| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45998 | σκαρπίνι | σκαρ-πί-νι ουσ. (ουδ.): χαμηλό ανδρικό παπούτσι με κορδόνια. Βλ. μοκασίνι. [< μεσν. σκαρπίνι < ιταλ. (πληθ.) scarpini] | |
| 45999 | σκαρταδούρα | σκαρ-τα-δού-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): σκουπίδια, σύνολο άχρηστων πραγμάτων και σπανιότ. ανίκανα άτομα: Απαλλάσσομαι από/ξεφορτώνομαι τη ~ (πβ. ξεσκαρτάρω). Τρώει ό,τι ~ βρει. Πβ. παλιατζ-, σαβ-ούρα. Βλ. -ούρα2.|| Η ομάδα έχει πολλή ~. [< βεν. scartada] | |
| 46000 | σκαρτάρισμα | σκαρ-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ξεσκαρτάρισμα. Βλ. -ισμα. | |
| 46001 | σκαρτάρω | σκαρ-τά-ρω ρ. (μτβ.) {σκάρταρ-α κ. -ισα} (προφ.): ξεσκαρτάρω. [< ιταλ. scartare] | |
| 46002 | σκαρτεύω | σκαρ-τεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σκάρτε-ψε} (λαϊκό) 1. χάνω την αξία μου, αλλάζω προς το χειρότερο: Πάει κι αυτός, ~ψε (= χάλασε)! 2. κάνω κάτι σκάρτο, μειώνω την ποιότητά του: Η εταιρεία ~ψε τα προϊόντα της. Βλ. ευτελίζω, υποβαθμίζω. | |
| 46003 | σκάρτος | , η, ο σκάρ-τος επίθ. (προφ.) 1. που είναι ακατάλληλος για χρήση ή κατανάλωση, που έχει χαμηλή ποιότητα ή ελαττωματική λειτουργία: ~η: παρτίδα (γιαουρτιών). ~ο: αυτοκίνητο/εργαλείο/προϊόν. ~α: ελαστικά/πράγματα/υλικά. Του βγήκε ~ο το εμπόρευμα. Έκανε ~η δουλειά. (ως ουσ.) Τα καλά και τα ~α. Πβ. άχρηστος, ευτελής, χαλασμένος. 2. (για πρόσ.) που έχει κακή συμπεριφορά, μηδαμινή αξία ή προσφορά: ~ος: συνεργάτης/φίλος/χαρακτήρας. ~η: κοινωνία. Αποδείχτηκε/φάνηκε ~. Τον έβγαλε ~ο (πβ. ανίκανος). (ως ουσ.) Παντού υπάρχουν οι σωστοί και οι ~οι. Πβ. ελεεινός, τιποτένιος. 3. (λαϊκό) (για τον καθορισμό διάρκειας, μεγέθους, ποσότητας) ούτε, λιγότερο από: Έμεινε ένας μήνας ~ (= ούτε ένας). Κοιμήθηκα ~ες τέσσερις ώρες. Πέντε χιλιόμετρα ~α. ● επίρρ.: σκάρτα: άπρεπα, ανάρμοστα: Φέρθηκε ~. ΑΝΤ. σωστά [< μεσν. σκάρτος] | |
| 46004 | σκαρφάλωμα | σκαρ-φά-λω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκαρφαλώνω: ελεύθερο ~. ~ στο βουνό/σε βράχια. Πεζοπορία και ~.|| (μτφ.) ~ στην εξουσία/των τιμών. Πβ. αναρρίχηση, άνοδος. | |
| 46005 | σκαρφαλώνω | σκαρ-φα-λώ-νω ρ. (αμτβ.) {σκαρφαλών-εις, -οντας, σκαρφάλω-σα, -μένος} 1. ανεβαίνω, χρησιμοποιώντας τα χέρια και τα πόδια μου, σε μέρος που βρίσκεται ψηλά ή προσεγγίζεται δύσκολα· κατ' επέκτ. περπατώ σε ανηφορικό και δύσβατο δρόμο: ~ στα βράχια/στην πλαγιά. ~σαν στο βαγόνι. Η γάτα ~σε στο δέντρο.|| (μτφ.) Βουκαμβίλια ~μένη στη μάντρα.|| ~ει στο μονοπάτι. 2. (μτφ.) ανέρχομαι ή αυξάνομαι αλματωδώς: ~σε στην κορυφή της παγκόσμιας κολύμβησης (πβ. ανελίσσομαι). ~σε στην πρώτη/τέταρτη θέση της κατάταξης. Η ανεργία/ο πληθωρισμός ~σε στα επίπεδα του ...%. Ο υδράργυρος ~σε στους σαράντα βαθμούς. Στα ύψη ~σε (= εκτοξεύτηκε) η τιμή του χρυσού. Πβ. ανεβαίνω. ΣΥΝ. αναρριχώμαι (2) | |
| 46006 | σκαρφίζομαι | σκαρ-φί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {σκαρφί-στηκα, σκαρφιζ-όμενος} (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): επινοώ κάτι, μου έρχεται μια ιδέα για την επίτευξη ενός στόχου: ~εται δικαιολογίες/ιστορίες/κόλπα/λύσεις/σχέδια. ~εται ένα σωρό τεχνάσματα. Ποιος ξέρει τι ~στηκε πάλι. Τι ~εται ο άνθρωπος, για να ... Πβ. εφευρίσκω, σκαρώνω, μηχανεύ-, σοφίζ-, τεχνάζ-ομαι. [< μεσν. *σκαριφίζομαι < μτγν. σκαριφῶμαι] | |
| 46007 | σκάρωμα | σκά-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκαρώνω: ~ μιας έκπληξης. Πβ. επινόηση.|| ~ ιστοριών/μελωδίας/στίχων. Πβ. δημιουργία, φτιάξιμο.|| (ΝΑΥΤ.) ~ του καϊκιού (: ναυπήγηση). | |
| 46008 | σκαρώνω | σκα-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {σκάρω-σα, σκαρώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, σκαρών-οντας} (προφ.) 1. σχεδιάζω, επινοώ κάτι στα κρυφά: ~ουν ζαβολιές/κομπίνες/παραμύθια. Μας ~σαν σκανταλιές/φάρσες. ~σε ένα κόλπο, για να τον ξεγελάσει (πβ. μηχανεύομαι). Μου τη ~σε τη δουλειά (= μου την έφερε). Τι ~ει καμιά φορά η τύχη, ε; Κάτι βρόμικο ~εται. Πβ. μαγειρεύω, σκαρφίζομαι. 2. φτιάχνω, δημιουργώ κάτι γρήγορα, με προχειρότητα: ~ει ανέκδοτα/ιστορίες/στίχους. ~σε ένα ποιηματάκι.|| Μόλις παντρευτούν, θα ~σουν (= κάνουν) κανένα κουτσούβελο. Πβ. τεκνοποιώ. | |
| 46009 | σκασιαρχείο | [σκασιαρχεῖο] σκα-σι-αρ-χεί-ο ουσ. (ουδ.): κοπάνα: Έκανε ~. Βλ. λούφα. | |
| 46010 | σκασιάρχης | σκα-σι-άρ-χης επίθ./ουσ.: αυτός που απουσιάζει αδικαιολόγητα από μάθημα ή εργασία: ~ μαθητής. Πβ. κοπανατζής. Βλ. λουφαδόρος. | |
| 46011 | σκασίλα | σκα-σί-λα ουσ. (θηλ.) (οικ.): μεγάλη στενοχώρια, δυσανασχέτηση, ενόχληση και θλίψη από αναποδιές της καθημερινότητας: Δεν έχω και μεγάλη ~. (ειρων.) Άλλη ~ δεν είχαμε! Πβ. σκορδοκαΐλα, σκοτούρα. Βλ. -ίλα. ● ΦΡ.: σκασίλα μου/είχα μια σκασίλα (ειρων.): δεν με ενδιαφέρει καθόλου, μου είναι παντελώς αδιάφορο, δεν δίνω δεκάρα: ~ ~ για την καριέρα. Είχα μια ~ αν θα βάλει τα κλάματα! Σκασίλα μας που/κι αν ... ΣΥΝ. είχα μια φαγούρα/καούρα/σκοτούρα/καΐλα, ζαμανφού και πάνω/κι απάνω τούρλα, σκασίλα μου μεγάλη και δέκα παπαγάλοι βλ. παπαγάλος | |
| 46012 | σκάσιμο | σκά-σι-μο ουσ. (ουδ.) {σκασίμ-ατα} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκάω: ~ του δέρματος (βλ. ξηρότητα)/των χειλιών. ~ των ελαστικών (= κλατάρισμα)/του ξύλου. ~ της βόμβας (= έκρηξη). ~ατα στις φτέρνες (πβ. ραγάδες).|| ~ του κύματος πάνω στα βράχια/της μπάλας στο παρκέ (πβ. αναπήδηση).|| (μτφ.) ~ της φούσκας των ομολόγων. | |
| 46013 | σκασμένος | , η, ο σκα-σμέ-νος επίθ. 1. που έχει σκάσει: ~η: επιδερμίδα/μπογιά. ~α: πόδια/χείλη/χέρια. Αυτοκίνητο με ~ο λάστιχο. 2. {κυρ. στο ουδ.} (οικ., ως χαρακτηρισμός σε έκφρ. αγανάκτησης) πολύ ενοχλητικός και κουραστικός: (για άνθρωπο, συνήθ. μωρό ή παιδί) Πάλι κλαίει το ~!|| (για μηχάνημα) Δεν δουλεύει το ~ο! Πβ. αναθεματισμένος. 3. (προφ.) πολύ στενοχωρημένος: Άσε με και είμαι ~ με αυτή την κατάσταση. Πβ. απηυδισμένος. ● βλ. σκάω | |
| 46014 | σκασμός | σκα-σμός ουσ. (αρσ.): (ως προσταγή) για να πάψει κάποιος να μιλά: ~ αναιδέστατε! ~, δεν θέλω σχόλια. ΣΥΝ. βούβα, μιλιά, μόκο, μούγγα, σιωπή, τσιμουδιά. ● ΦΡ.: βγάλε το(ν) σκασμό (υβριστ.): πάψε να μιλάς, σκάσε: ~ ~ να κοιμηθούμε επιτέλους!, ένα(ν) σκασμό ... (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): για να δηλωθεί πολύ μεγάλη ποσότητα: Δώσαμε ~ ~ λεφτά (= ένα μάτσο, σωρό). ΣΥΝ. ένα κάρο, τρώω του σκασμού/μέχρι σκασμού/το(ν) σκασμό {κυρ. στον αόρ.} (μτφ.-προφ.): τρώω πάρα πολύ, μέχρι κορεσμού. [< μτγν. σκασμός 'θλίψη'] | |
| 46015 | σκαστός | , ή, ό σκα-στός επίθ. (προφ.) 1. (συνήθ. για μαθητή, στρατιώτη ή εργαζόμενο) που απουσιάζει αδικαιολόγητα, συνήθ. χωρίς να γίνει αντιληπτός, από τον χώρο στον οποίο θα έπρεπε να βρίσκεται: Είναι ~. Έφυγε ~ από το γραφείο/σχολείο. Θα την κάνω ~. 2. (για μπαλιά) που χτυπά πρώτα με δύναμη στο έδαφος πριν κατευθυνθεί προς τον στόχο: (στο ποδόσφαιρο) ~ή: κεφαλιά. ~ό: σουτ.|| (στο μπάσκετ) ~ή: πάσα. 3. ηχηρός: ~ό: φιλί.|| (μτφ.) ~ή: παρανομία. ~ό: σκάνδαλο. ~ή περίπτωση απιστίας/εξαπάτησης. Πβ. καραμπινάτος. 4. (για χρηματικό ποσό) που πληρώνεται τοις μετρητοίς και συνήθ. μπροστά στον παραλήπτη: Δεν θα δώσω χίλια ευρώ ~ά, γι' αυτήν την αντίκα! ● επίρρ.: σκαστά | |
| 46016 | σκάστρα | σκά-στρα ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. βαλβίδα εκτόνωσης σε υπερτροφοδότη (τούρμπο) κυρ. αυτοκινήτου, ώστε να μην ξεπερνιέται η προβλεπόμενη πίεση και να μειώνεται η φθορά στον κινητήρα: ατμοσφαιρική/ρυθμιζόμενη ~. ~ διπλού εμβόλου/(ανοιχτού/κλειστού) τύπου. | |
| 46017 | σκατ | {άκλ.}: ΜΟΥΣ. είδος τραγουδιού της τζαζ όπου ο ερμηνευτής τραγουδά ακατάληπτες λέξεις ή συλλαβές και χρησιμοποιεί τη φωνή του ως όργανο. [< αμερικ. scat, 1929, γαλλ. ~, 1934] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ