| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 45966 | σκαντάγιο | σκα-ντά-γιο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΝΑΥΤ. βολίδα. [< βεν. scandagio] | |
| 45967 | σκανταλιά | βλ. σκανδαλιά | |
| 45968 | σκανταλιάρης | , α, ικο βλ. σκανδαλιάρης | |
| 45969 | σκανταλιάρικος | , η, ο βλ. σκανδαλιάρικος | |
| 45970 | σκανταλίζω | βλ. σκανδαλίζω | |
| 45971 | σκάνταλο | βλ. σκάνδαλο | |
| 45972 | σκανταλόπετρα | σκα-ντα-λό-πε-τρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σκανδαλόπετρα: πέτρα με στρογγυλεμένες γωνίες και υδροδυναμικό σχήμα που χρησιμοποιείται ως βαρίδι στην ελεύθερη κατάδυση. | |
| 45973 | σκάντζα | σκά-ντζα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κυρ. στη ● ΦΡ.: σκάντζα βάρδια: ΝΑΥΤ. αλλαγή βάρδιας (φρούρησης ή υπηρεσίας) σε πλοίο. [< βεν. scangia] | |
| 45974 | σκαντζάρω | σκα-ντζά-ρω ρ. (μτβ.) {σκάντζαρ-α κ. -ισα} (λαϊκό): ΝΑΥΤ. (κυρ. για βάρδια, σκοπιά) αλλάζω. Πβ. αναπληρώνω. [< βεν. scangiar] | |
| 45975 | σκαντζόχοιρος | σκα-ντζό-χοι-ρος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μικρόσωμο εντομοφάγο θηλαστικό με στρογγυλό σώμα (επιστ. ονομασ. Erinaceus Europaeus), η ράχη του οποίου καλύπτεται από πυκνά αγκάθια σε χρώμα καφέ ή γκρίζο. Ο ~ κουλουριάζεται. Βλ. μυγαλή.|| (κυρ. για άνδρες) Μαλλιά σαν του ~ου (: όρθια και σκληρά). ● Υποκ.: σκαντζοχοιράκι (το) [< μεσν. σκαντζόχοιρος] | |
| 45976 | σκάουτερ | σκά-ου-τερ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & σκάουτ: επαγγελματίας που αναζητά νέους ταλαντούχους παίκτες για λογαριασμό μιας αθλητικής ομάδας. Πβ. κυνηγός ταλέντων. [< αγγλ. scout(er)] | |
| 45977 | σκάουτινγκ | σκά-ου-τινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αναζήτηση νέων ταλαντούχων αθλητών από σκάουτερ: δίκτυο/τμήμα/υπεύθυνος ~. [< αγγλ. scouting] | |
| 45978 | σκαπανέας | σκα-πα-νέ-ας ουσ. (αρσ.) {-είς} & (λόγ.) σκαπανεύς 1. (μτφ.) πρωτοπόρος, πρωτεργάτης σε έναν τομέα: ακάματος/ακούραστος ~ του πνεύματος. ~ ενός κινήματος/της φιλίας (μεταξύ δύο χωρών). Εταιρεία που υπήρξε ο ~ της υψηλής τεχνολογίας. ~είς της γνώσης/των γραμμάτων/της επιστήμης/της παιδείας/της προόδου/της τέχνης. Πβ. μπροστάρης. ΣΥΝ. πιονιέρος 2. ΣΤΡΑΤ. ειδικότητα εφέδρων του Μηχανικού που ειδικεύονται σε σκαπτικές και τεχνικές εργασίες: (ειδικότητες) ~-ηλεκτρολόγος/-κτίστης/-ξυλουργός/-υδραυλικός.|| (παλαιότ.) Τάγμα ~έων. [< μτγν. σκαπανεύς 'σκαφτιάς', 1. γαλλ. pionnier 2. γαλλ. sapeur] | |
| 45979 | σκαπάνη | σκα-πά-νη ουσ. (θηλ.) (επιστ.): κάθε σκαπτικό εργαλείο με μακρόστενη σιδερένια λάμα, που έχει οπή στην οποία στερεώνεται ξύλινη λαβή· συνεκδ. το έργο που γίνεται με αυτό: ανασκαφική/αρχαιολογική ~. Η ~ ανακάλυψε/έφερε στο φως ... (ειδικότ.) Ορειβατική ~ (= πιολέ). Πβ. αξίνα, τσάπα. Βλ. πτυοσκάπανο. [< μτγν. σκαπάνη] | |
| 45980 | σκαπανικός | , ή, ό σκα-πα-νι-κός επίθ. {μόνο θηλ. κ. ουδ.} (λόγ.): που σχετίζεται με σκαπτική εργασία: ~ή: τεχνική. (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. εργαλεία). ● Ουσ.: σκαπανική (η): σύνολο μεθόδων που αφορούν το σκάψιμο: προσκοπική ~. Σχολή ~ής., σκαπανικό (το): ελαφρύ, σπαστό και κοντό φτυάρι που μπορεί να φέρει στρατιώτης στην εξάρτυσή του. | |
| 45981 | σκαπιτσαριστός | , ή, ό σκα-πι-τσα-ρι-στός επίθ.: ΟΙΚΟΔ. (για επιφάνεια) που έχει υποστεί επεξεργασία, ώστε να είναι ανάγλυφη, τραχιά: ~ή: πέτρα. ~ό: μάρμαρο. Πλακίδια ~ά. Βλ. σαγρέ. | |
| 45982 | σκαπουλάρισμα | σκα-που-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): διαφυγή από κίνδυνο, απαλλαγή από αγγαρεία. Πβ. γλιτωμός, ξεγλίστρημα. Βλ. -ισμα. | |
| 45984 | σκαπτικός | , ή, ό σκα-πτι-κός επίθ. & (προφ.) σκαφτικός: που σχετίζεται με το σκάψιμο: ~ά: εργαλεία/μηχανήματα. Πβ. σκαπανικός. [< μτγν. σκαπτικός] | |
| 45985 | σκαπτός | , ή, ό βλ. σκαφτός | |
| 45986 | σκάπτω | βλ. σκάβω | |