Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46520-46540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45966σκαντάγιοσκα-ντά-γιο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΝΑΥΤ. βολίδα. [< βεν. scandagio]
45967σκανταλιάβλ. σκανδαλιά
45968σκανταλιάρης, α, ικο βλ. σκανδαλιάρης
45969σκανταλιάρικος, η, ο βλ. σκανδαλιάρικος
45970σκανταλίζωβλ. σκανδαλίζω
45971σκάνταλοβλ. σκάνδαλο
45972σκανταλόπετρασκα-ντα-λό-πε-τρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σκανδαλόπετρα: πέτρα με στρογγυλεμένες γωνίες και υδροδυναμικό σχήμα που χρησιμοποιείται ως βαρίδι στην ελεύθερη κατάδυση.
45973σκάντζασκά-ντζα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κυρ. στη ● ΦΡ.: σκάντζα βάρδια: ΝΑΥΤ. αλλαγή βάρδιας (φρούρησης ή υπηρεσίας) σε πλοίο. [< βεν. scangia]
45974σκαντζάρωσκα-ντζά-ρω ρ. (μτβ.) {σκάντζαρ-α κ. -ισα} (λαϊκό): ΝΑΥΤ. (κυρ. για βάρδια, σκοπιά) αλλάζω. Πβ. αναπληρώνω. [< βεν. scangiar]
45975σκαντζόχοιροςσκα-ντζό-χοι-ρος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μικρόσωμο εντομοφάγο θηλαστικό με στρογγυλό σώμα (επιστ. ονομασ. Erinaceus Europaeus), η ράχη του οποίου καλύπτεται από πυκνά αγκάθια σε χρώμα καφέ ή γκρίζο. Ο ~ κουλουριάζεται. Βλ. μυγαλή.|| (κυρ. για άνδρες) Μαλλιά σαν του ~ου (: όρθια και σκληρά). ● Υποκ.: σκαντζοχοιράκι (το) [< μεσν. σκαντζόχοιρος]
45976σκάουτερσκά-ου-τερ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & σκάουτ: επαγγελματίας που αναζητά νέους ταλαντούχους παίκτες για λογαριασμό μιας αθλητικής ομάδας. Πβ. κυνηγός ταλέντων. [< αγγλ. scout(er)]
45977σκάουτινγκσκά-ου-τινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αναζήτηση νέων ταλαντούχων αθλητών από σκάουτερ: δίκτυο/τμήμα/υπεύθυνος ~. [< αγγλ. scouting]
45978σκαπανέαςσκα-πα-νέ-ας ουσ. (αρσ.) {-είς} & (λόγ.) σκαπανεύς 1. (μτφ.) πρωτοπόρος, πρωτεργάτης σε έναν τομέα: ακάματος/ακούραστος ~ του πνεύματος. ~ ενός κινήματος/της φιλίας (μεταξύ δύο χωρών). Εταιρεία που υπήρξε ο ~ της υψηλής τεχνολογίας. ~είς της γνώσης/των γραμμάτων/της επιστήμης/της παιδείας/της προόδου/της τέχνης. Πβ. μπροστάρης. ΣΥΝ. πιονιέρος 2. ΣΤΡΑΤ. ειδικότητα εφέδρων του Μηχανικού που ειδικεύονται σε σκαπτικές και τεχνικές εργασίες: (ειδικότητες) ~-ηλεκτρολόγος/-κτίστης/-ξυλουργός/-υδραυλικός.|| (παλαιότ.) Τάγμα ~έων. [< μτγν. σκαπανεύς 'σκαφτιάς', 1. γαλλ. pionnier 2. γαλλ. sapeur]
45979σκαπάνησκα-πά-νη ουσ. (θηλ.) (επιστ.): κάθε σκαπτικό εργαλείο με μακρόστενη σιδερένια λάμα, που έχει οπή στην οποία στερεώνεται ξύλινη λαβή· συνεκδ. το έργο που γίνεται με αυτό: ανασκαφική/αρχαιολογική ~. Η ~ ανακάλυψε/έφερε στο φως ... (ειδικότ.) Ορειβατική ~ (= πιολέ). Πβ. αξίνα, τσάπα. Βλ. πτυοσκάπανο. [< μτγν. σκαπάνη]
45980σκαπανικός, ή, ό σκα-πα-νι-κός επίθ. {μόνο θηλ. κ. ουδ.} (λόγ.): που σχετίζεται με σκαπτική εργασία: ~ή: τεχνική. (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. εργαλεία). ● Ουσ.: σκαπανική (η): σύνολο μεθόδων που αφορούν το σκάψιμο: προσκοπική ~. Σχολή ~ής., σκαπανικό (το): ελαφρύ, σπαστό και κοντό φτυάρι που μπορεί να φέρει στρατιώτης στην εξάρτυσή του.
45981σκαπιτσαριστός, ή, ό σκα-πι-τσα-ρι-στός επίθ.: ΟΙΚΟΔ. (για επιφάνεια) που έχει υποστεί επεξεργασία, ώστε να είναι ανάγλυφη, τραχιά: ~ή: πέτρα. ~ό: μάρμαρο. Πλακίδια ~ά. Βλ. σαγρέ.
45982σκαπουλάρισμασκα-που-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): διαφυγή από κίνδυνο, απαλλαγή από αγγαρεία. Πβ. γλιτωμός, ξεγλίστρημα. Βλ. -ισμα.
45984σκαπτικός, ή, ό σκα-πτι-κός επίθ. & (προφ.) σκαφτικός: που σχετίζεται με το σκάψιμο: ~ά: εργαλεία/μηχανήματα. Πβ. σκαπανικός. [< μτγν. σκαπτικός]
45985σκαπτός, ή, ό βλ. σκαφτός
45986σκάπτωβλ. σκάβω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.