Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46540-46560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45987σκάραβλ. σχάρα
45988σκαραβαίος[σκαραβαῖος] σκα-ρα-βαί-ος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. κοινή ονομασία κολεόπτερων εντόμων (οικογ. Scarabaeidae) με γυαλιστερό, παχύ σώμα και κεραίες, που τρέφονται με κοπριά. Πβ. σκαθάρι. Βλ. κάνθαρος, μπάμπουρας. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. (συνεκδ.) αντικείμενο, συνήθ. σφραγίδα ή κόσμημα, από πηλό ή πολύτιμο λίθο στο σχήμα του εντόμου αυτού που το χρησιμοποιούσαν στην αρχαία Αίγυπτο ως φυλαχτό, στολίδι και σύμβολο ανάστασης. 3. (προφ.) δημοφιλές αυτοκίνητο με χαρακτηριστικές κυρτές επιφάνειες. Βλ. μίνι. ΣΥΝ. κατσαριδάκι (1), σκαθάρι (3) [< ιταλ. scarabeo, γαλλ. scarabée < λατ. scarabaeus < αρχ. κάραβος 3: αμερικ. εμπορ. ονομασ. beetle, 1958]
45989σκαρθάκισκαρ-θά-κι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό πτηνό (επιστ. ονομασ. Serinus serinus) με κίτρινα και πράσινα φτερά, συγγενικό με το καναρίνι. Βλ. στρουθιόμορφα.
45990σκαρίσκα-ρί ουσ. (ουδ.) 1. σκελετός πλεούμενου και συνεκδ. το ίδιο το πλοίο: γυμνό/σκουριασμένο ~. Το ~ της βάρκας/του σκάφους.|| Καλοτάξιδα/ξύλινα/παραδοσιακά ~ιά. Αναπαλαίωση ιστορικών ~ιών.|| (σπάν.-μτφ.) Το ~ του αυτοκινήτου (= σασί)/κτιρίου. 2. (μτφ., για πρόσ.) η κράση, ιδιοσυγκρασία του οργανισμού: αδύναμο/αδύνατο/γέρικο/γεροδεμένο ~. Τρώει και δεν παχαίνει, είναι το ~ του τέτοιο. Έχει σιδερένιο ~.|| Φταίει το ~ του. Πβ. γονίδιο. 3. ΝΑΥΤ. (παλαιότ.) εσχάρα. ● ΣΥΜΠΛ.: γερό σκαρί 1. (μτφ.) άνθρωπος (και σπανιότ. ζώο ή πράγμα) με δυνατή κράση, που αντέχει στις ταλαιπωρίες: Είναι ~ ~, δεν το βάζει κάτω. Πβ. γερό κόκαλο. 2. σκάφος που αντέχει στην κακοκαιρία: παλιό πλοίο, αλλά από τα πιο ~ά ~ιά της ακτοπλοΐας. ● ΦΡ.: στα σκαριά (μτφ.-προφ.): για κάτι που είναι υπό κατασκευή, που σχεδιάζεται και προετοιμάζεται, ώστε να υλοποιηθεί: ~ ~ νέα υπηρεσία τηλεφωνίας. Ιστοσελίδα/συμφωνία/συνεργασία που είναι/βρίσκεται ~ ~. Εκδότης που έχει καινούργιο περιοδικό ~ ~. Έβαλε ~ ~ ένα επιχειρηματικό σχέδιο. [< μεσν. σκαρί(ον)]
45991σκαρίφημασκα-ρί-φη-μα ουσ. (ουδ.) {σκαριφήμ-ατος | -ατα}: πρόχειρο και γρήγορο σχέδιο: ~ της διαδρομής/μορφής (πβ. σκίτσο).|| Αρχιτεκτονικό/τοπογραφικό ~. ~ κάτοψης. Πβ. ιχνο-, σκια-γράφημα.|| ~ατα σεναρίου. Πβ. προσχέδιο, σχεδίασμα. [< μτγν. σκαρίφημα]
45992σκαριφισμόςσκα-ρι-φι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. επιφανειακή τομή στο δέρμα, χωρίς να προκαλείται αιμορραγία, για εμβολιασμό ή έλεγχο δερματικής αντίδρασης σε αλλεργιογόνα: δοκιμασία ~ού. 2. ΕΘΝΟΛ. τελετουργική χάραξη του δέρματος που γίνεται σε αφρικανικές φυλές, κυρ. με σκοπό τη δήλωση κοινωνικών χαρακτηριστικών. Βλ. -ισμός, τατουάζ. [< αρχ. σκαριφησμός 'επιφανειακό ξύσιμο', γαλλ.-αγγλ. scarification]
45993σκαρλατίνασκαρ-λα-τί-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΙΑΤΡ. οστρακιά. [< βεν. scarlatina]
45994σκαρμός1βλ. σκαλμός
45995σκαρμός2σκαρ-μός ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. μακρόστενο ψάρι (επιστ. ονομασ. Synodus saurus) που ζει σε αμμώδεις βυθούς.
45996σκάροςσκά-ρος ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι που ζει σε ζεστά νερά (επιστ. ονομασ. Scarisoma cretense) και το στόμα του μοιάζει χαρακτηριστικά με ράμφος παπαγάλου. [< αρχ. σκάρος, αγγλ. scarus, γαλλ. scare]
45997σκαρπέλοσκαρ-πέ-λο ουσ. (ουδ.): εργαλείο που αποτελείται από ατσάλινη λάμα με λαβή στην άκρη της και χρησιμοποιείται κυρ. για ξύσιμο ή σκάλισμα ξύλινων αντικειμένων: κοίλο ~. Πβ. κοπίδι, κοπτήρας, σμίλη. [< ιταλ. scarpello]
45998σκαρπίνισκαρ-πί-νι ουσ. (ουδ.): χαμηλό ανδρικό παπούτσι με κορδόνια. Βλ. μοκασίνι. [< μεσν. σκαρπίνι < ιταλ. (πληθ.) scarpini]
45999σκαρταδούρασκαρ-τα-δού-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): σκουπίδια, σύνολο άχρηστων πραγμάτων και σπανιότ. ανίκανα άτομα: Απαλλάσσομαι από/ξεφορτώνομαι τη ~ (πβ. ξεσκαρτάρω). Τρώει ό,τι ~ βρει. Πβ. παλιατζ-, σαβ-ούρα. Βλ. -ούρα2.|| Η ομάδα έχει πολλή ~. [< βεν. scartada]
46000σκαρτάρισμασκαρ-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ξεσκαρτάρισμα. Βλ. -ισμα.
46001σκαρτάρωσκαρ-τά-ρω ρ. (μτβ.) {σκάρταρ-α κ. -ισα} (προφ.): ξεσκαρτάρω. [< ιταλ. scartare]
46002σκαρτεύωσκαρ-τεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σκάρτε-ψε} (λαϊκό) 1. χάνω την αξία μου, αλλάζω προς το χειρότερο: Πάει κι αυτός, ~ψε (= χάλασε)! 2. κάνω κάτι σκάρτο, μειώνω την ποιότητά του: Η εταιρεία ~ψε τα προϊόντα της. Βλ. ευτελίζω, υποβαθμίζω.
46003σκάρτος, η, ο σκάρ-τος επίθ. (προφ.) 1. που είναι ακατάλληλος για χρήση ή κατανάλωση, που έχει χαμηλή ποιότητα ή ελαττωματική λειτουργία: ~η: παρτίδα (γιαουρτιών). ~ο: αυτοκίνητο/εργαλείο/προϊόν. ~α: ελαστικά/πράγματα/υλικά. Του βγήκε ~ο το εμπόρευμα. Έκανε ~η δουλειά. (ως ουσ.) Τα καλά και τα ~α. Πβ. άχρηστος, ευτελής, χαλασμένος. 2. (για πρόσ.) που έχει κακή συμπεριφορά, μηδαμινή αξία ή προσφορά: ~ος: συνεργάτης/φίλος/χαρακτήρας. ~η: κοινωνία. Αποδείχτηκε/φάνηκε ~. Τον έβγαλε ~ο (πβ. ανίκανος). (ως ουσ.) Παντού υπάρχουν οι σωστοί και οι ~οι. Πβ. ελεεινός, τιποτένιος. 3. (λαϊκό) (για τον καθορισμό διάρκειας, μεγέθους, ποσότητας) ούτε, λιγότερο από: Έμεινε ένας μήνας ~ (= ούτε ένας). Κοιμήθηκα ~ες τέσσερις ώρες. Πέντε χιλιόμετρα ~α. ● επίρρ.: σκάρτα: άπρεπα, ανάρμοστα: Φέρθηκε ~. ΑΝΤ. σωστά [< μεσν. σκάρτος]
46004σκαρφάλωμασκαρ-φά-λω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκαρφαλώνω: ελεύθερο ~. ~ στο βουνό/σε βράχια. Πεζοπορία και ~.|| (μτφ.) ~ στην εξουσία/των τιμών. Πβ. αναρρίχηση, άνοδος.
46005σκαρφαλώνωσκαρ-φα-λώ-νω ρ. (αμτβ.) {σκαρφαλών-εις, -οντας, σκαρφάλω-σα, -μένος} 1. ανεβαίνω, χρησιμοποιώντας τα χέρια και τα πόδια μου, σε μέρος που βρίσκεται ψηλά ή προσεγγίζεται δύσκολα· κατ' επέκτ. περπατώ σε ανηφορικό και δύσβατο δρόμο: ~ στα βράχια/στην πλαγιά. ~σαν στο βαγόνι. Η γάτα ~σε στο δέντρο.|| (μτφ.) Βουκαμβίλια ~μένη στη μάντρα.|| ~ει στο μονοπάτι. 2. (μτφ.) ανέρχομαι ή αυξάνομαι αλματωδώς: ~σε στην κορυφή της παγκόσμιας κολύμβησης (πβ. ανελίσσομαι). ~σε στην πρώτη/τέταρτη θέση της κατάταξης. Η ανεργία/ο πληθωρισμός ~σε στα επίπεδα του ...%. Ο υδράργυρος ~σε στους σαράντα βαθμούς. Στα ύψη ~σε (= εκτοξεύτηκε) η τιμή του χρυσού. Πβ. ανεβαίνω. ΣΥΝ. αναρριχώμαι (2)
46006σκαρφίζομαισκαρ-φί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {σκαρφί-στηκα, σκαρφιζ-όμενος} (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): επινοώ κάτι, μου έρχεται μια ιδέα για την επίτευξη ενός στόχου: ~εται δικαιολογίες/ιστορίες/κόλπα/λύσεις/σχέδια. ~εται ένα σωρό τεχνάσματα. Ποιος ξέρει τι ~στηκε πάλι. Τι ~εται ο άνθρωπος, για να ... Πβ. εφευρίσκω, σκαρώνω, μηχανεύ-, σοφίζ-, τεχνάζ-ομαι. [< μεσν. *σκαριφίζομαι < μτγν. σκαριφῶμαι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.