: Τύπος (πβ. κίτρινος). ~ό: έντυπο/θέμα/περιοδικό. ~ές: εκπομπές. ~ά: (τηλεοπτικά) κανάλια. | |
| 45957 | σκανδαλολογία | σκαν-δα-λο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): η ενέργεια του σκανδαλολογώ (κυρ. μέσω των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης): πολιτική/στείρα/τηλεοπτική ~. Θύμα ~ας. ~ και διαφθορά. Η ~ οδηγεί σε απαξίωση της πολιτικής ζωής. Βλ. -λογία. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ