Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [46500-46520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45958σκανδαλολογικός, ή, ό σκαν-δα-λο-λο-γι-κός επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): που αναφέρεται στη σκανδαλολογία: ~ή: κόντρα. ~ό: κλίμα. ~ές: αποκαλύψεις.
45959σκανδαλολογώ[σκανδαλολογῶ] σκαν-δα-λο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {κυρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} (αρνητ. συνυποδ.): συζητώ συνεχώς για υπαρκτά ή υποτιθέμενα σκάνδαλα: ~εί ανεύθυνα. Λαϊκίζουν και ~ούν. Κατηγόρησε τον πολιτικό του αντίπαλο ότι ~εί. Βλ. -λογώ.
45960σκανδαλοποιόςσκαν-δα-λο-ποι-ός επίθ./ουσ. (λόγ.): (για πρόσ.) που γίνεται αιτία σκανδάλων. Βλ. -ποιός. [< μεσν. σκανδαλοποιός]
45961σκανδαλώδης, ης, ες σκαν-δα-λώ-δης επίθ. {σκανδαλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: που προκαλεί το κοινό αίσθημα: ~ης: αδιαφορία/απόφαση/δήλωση/διάταξη/εύνοια/(ιδιωτική) ζωή/μεροληψία/ρύθμιση/συμπεριφορά (ΑΝΤ. άμεμπτη, άψογη). ~ες: προνόμιο. ~εις: αγορές/αυξήσεις/παροχές/φοροαπαλλαγές. Είναι ~ες να ... Πβ. προκλητ-, σκανδαλιστ-, σοκαριστ-ικός. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: σκανδαλωδώς [-ῶς] (λόγ.) [< μτγν. σκανδαλώδης, γαλλ. scandaleux, αγγλ. scandalous]
45962σκανδιναβικός, ή, ό σκαν-δι-να-βι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Σκανδιναβία ή/και τους Σκανδιναβούς: ~ή: χερσόνησος. ~ό: σταυρόλεξο. ~ές: γλώσσες. ~ά: φιόρδ. [< γαλλ. scandinave]
45963σκάνδιοσκάν-δι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. μέταλλο με αργυρόλευκο χρώμα (σύμβ. Sc, Ζ 21): χλωριούχο ~. Οξείδιο του ~ίου. Βλ. σπάνιες γαίες. [< νεολατ. scandium < λατ. Scandia ‘Σκανδιναβία’]
45964σκάνερσκά-νερ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. -ΤΕΧΝΟΛ. σαρωτής.
45965σκανκουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ναρκωτική ουσία που φτιάχνεται από εξαιρετικά δραστικό υβρίδιο ινδικής κάνναβης. Πβ. μαριχουάνα, χασίς. Βλ. ψυχοτρόπος. [< αμερικ. skunk, 1982]
45966σκαντάγιοσκα-ντά-γιο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΝΑΥΤ. βολίδα. [< βεν. scandagio]
45967σκανταλιάβλ. σκανδαλιά
45968σκανταλιάρης, α, ικο βλ. σκανδαλιάρης
45969σκανταλιάρικος, η, ο βλ. σκανδαλιάρικος
45970σκανταλίζωβλ. σκανδαλίζω
45971σκάνταλοβλ. σκάνδαλο
45972σκανταλόπετρασκα-ντα-λό-πε-τρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σκανδαλόπετρα: πέτρα με στρογγυλεμένες γωνίες και υδροδυναμικό σχήμα που χρησιμοποιείται ως βαρίδι στην ελεύθερη κατάδυση.
45973σκάντζασκά-ντζα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κυρ. στη ● ΦΡ.: σκάντζα βάρδια: ΝΑΥΤ. αλλαγή βάρδιας (φρούρησης ή υπηρεσίας) σε πλοίο. [< βεν. scangia]
45974σκαντζάρωσκα-ντζά-ρω ρ. (μτβ.) {σκάντζαρ-α κ. -ισα} (λαϊκό): ΝΑΥΤ. (κυρ. για βάρδια, σκοπιά) αλλάζω. Πβ. αναπληρώνω. [< βεν. scangiar]
45975σκαντζόχοιροςσκα-ντζό-χοι-ρος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μικρόσωμο εντομοφάγο θηλαστικό με στρογγυλό σώμα (επιστ. ονομασ. Erinaceus Europaeus), η ράχη του οποίου καλύπτεται από πυκνά αγκάθια σε χρώμα καφέ ή γκρίζο. Ο ~ κουλουριάζεται. Βλ. μυγαλή.|| (κυρ. για άνδρες) Μαλλιά σαν του ~ου (: όρθια και σκληρά). ● Υποκ.: σκαντζοχοιράκι (το) [< μεσν. σκαντζόχοιρος]
45976σκάουτερσκά-ου-τερ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & σκάουτ: επαγγελματίας που αναζητά νέους ταλαντούχους παίκτες για λογαριασμό μιας αθλητικής ομάδας. Πβ. κυνηγός ταλέντων. [< αγγλ. scout(er)]
45977σκάουτινγκσκά-ου-τινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αναζήτηση νέων ταλαντούχων αθλητών από σκάουτερ: δίκτυο/τμήμα/υπεύθυνος ~. [< αγγλ. scouting]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.