| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45978 | σκαπανέας | σκα-πα-νέ-ας ουσ. (αρσ.) {-είς} & (λόγ.) σκαπανεύς 1. (μτφ.) πρωτοπόρος, πρωτεργάτης σε έναν τομέα: ακάματος/ακούραστος ~ του πνεύματος. ~ ενός κινήματος/της φιλίας (μεταξύ δύο χωρών). Εταιρεία που υπήρξε ο ~ της υψηλής τεχνολογίας. ~είς της γνώσης/των γραμμάτων/της επιστήμης/της παιδείας/της προόδου/της τέχνης. Πβ. μπροστάρης. ΣΥΝ. πιονιέρος 2. ΣΤΡΑΤ. ειδικότητα εφέδρων του Μηχανικού που ειδικεύονται σε σκαπτικές και τεχνικές εργασίες: (ειδικότητες) ~-ηλεκτρολόγος/-κτίστης/-ξυλουργός/-υδραυλικός.|| (παλαιότ.) Τάγμα ~έων. [< μτγν. σκαπανεύς 'σκαφτιάς', 1. γαλλ. pionnier 2. γαλλ. sapeur] | |
| 45979 | σκαπάνη | σκα-πά-νη ουσ. (θηλ.) (επιστ.): κάθε σκαπτικό εργαλείο με μακρόστενη σιδερένια λάμα, που έχει οπή στην οποία στερεώνεται ξύλινη λαβή· συνεκδ. το έργο που γίνεται με αυτό: ανασκαφική/αρχαιολογική ~. Η ~ ανακάλυψε/έφερε στο φως ... (ειδικότ.) Ορειβατική ~ (= πιολέ). Πβ. αξίνα, τσάπα. Βλ. πτυοσκάπανο. [< μτγν. σκαπάνη] | |
| 45980 | σκαπανικός | , ή, ό σκα-πα-νι-κός επίθ. {μόνο θηλ. κ. ουδ.} (λόγ.): που σχετίζεται με σκαπτική εργασία: ~ή: τεχνική. (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. εργαλεία). ● Ουσ.: σκαπανική (η): σύνολο μεθόδων που αφορούν το σκάψιμο: προσκοπική ~. Σχολή ~ής., σκαπανικό (το): ελαφρύ, σπαστό και κοντό φτυάρι που μπορεί να φέρει στρατιώτης στην εξάρτυσή του. | |
| 45981 | σκαπιτσαριστός | , ή, ό σκα-πι-τσα-ρι-στός επίθ.: ΟΙΚΟΔ. (για επιφάνεια) που έχει υποστεί επεξεργασία, ώστε να είναι ανάγλυφη, τραχιά: ~ή: πέτρα. ~ό: μάρμαρο. Πλακίδια ~ά. Βλ. σαγρέ. | |
| 45982 | σκαπουλάρισμα | σκα-που-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): διαφυγή από κίνδυνο, απαλλαγή από αγγαρεία. Πβ. γλιτωμός, ξεγλίστρημα. Βλ. -ισμα. | |
| 45983 | σκαπουλάρω | σκα-που-λά-ρω ρ. (μτβ.) {σκαπούλαρ-α κ. -ισα} (προφ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: τη σκαπουλάρω: διαφεύγω τον κίνδυνο, αποφεύγω ανεπιθύμητη ή δυσάρεστη κατάσταση: ~ ~ε φτηνά. Πβ. ξεγλιστρώ, ξεφεύγω. ΣΥΝ. τη γλίτωσε [< ιταλ. scapolare] | |
| 45984 | σκαπτικός | , ή, ό σκα-πτι-κός επίθ. & (προφ.) σκαφτικός: που σχετίζεται με το σκάψιμο: ~ά: εργαλεία/μηχανήματα. Πβ. σκαπανικός. [< μτγν. σκαπτικός] | |
| 45985 | σκαπτός | , ή, ό βλ. σκαφτός | |
| 45986 | σκάπτω | βλ. σκάβω | |
| 45987 | σκάρα | βλ. σχάρα | |
| 45988 | σκαραβαίος | [σκαραβαῖος] σκα-ρα-βαί-ος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. κοινή ονομασία κολεόπτερων εντόμων (οικογ. Scarabaeidae) με γυαλιστερό, παχύ σώμα και κεραίες, που τρέφονται με κοπριά. Πβ. σκαθάρι. Βλ. κάνθαρος, μπάμπουρας. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. (συνεκδ.) αντικείμενο, συνήθ. σφραγίδα ή κόσμημα, από πηλό ή πολύτιμο λίθο στο σχήμα του εντόμου αυτού που το χρησιμοποιούσαν στην αρχαία Αίγυπτο ως φυλαχτό, στολίδι και σύμβολο ανάστασης. 3. (προφ.) δημοφιλές αυτοκίνητο με χαρακτηριστικές κυρτές επιφάνειες. Βλ. μίνι. ΣΥΝ. κατσαριδάκι (1), σκαθάρι (3) [< ιταλ. scarabeo, γαλλ. scarabée < λατ. scarabaeus < αρχ. κάραβος 3: αμερικ. εμπορ. ονομασ. beetle, 1958] | |
| 45989 | σκαρθάκι | σκαρ-θά-κι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό πτηνό (επιστ. ονομασ. Serinus serinus) με κίτρινα και πράσινα φτερά, συγγενικό με το καναρίνι. Βλ. στρουθιόμορφα. | |
| 45990 | σκαρί | σκα-ρί ουσ. (ουδ.) 1. σκελετός πλεούμενου και συνεκδ. το ίδιο το πλοίο: γυμνό/σκουριασμένο ~. Το ~ της βάρκας/του σκάφους.|| Καλοτάξιδα/ξύλινα/παραδοσιακά ~ιά. Αναπαλαίωση ιστορικών ~ιών.|| (σπάν.-μτφ.) Το ~ του αυτοκινήτου (= σασί)/κτιρίου. 2. (μτφ., για πρόσ.) η κράση, ιδιοσυγκρασία του οργανισμού: αδύναμο/αδύνατο/γέρικο/γεροδεμένο ~. Τρώει και δεν παχαίνει, είναι το ~ του τέτοιο. Έχει σιδερένιο ~.|| Φταίει το ~ του. Πβ. γονίδιο. 3. ΝΑΥΤ. (παλαιότ.) εσχάρα. ● ΣΥΜΠΛ.: γερό σκαρί 1. (μτφ.) άνθρωπος (και σπανιότ. ζώο ή πράγμα) με δυνατή κράση, που αντέχει στις ταλαιπωρίες: Είναι ~ ~, δεν το βάζει κάτω. Πβ. γερό κόκαλο. 2. σκάφος που αντέχει στην κακοκαιρία: παλιό πλοίο, αλλά από τα πιο ~ά ~ιά της ακτοπλοΐας. ● ΦΡ.: στα σκαριά (μτφ.-προφ.): για κάτι που είναι υπό κατασκευή, που σχεδιάζεται και προετοιμάζεται, ώστε να υλοποιηθεί: ~ ~ νέα υπηρεσία τηλεφωνίας. Ιστοσελίδα/συμφωνία/συνεργασία που είναι/βρίσκεται ~ ~. Εκδότης που έχει καινούργιο περιοδικό ~ ~. Έβαλε ~ ~ ένα επιχειρηματικό σχέδιο. [< μεσν. σκαρί(ον)] | |
| 45991 | σκαρίφημα | σκα-ρί-φη-μα ουσ. (ουδ.) {σκαριφήμ-ατος | -ατα}: πρόχειρο και γρήγορο σχέδιο: ~ της διαδρομής/μορφής (πβ. σκίτσο).|| Αρχιτεκτονικό/τοπογραφικό ~. ~ κάτοψης. Πβ. ιχνο-, σκια-γράφημα.|| ~ατα σεναρίου. Πβ. προσχέδιο, σχεδίασμα. [< μτγν. σκαρίφημα] | |
| 45992 | σκαριφισμός | σκα-ρι-φι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. επιφανειακή τομή στο δέρμα, χωρίς να προκαλείται αιμορραγία, για εμβολιασμό ή έλεγχο δερματικής αντίδρασης σε αλλεργιογόνα: δοκιμασία ~ού. 2. ΕΘΝΟΛ. τελετουργική χάραξη του δέρματος που γίνεται σε αφρικανικές φυλές, κυρ. με σκοπό τη δήλωση κοινωνικών χαρακτηριστικών. Βλ. -ισμός, τατουάζ. [< αρχ. σκαριφησμός 'επιφανειακό ξύσιμο', γαλλ.-αγγλ. scarification] | |
| 45993 | σκαρλατίνα | σκαρ-λα-τί-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΙΑΤΡ. οστρακιά. [< βεν. scarlatina] | |
| 45994 | σκαρμός1 | βλ. σκαλμός | |
| 45995 | σκαρμός2 | σκαρ-μός ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. μακρόστενο ψάρι (επιστ. ονομασ. Synodus saurus) που ζει σε αμμώδεις βυθούς. | |
| 45996 | σκάρος | σκά-ρος ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι που ζει σε ζεστά νερά (επιστ. ονομασ. Scarisoma cretense) και το στόμα του μοιάζει χαρακτηριστικά με ράμφος παπαγάλου. [< αρχ. σκάρος, αγγλ. scarus, γαλλ. scare] | |
| 45997 | σκαρπέλο | σκαρ-πέ-λο ουσ. (ουδ.): εργαλείο που αποτελείται από ατσάλινη λάμα με λαβή στην άκρη της και χρησιμοποιείται κυρ. για ξύσιμο ή σκάλισμα ξύλινων αντικειμένων: κοίλο ~. Πβ. κοπίδι, κοπτήρας, σμίλη. [< ιταλ. scarpello] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ