| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45927 | σκαλτσούνι | σκαλ-τσού-νι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΖΑΧΑΡ. νηστίσιμο γλυκό από ζύμη που γεμίζεται συνήθ. με καρύδια, μέλι, κανέλα, σταφίδες και πασπαλίζεται με ζάχαρη άχνη: παραδοσιακά ~ια. Πβ. ραφιόλια. ΣΥΝ. καλτσούνι (1) ● Υποκ.: σκαλτσουνάκι (το) [< ιταλ. calzone] | |
| 45928 | σκάλωμα | σκά-λω-μα ουσ. (ουδ.) {σκαλώμ-ατα} (προφ.) 1. (μτφ.) μπλοκάρισμα: ~ του νομοσχεδίου. Πβ. παρεμπόδιση.|| (αργκό) Έχει φάει ~ με το τραγούδι (= κόλλημα). 2. (σπάν.) σφήνωμα ή πιάσιμο σε κάτι αιχμηρό: ~ της φούστας. [< μτγν. σκάλωμα] | |
| 45929 | σκαλώνω | σκα-λώ-νω ρ. (αμτβ.) {σκάλω-σα, -μένος, σκαλών-οντας} (προφ.) 1. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} σφηνώνομαι ή αγκιστρώνομαι σε μυτερό αντικείμενο, σημείο: Το πόδι του ~σε (= μάγκωσε) στην καρέκλα. Η πετσέτα ~σε στα βράχια (= πιάστηκε). 2. (μτφ.) συναντώ εμπόδια, προσκρούω σε κάτι: ~σε το θέμα της χρηματοδότησης/η συμφωνία/η υπόθεση. ~σε (= μπλόκαρε) το μυαλό του. Έχει ~σει (= κολλήσει), δεν βρίσκει τι να γράψει. Αν ~σεις κάπου, ζήτησε βοήθεια. Πβ. προσκόπτω, σκοντάφτω. [< μεσν. σκαλώνω] | |
| 45930 | σκαλωσιά | σκα-λω-σιά ουσ. (θηλ.): προσωρινή κατασκευή από οριζόντιες σανίδες και κάθετους μεταλλικούς σωλήνες, η οποία στήνεται σε οικοδομές για την εκτέλεση εργασιών σε μεγάλο ύψος: εξωτερική/εσωτερική ~. ~ αλουμινίου. Κινητές ~ιές. Ανέβηκε στη/έπεσε από τη ~ (βλ. εργατικό ατύχημα). ΣΥΝ. ικρίωμα (2) [< μεσν. σκαλωσία] | |
| 45931 | σκαλωτός | , ή, ό σκα-λω-τός επίθ.: που έχει σκαλοπάτια ή βαθμίδες: ~ό: μονοπάτι. ~ά: χωράφια. Πβ. βαθμιδ-, κλιμακ-ωτός.|| (μτφ.) ~ά: μαλλιά (= κυματιστά). | |
| 45932 | σκάμμα | σκάμ-μα ουσ. (ουδ.) 1. σκαμμένος λάκκος: ανασκαφικό/αρχαιολογικό ~. Πβ. τάφρος. 2. ΑΘΛ. κοιλότητα στο έδαφος, σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλόγραμμου, καλυμμένη με άμμο, όπου καταλήγουν τα άλματα των αθλητών του μήκους και του τριπλούν. [< μτγν. σκάμμα] | |
| 45933 | σκαμνάκι | σκα-μνά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό σκαμνί. ΣΥΝ. σκαμπό 2. (προφ., στο ποδόσφαιρο) αντιαθλητική ενέργεια κατά την οποία ένας παίκτης σκύβει πίσω από τον αντίπαλό του, για να προκαλέσει την πτώση του, τη στιγμή που αυτός έχει κάνει άλμα στον αέρα, προκειμένου να κερδίσει την μπάλα με κεφαλιά: Του έκανε ~. ● σκαμνάκια (τα): παραλαγή του παιχνιδιού ‘βαρελάκια’ (στη σημ. 1). | |
| 45934 | σκαμνί | σκα-μνί ουσ. (ουδ.) {σκαμν-ιού}: χαμηλό κάθισμα χωρίς πλάτη και μπράτσα: ξύλινο ~. ~ κουζίνας. Πτυσσόμενα ~ιά. Ανεβαίνω/κάθομαι στο ~. Τραπέζι με ~ιά. Πβ. σκαμπό. Βλ. καρέκλα, πουφ, ταμπουρέ. ● ΦΡ.: καθίζω κάποιον/κάθομαι στο σκαμνί & στο σκαμνί (μτφ.-προφ.): τον καταγγέλλω· λογοδοτώ στη δικαιοσύνη: Θα τον καθίσει ~ για παράβαση καθήκοντος.|| Κάθισε ~ για υπόθεση τοκογλυφίας. Πβ. στο εδώλιο (του κατηγορουμένου). [< μεσν. σκαμνί(ον) < λατ. scamnum] | |
| 45935 | σκαμπάζω | σκα-μπά-ζω ρ. (μτβ.) {σκάμπασα} (προφ.): καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, γνωρίζω κάτι: Δεν ~ει πολλά/τίποτα από ξένες γλώσσες/ποδόσφαιρο. Κάτι λίγα ~. Δεν ~ εγώ από τέτοια. Πβ. χαμπαριάζω. ● ΦΡ.: δεν καταλαβαίνω/δεν ξέρω/δεν σκαμπάζω γρι βλ. γρι [< μεσν. σκαμβάζω] | |
| 45936 | σκαμπανεβάζει | σκα-μπα-νε-βά-ζει ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (προφ.) 1. (για πλοίο σε θαλασσοταραχή) κλυδωνίζεται, ανεβοκατεβαίνει: H βάρκα ~ (= κουνάει) πάνω στα ταραγμένα νερά. Βλ. ταλαντεύομαι, ταρακουνώ. 2. (μτφ.) αυξομειώνεται: Η απόδοσή του ~. | |
| 45937 | σκαμπανέβασμα | σκα-μπα-νέ-βα-σμα ουσ. (ουδ.) {σκαμπανεβάσμ-ατα} (προφ.) 1. (για πλοία) κλυδωνισμός λόγω τρικυμίας: ~ του καραβιού. Πβ. πρόνευση, (ταρα)κούνημα, τραμπάλισμα. 2. (μτφ.) ύπαρξη διακυμάνσεων, μεταπτώσεων: συναισθηματικό/ψυχολογικό ~ (πβ. κυκλοθυμία). Οικονομικά ~ατα. ~ατα της ζωής/του καιρού/των τιμών. ~ατα στην αγορά (πετρελαίου). Υπήρξαν κάποια ~ατα στις σχέσεις μας. Πβ. ανεβοκατέβασμα, αυξομείωση. ΑΝΤ. σταθερότητα (1) | |
| 45938 | σκαμπίλι | σκα-μπί-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. χαστούκι: Του άστραψε/έδωσε/έριξε/έσκασε ένα ~. Έφαγε ένα ανάποδο/ξεγυρισμένο ~. Πβ. ξανάστροφη, φούσκος. ΣΥΝ. μπάτσος1 (1) 2. (μτφ.) πλήγμα: γερό/ηχηρό ~. Πβ. κόλαφος, ράπισμα. 3. (σπάν.) είδος χαρτοπαιγνίου. ● Υποκ.: σκαμπιλάκι (το): στη σημ. 1. [< 3: τουρκ. iskambil < γαλλ. brusquembille] | |
| 45939 | σκαμπιλίζω | σκα-μπι-λί-ζω ρ. (μτβ.) {σκαμπίλισα} (προφ.): δίνω σκαμπίλι σε κάποιον, χαστουκίζω. ΣΥΝ. ραπίζω (1) | |
| 45940 | σκαμπίλισμα | σκα-μπί-λι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): χαστούκισμα. | |
| 45941 | σκαμπό | σκα-μπό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σκαμνάκι: πτυσσόμενο/χαμηλό/ψηλό ~. ~ κουζίνας/μπάνιου. ● Υποκ.: σκαμπουδάκι (το) [< γαλλ. escabeau] | |
| 45942 | σκαμπρόζικος | , η, ο σκα-μπρό-ζι-κος επίθ. (προφ.): που προκαλεί με χαριτωμένο και πικάντικο τρόπο: ~η: διάθεση/ιστορία/κωμωδία. ~ο: ανέκδοτο/χιούμορ. Ευτράπελη και ~η συμπεριφορά. Πβ. πιπεράτος. | |
| 45943 | σκαμπρόζος, σκαμπρόζα | σκα-μπρό-ζος επίθ./ουσ. (προφ., για πρόσ.): που προκαλεί ερωτικά, σκανδαλίζει: σπιρτόζα/τσαχπίνα και ~α γυναίκα. Πβ. αισθησιακός, προκλητικός, σκανδαλιάρης. [< ιταλ. scabroso] | |
| 45944 | σκανάρισμα | σκα-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΠΛΗΡΟΦ. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σκανάρω: ~ βιβλίων/εικόνων/κειμένου/σχεδίων/φιλμ/φωτογραφιών.|| ~ για ιούς. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. σάρωση (1) [< αγγλ. scanning] | |
| 45945 | σκανάρω | σκα-νά-ρω ρ. (μτβ.) {σκάναρ-α κ. -ισα, -ισμένος, σκανάρ-οντας}: ΠΛΗΡΟΦ. ψηφιοποιώ έντυπο κείμενο ή εικόνα με σκάνερ: ~ διάγραμμα/χάρτη. ~ισμένη: φωτογραφία. ~ισμένα: βιβλία/περιοδικά/σχέδια. ΣΥΝ. σαρώνω (3) [< αγγλ. scan] | |
| 45946 | σκανδάλη | σκαν-δά-λη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μικρό σιδερένιο εξάρτημα πυροβόλου όπλου, το οποίο, όταν πιεστεί, προκαλεί εκπυρσοκρότηση: διπλή (βλ. δισκάνδαλος)/μαλακή/μονή (βλ. μονοσκάνδαλος)/ρυθμιζόμενη ~. Πάτησε/πίεσε/τράβηξε τη ~ (= πυροβόλησε). ~ διπλής ενέργειας. Ασφάλεια της ~ης.|| (κατ' επέκτ.) Πλαστική ~ (: σε ψαροντούφεκο). ~ γκαζιού. ● ΦΡ.: με το δάχτυλο στη σκανδάλη βλ. δάχτυλο [< μτγν. σκανδάλη ‘μοχλός που απελευθερώνει τον μηχανισμό παγίδας, παγίδα’, γαλλ. détente, gâchette] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ