Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46500-46520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45947σκανδαλιάσκαν-δα-λιά ουσ. (θηλ.) & σκανταλιά (προφ.): αταξία, ζαβολιά: μαθητική ~. Παιδικές ~ιές. Κάνω/σκαρώνω ~ιές. Βλ. φάρσα.
45948σκανδαλιάρης, α, ικο σκαν-δα-λιά-ρης επίθ. & σκανταλιάρης (προφ.) 1. (συνήθ. για παιδί) άτακτος, απείθαρχος· (για πρόσ.) που του αρέσει να πειράζει τους άλλους: ~ης: πιτσιρικάς. Αποδείχθηκε ζημιάρα και ~α. Πβ. ζαβολιάρης, ζωηρός.|| Εύθυμος και ~ χαρακτήρας. Πβ. πειραχτήρι. 2. {μόνο στο θηλ.} που έχει σκανδαλιστική, τολμηρή συμπεριφορά: Ήταν ναζιάρα, προκλητική και ~α. Πβ. σκαμπρόζος. Βλ. -ιάρης.
45949σκανδαλιάρικος, η, ο σκαν-δα-λιά-ρι-κος επίθ. & σκανταλιάρικος (προφ.): που σχετίζεται με τον σκανδαλιάρη: ~η: διάθεση/παρέα. ~ο: βλέμμα/χαμόγελο. ● επίρρ.: σκανδαλιάρικα
45950σκανδαλίζωσκαν-δα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {σκανδάλι-σα, -στηκα, -σμένος, σκανδαλίζ-οντας} & (σπάν.-προφ.) σκανταλίζω 1. προκαλώ κάποιον με τα λόγια, τις πράξεις και τη συμπεριφορά μου, προσβάλλω τα ήθη: ~ουν τους ακροατές/την κοινή γνώμη/τους πιστούς. Ερωτικό πάθος που ~σε την κοινωνία της εποχής. Πβ. σοκάρω. 2. βάζω σε πειρασμό (συνήθ. ερωτικό), κολάζω. [< μτγν. σκανδαλίζω, γαλλ. scandaliser, αγγλ. scandalize]
45951σκανδαλισμόςσκαν-δα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκανδαλίζω: ~ του λαού/των πιστών. Πβ. πειρασμός, σοκάρισμα. Βλ. -ισμός. [< μτγν. σκανδαλισμός]
45952σκανδαλιστικός, ή, ό σκαν-δα-λι-στι-κός επίθ.: που σκανδαλίζει, σοκάρει, συνήθ. λόγω του ερωτικού περιεχομένου του: ~ή: ζωή/ιστορία/ταινία/φωτογραφία. ~ό: θέμα/μυθιστόρημα. ~ές: λεπτομέρειες. Πβ. ερεθιστ-, προκλητ-ικός, σόκιν, τολμηρός.|| ~ή: τιμή (: πολύ χαμηλή). Πβ. σκανδαλώδης, σοκαριστικός. ● επίρρ.: σκανδαλιστικά
45953σκάνδαλοσκάν-δα-λο ουσ. (ουδ.) {σκανδάλ-ου} & (σπάν.-προφ.) σκάνταλο: καθετί (πράξη, ενέργεια, γεγονός, συμπεριφορά, κατάσταση) που θεωρείται νομικά ή ηθικά κατακριτέο και προκαλεί σοκ, δυσμένεια, αποδοκιμασία· το αίσθημα ή γενικότ. οι αντιδράσεις που προκαλούνται από αυτό: αθλητικό/δημόσιο/διαβόητο/διατροφικό/εξοπλιστικό/ερωτικό/καραμπινάτο/οικονομικό/περιβαλλοντικό/πολιτικό/πολύκροτο/ροζ (= σεξουαλικό ~)/χρηματιστηριακό ~. ~ κατασκοπείας/παιδεραστίας/υποκλοπών/χρηματισμού. Αποκάλυψη/διαλεύκανση/(ΝΟΜ.) πρόκληση/συγκάλυψη ~ου. Δημιουργήθηκε/ξέσπασε ~. Εμπλέκεται σε ~. Αυτό κι αν είναι ~! Το μεγαλύτερο ~ στην ιστορία των τραπεζών. Το θέμα παίρνει διαστάσεις ~ου. Στη δίνη (των) ~ων. Βλ. απάτη, παρανομία.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Απόφαση-~. Γυναίκα-~ (= θηλυκός πειρασμός). Πρόταση-~. Υπόθεση-~.|| Ταινία που προκάλεσε ~. Φοβήθηκε το ~. Πβ. κατακραυγή, σάλος. Βλ. γουοτεργκέιτ. ● ΣΥΜΠΛ.: η πέτρα του σκανδάλου βλ. πέτρα [< μτγν. σκάνδαλον, γαλλ. scandale, αγγλ. scandal]
45954σκανδαλοθήραςσκαν-δα-λο-θή-ρας επίθ./ουσ.: (κυρ. για δημοσιογράφο) που επιδίδεται σε σκανδαλοθηρία. Βλ. -θήρας.
45955σκανδαλοθηρίασκαν-δα-λο-θη-ρί-α ουσ. (θηλ.): επιδίωξη αποκάλυψης σκανδάλων (κυρ. από τον Τύπο), για λόγους προσωπικής προβολής και δημιουργίας εντυπώσεων: λαϊκίστικη ~. Χειραγωγούν την κοινή γνώμη με παραπληροφόρηση και ~. Πβ. κιτρινισμός. Βλ. -θηρία, ανεκδοτολογία.
45956σκανδαλοθηρικός, ή, ό σκαν-δα-λο-θη-ρι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη σκανδαλοθηρία: ~ός: Τύπος (πβ. κίτρινος). ~ό: έντυπο/θέμα/περιοδικό. ~ές: εκπομπές. ~ά: (τηλεοπτικά) κανάλια.
45957σκανδαλολογίασκαν-δα-λο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): η ενέργεια του σκανδαλολογώ (κυρ. μέσω των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης): πολιτική/στείρα/τηλεοπτική ~. Θύμα ~ας. ~ και διαφθορά. Η ~ οδηγεί σε απαξίωση της πολιτικής ζωής. Βλ. -λογία.
45958σκανδαλολογικός, ή, ό σκαν-δα-λο-λο-γι-κός επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): που αναφέρεται στη σκανδαλολογία: ~ή: κόντρα. ~ό: κλίμα. ~ές: αποκαλύψεις.
45959σκανδαλολογώ[σκανδαλολογῶ] σκαν-δα-λο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {κυρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} (αρνητ. συνυποδ.): συζητώ συνεχώς για υπαρκτά ή υποτιθέμενα σκάνδαλα: ~εί ανεύθυνα. Λαϊκίζουν και ~ούν. Κατηγόρησε τον πολιτικό του αντίπαλο ότι ~εί. Βλ. -λογώ.
45960σκανδαλοποιόςσκαν-δα-λο-ποι-ός επίθ./ουσ. (λόγ.): (για πρόσ.) που γίνεται αιτία σκανδάλων. Βλ. -ποιός. [< μεσν. σκανδαλοποιός]
45961σκανδαλώδης, ης, ες σκαν-δα-λώ-δης επίθ. {σκανδαλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: που προκαλεί το κοινό αίσθημα: ~ης: αδιαφορία/απόφαση/δήλωση/διάταξη/εύνοια/(ιδιωτική) ζωή/μεροληψία/ρύθμιση/συμπεριφορά (ΑΝΤ. άμεμπτη, άψογη). ~ες: προνόμιο. ~εις: αγορές/αυξήσεις/παροχές/φοροαπαλλαγές. Είναι ~ες να ... Πβ. προκλητ-, σκανδαλιστ-, σοκαριστ-ικός. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: σκανδαλωδώς [-ῶς] (λόγ.) [< μτγν. σκανδαλώδης, γαλλ. scandaleux, αγγλ. scandalous]
50911σκανδαλώδης

, ή, ό τολ-μη-ρός επίθ. 1. (για πρόσ.) που τον διακρίνει τόλμη: ~ός: επιχειρηματίας/πολιτικός.|| (ως ουσ.) H τύχη συχνά ευνοεί τους ~ούς. ΣΥΝ. άφοβος, θαρραλέος ΑΝΤ. άτολμος 2. που πραγματοποιείται με τόλμη ή την απαιτεί: ~ός: λόγος/στόχος. ~ή: αλλαγή/αποστολή/απόφαση/ενέργεια/επιλογή/μεταρρύθμιση/πράξη/πρόταση. ~ό: βήμα/εγχείρημα/μέτρο/σχέδιο. Ελεύθερη σκέψη και ~ό πνεύμα.|| Είναι ~ό να πει κανείς ότι ... Πβ. παρακινδυνευμένος, ριψοκίνδυνος. 3. που υπερβαίνει τα ηθικά όρια, που προκαλεί: ~ή: ιστορία/ταινία/φωτογράφιση. ~ό: θέαμα (πβ. σκανδαλιστικός)/ντεκολτέ/περιοδικό/στιλ. ~ές: σκηνές (ταινίας). ~ά: αστεία. ~ές και αισχρές χειρονομίες. Φόρεμα με ~ό κόψιμο. Βλ. -ηρός. ΣΥΝ. προκλητικός ● επίρρ.: τολμηρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1, 2: αρχ. τολμηρός]

45962σκανδιναβικός, ή, ό σκαν-δι-να-βι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Σκανδιναβία ή/και τους Σκανδιναβούς: ~ή: χερσόνησος. ~ό: σταυρόλεξο. ~ές: γλώσσες. ~ά: φιόρδ. [< γαλλ. scandinave]
45963σκάνδιοσκάν-δι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. μέταλλο με αργυρόλευκο χρώμα (σύμβ. Sc, Ζ 21): χλωριούχο ~. Οξείδιο του ~ίου. Βλ. σπάνιες γαίες. [< νεολατ. scandium < λατ. Scandia ‘Σκανδιναβία’]
45964σκάνερσκά-νερ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. -ΤΕΧΝΟΛ. σαρωτής.
45965σκανκουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ναρκωτική ουσία που φτιάχνεται από εξαιρετικά δραστικό υβρίδιο ινδικής κάνναβης. Πβ. μαριχουάνα, χασίς. Βλ. ψυχοτρόπος. [< αμερικ. skunk, 1982]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.