| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 46018 | σκατάς | [σκατᾶς] σκα-τάς ουσ. (αρσ.) & σκατιάς (υβριστ.): παλιάνθρωπος, καθίκι. Πβ. απόβρασμα, λέρα, λεχρίτης. Βλ. -άς. | |
| 46019 | σκατένιος | , ια, ιο σκα-τέ-νιος επίθ. (υβριστ.): άθλιος, ελεεινός, αχρείος: ~ια: δουλειά (= σκατοδουλειά)/ζωή. ~ιες: συνθήκες. Πβ. βρόμικος, σιχαμερός. Βλ. -ένιος. | |
| 46020 | σκατής | , -ιά, -ί σκα-τής επίθ. (προφ.-μειωτ.): που έχει το χρώμα των κοπράνων: (κ. ως ουσ.) Το ~ί. Πβ. καφετής, σκατουλής. | |
| 46021 | σκατιάρης | , α, ικο σκα-τιά-ρης επίθ. (προφ.) 1. (υβριστ.) βρομιάρης. 2. (συνήθ. χαϊδευτ.) για μικρό παιδί που συνηθίζει να τα κάνει πάνω του. Βλ. -ιάρης. | |
| 46022 | σκατίλα | σκα-τί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): δυσοσμία που προέρχεται από κόπρανα: Βρομάει ~. Βλ. -ίλα. | |
| 46023 | σκατό | σκα-τό ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} περιττώματα συνήθ. ανθρώπου ή ζώων· κατ' επέκτ. κάθε ακαθαρσία. ΣΥΝ. κακά, κόπρανα (1), κουράδα 2. (μτφ.-μειωτ.) όποιος ή ό,τι θεωρείται ότι δεν έχει αξία, σημασία, ποιότητα· (στον πληθ., ως επίρρ.) πολύ άσχημα, χάλια: Παντού τα ίδια ~ά. (υβριστ.) Τι θες, ρε ~; (για νέο και άπειρο άνθρωπο:) Για κοίτα ένα ~ που θα μας πει πώς θα το φτιάξουμε! (χαϊδευτ., για παιδάκι:) Ένα τόσο δα ~.|| Περάσαμε ~ά. Διάθεση ~ά. 3. {στον πληθ.} (υβριστ.) (σε ερωτήσεις, αναφωνήσεις, απαντήσεις) για έκφραση οργής, αγανάκτησης, έντονης αποδοκιμασίας, απαξίωσης: Τι ~ά έχει πάθει επιτέλους; Τι ~ά έγινε πάλι; Πώς ~ά τον λένε; Πβ. διάβολος.|| ~ά! Τσαντίστηκα βραδιάτικα!|| ~ά (= ξεράδια) ξέρεις! ● Υποκ.: σκατούλα (η), σκατουλάκι (το), σκατούλι (το), σκατουλίτσα (η) ● ΦΡ.: κάνω το σκατό μου παξιμάδι (προφ.): κάνω αιματηρές οικονομίες: Έκανε ~ του ~ και σπούδασε τρία παιδιά., τρώω σκατά (μτφ.-προφ.): υποφέρω τα πάνδεινα: (υβριστ.) ~ να φας! , όποιος νύχτα περπατεί, λάσπες και σκατά πατεί βλ. νύχτα, σαν τις μύγες στο σκατό βλ. μύγα, σκατά στα μούτρα σου! βλ. μούτρο, τα κάνω θάλασσα/σαλάτα/μαντάρα/μούσκεμα/σκατά/ρόιδο βλ. θάλασσα [< μεσν. σκατό(ν) < αρχ. σκῶρ, γεν. σκατός ‘κόπρανα’] | |
| 46024 | σκατο- & σκατό- | α' συνθετικό λέξεων 1. με μειωτική, υβριστική σημασία ως έκφραση αποδοκιμασίας, αγανάκτησης: σκατο-χαρακτήρας. Σκατό-παιδο (πβ. κωλο-)/~φατσα (πβ. σκυλο-). Σκατό-ψυχος (βλ. κακο-, σκληρο-).|| Σκατό-καιρος. Βλ. βρομο-, παλιο-. 2. που αναφέρονται στα περιττώματα: (μτφ.) σκατο-λογία. Πβ. κοπρο-. [< μεσν. σκατο-] | |
| 46025 | σκατόγερος, σκατόγρια | σκα-τό-γε-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (υβριστ.): γέρος/γριά με κακό, δύστροπο χαρακτήρα και άσχημη ή ανήθικη συμπεριφορά. Πβ. κωλό-, παλιό-γερος. [< μεσν. σκατόγερος] | |
| 46026 | σκατοδουλειά | σκα-το-δου-λειά ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): δυσάρεστη και συνήθ. κουραστική εργασία. ΣΥΝ. βρομοδουλειά (2), παλιοδουλειά (1) | |
| 46027 | σκατολόγημα | σκα-το-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ. σκατολογήματα} (προφ.-μειωτ.): οτιδήποτε θεωρείται άχρηστο, χωρίς καμία αξία. Βλ. παλιό-, σκατό-πραμα. | |
| 46028 | σκατολογία | σκα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. χυδαιολογία που περιλαμβάνει λέξεις σχετικές με περιττώματα. Πβ. βωμολοχία. Βλ. -λογία. 2. (μειωτ.) ανούσια λόγια, ανοησίες. Πβ. μπαρουφο-, μπουρδο-λογία. [< γαλλ. scatologie, αγγλ. scatology] | |
| 46029 | σκατολογικός | , ή, ό σκα-το-λο-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη σκατολογία: ~ά: αστεία. ~ό χιούμορ χαμηλού επιπέδου. [< γαλλ. scatologique , αγγλ. scatological] | |
| 46030 | σκατόμυγα | σκα-τό-μυ-γα ουσ. (θηλ.) (προφ.): μεγάλη μύγα που τρέφεται με ακαθαρσίες· (γενικότ., για δήλωση αηδίας) κάθε μύγα. | |
| 46031 | σκατόπαιδο | σκα-τό-παι-δο ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): δύστροπο, κακομαθημένο παιδί: Είσαι ~. Γέλαγε/μυξόκλαιγε το ~. Πβ. βρομό-, κωλό-, παλιό-παιδο, τσογλάνι.|| (οικ.) Τι κάνεις, βρε ~; | |
| 46032 | σκατόπραμα | σκα-τό-πρα-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): πράγμα πολύ κακής ποιότητας: Θέλω να ξεφορτωθώ αυτό το ~.|| (για πρόσ., υβριστ.) Μη μιλάς, ~ (= άθλιε, βρομιάρη)! | |
| 46033 | σκατουλής | , -ιά, -ί σκα-του-λής επίθ. (προφ.): σκατής: (κ. ως ουσ.) Το ~ί (: το αντίστοιχο χρώμα). Πβ. καφετής. | |
| 46034 | σκατούλικο | σκα-τού-λι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.-χαϊδευτ.): ζωηρό παιδάκι: Δείτε τι κάνει το ~! Πβ. παλιό-, σκατό-παιδο. | |
| 46035 | σκατοφαγία | σκα-το-φα-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κοπροφαγία. Βλ. -φαγία. [< πβ. αγγλ. scatophagy] | |
| 46036 | σκατόφατσα | σκα-τό-φα-τσα ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.) 1. ασχημόφατσα: Έχει μία ~!|| (συνεκδ.) Είναι ~. Πβ. ασχημομούρης. ΣΥΝ. παλιόφατσα (2) 2. παλιοχαρακτήρας, μοχθηρός. | |
| 46037 | σκατόψυχος | , η, ο σκα-τό-ψυ-χος επίθ. (υβριστ.): (για πρόσ.) που έχει σκληρό και κακό χαρακτήρα. Βλ. -ψυχος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ