| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 45958 | σκανδαλολογικός | , ή, ό σκαν-δα-λο-λο-γι-κός επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): που αναφέρεται στη σκανδαλολογία: ~ή: κόντρα. ~ό: κλίμα. ~ές: αποκαλύψεις. | |
| 45959 | σκανδαλολογώ | [σκανδαλολογῶ] σκαν-δα-λο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {κυρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} (αρνητ. συνυποδ.): συζητώ συνεχώς για υπαρκτά ή υποτιθέμενα σκάνδαλα: ~εί ανεύθυνα. Λαϊκίζουν και ~ούν. Κατηγόρησε τον πολιτικό του αντίπαλο ότι ~εί. Βλ. -λογώ. | |
| 45960 | σκανδαλοποιός | σκαν-δα-λο-ποι-ός επίθ./ουσ. (λόγ.): (για πρόσ.) που γίνεται αιτία σκανδάλων. Βλ. -ποιός. [< μεσν. σκανδαλοποιός] | |
| 45961 | σκανδαλώδης | , ης, ες σκαν-δα-λώ-δης επίθ. {σκανδαλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: που προκαλεί το κοινό αίσθημα: ~ης: αδιαφορία/απόφαση/δήλωση/διάταξη/εύνοια/(ιδιωτική) ζωή/μεροληψία/ρύθμιση/συμπεριφορά (ΑΝΤ. άμεμπτη, άψογη). ~ες: προνόμιο. ~εις: αγορές/αυξήσεις/παροχές/φοροαπαλλαγές. Είναι ~ες να ... Πβ. προκλητ-, σκανδαλιστ-, σοκαριστ-ικός. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: σκανδαλωδώς [-ῶς] (λόγ.) [< μτγν. σκανδαλώδης, γαλλ. scandaleux, αγγλ. scandalous] | |
| 45962 | σκανδιναβικός | , ή, ό σκαν-δι-να-βι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Σκανδιναβία ή/και τους Σκανδιναβούς: ~ή: χερσόνησος. ~ό: σταυρόλεξο. ~ές: γλώσσες. ~ά: φιόρδ. [< γαλλ. scandinave] | |
| 45963 | σκάνδιο | σκάν-δι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. μέταλλο με αργυρόλευκο χρώμα (σύμβ. Sc, Ζ 21): χλωριούχο ~. Οξείδιο του ~ίου. Βλ. σπάνιες γαίες. [< νεολατ. scandium < λατ. Scandia ‘Σκανδιναβία’] | |
| 45964 | σκάνερ | σκά-νερ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. -ΤΕΧΝΟΛ. σαρωτής. | |
| 45965 | σκανκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ναρκωτική ουσία που φτιάχνεται από εξαιρετικά δραστικό υβρίδιο ινδικής κάνναβης. Πβ. μαριχουάνα, χασίς. Βλ. ψυχοτρόπος. [< αμερικ. skunk, 1982] | |
| 45966 | σκαντάγιο | σκα-ντά-γιο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΝΑΥΤ. βολίδα. [< βεν. scandagio] | |
| 45967 | σκανταλιά | βλ. σκανδαλιά | |
| 45968 | σκανταλιάρης | , α, ικο βλ. σκανδαλιάρης | |
| 45969 | σκανταλιάρικος | , η, ο βλ. σκανδαλιάρικος | |
| 45970 | σκανταλίζω | βλ. σκανδαλίζω | |
| 45971 | σκάνταλο | βλ. σκάνδαλο | |
| 45972 | σκανταλόπετρα | σκα-ντα-λό-πε-τρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σκανδαλόπετρα: πέτρα με στρογγυλεμένες γωνίες και υδροδυναμικό σχήμα που χρησιμοποιείται ως βαρίδι στην ελεύθερη κατάδυση. | |
| 45973 | σκάντζα | σκά-ντζα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κυρ. στη ● ΦΡ.: σκάντζα βάρδια: ΝΑΥΤ. αλλαγή βάρδιας (φρούρησης ή υπηρεσίας) σε πλοίο. [< βεν. scangia] | |
| 45974 | σκαντζάρω | σκα-ντζά-ρω ρ. (μτβ.) {σκάντζαρ-α κ. -ισα} (λαϊκό): ΝΑΥΤ. (κυρ. για βάρδια, σκοπιά) αλλάζω. Πβ. αναπληρώνω. [< βεν. scangiar] | |
| 45975 | σκαντζόχοιρος | σκα-ντζό-χοι-ρος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μικρόσωμο εντομοφάγο θηλαστικό με στρογγυλό σώμα (επιστ. ονομασ. Erinaceus Europaeus), η ράχη του οποίου καλύπτεται από πυκνά αγκάθια σε χρώμα καφέ ή γκρίζο. Ο ~ κουλουριάζεται. Βλ. μυγαλή.|| (κυρ. για άνδρες) Μαλλιά σαν του ~ου (: όρθια και σκληρά). ● Υποκ.: σκαντζοχοιράκι (το) [< μεσν. σκαντζόχοιρος] | |
| 45976 | σκάουτερ | σκά-ου-τερ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & σκάουτ: επαγγελματίας που αναζητά νέους ταλαντούχους παίκτες για λογαριασμό μιας αθλητικής ομάδας. Πβ. κυνηγός ταλέντων. [< αγγλ. scout(er)] | |
| 45977 | σκάουτινγκ | σκά-ου-τινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αναζήτηση νέων ταλαντούχων αθλητών από σκάουτερ: δίκτυο/τμήμα/υπεύθυνος ~. [< αγγλ. scouting] | |