Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [46560-46580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
46007σκάρωμασκά-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκαρώνω: ~ μιας έκπληξης. Πβ. επινόηση.|| ~ ιστοριών/μελωδίας/στίχων. Πβ. δημιουργία, φτιάξιμο.|| (ΝΑΥΤ.) ~ του καϊκιού (: ναυπήγηση).
46008σκαρώνωσκα-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {σκάρω-σα, σκαρώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, σκαρών-οντας} (προφ.) 1. σχεδιάζω, επινοώ κάτι στα κρυφά: ~ουν ζαβολιές/κομπίνες/παραμύθια. Μας ~σαν σκανταλιές/φάρσες. ~σε ένα κόλπο, για να τον ξεγελάσει (πβ. μηχανεύομαι). Μου τη ~σε τη δουλειά (= μου την έφερε). Τι ~ει καμιά φορά η τύχη, ε; Κάτι βρόμικο ~εται. Πβ. μαγειρεύω, σκαρφίζομαι. 2. φτιάχνω, δημιουργώ κάτι γρήγορα, με προχειρότητα: ~ει ανέκδοτα/ιστορίες/στίχους. ~σε ένα ποιηματάκι.|| Μόλις παντρευτούν, θα ~σουν (= κάνουν) κανένα κουτσούβελο. Πβ. τεκνοποιώ.
46009σκασιαρχείο[σκασιαρχεῖο] σκα-σι-αρ-χεί-ο ουσ. (ουδ.): κοπάνα: Έκανε ~. Βλ. λούφα.
46010σκασιάρχηςσκα-σι-άρ-χης επίθ./ουσ.: αυτός που απουσιάζει αδικαιολόγητα από μάθημα ή εργασία: ~ μαθητής. Πβ. κοπανατζής. Βλ. λουφαδόρος.
46011σκασίλασκα-σί-λα ουσ. (θηλ.) (οικ.): μεγάλη στενοχώρια, δυσανασχέτηση, ενόχληση και θλίψη από αναποδιές της καθημερινότητας: Δεν έχω και μεγάλη ~. (ειρων.) Άλλη ~ δεν είχαμε! Πβ. σκορδοκαΐλα, σκοτούρα. Βλ. -ίλα. ● ΦΡ.: σκασίλα μου/είχα μια σκασίλα (ειρων.): δεν με ενδιαφέρει καθόλου, μου είναι παντελώς αδιάφορο, δεν δίνω δεκάρα: ~ ~ για την καριέρα. Είχα μια ~ αν θα βάλει τα κλάματα! Σκασίλα μας που/κι αν ... ΣΥΝ. είχα μια φαγούρα/καούρα/σκοτούρα/καΐλα, ζαμανφού και πάνω/κι απάνω τούρλα, σκασίλα μου μεγάλη και δέκα παπαγάλοι βλ. παπαγάλος
46012σκάσιμοσκά-σι-μο ουσ. (ουδ.) {σκασίμ-ατα} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σκάω: ~ του δέρματος (βλ. ξηρότητα)/των χειλιών. ~ των ελαστικών (= κλατάρισμα)/του ξύλου. ~ της βόμβας (= έκρηξη). ~ατα στις φτέρνες (πβ. ραγάδες).|| ~ του κύματος πάνω στα βράχια/της μπάλας στο παρκέ (πβ. αναπήδηση).|| (μτφ.) ~ της φούσκας των ομολόγων.
46013σκασμένος, η, ο σκα-σμέ-νος επίθ. 1. που έχει σκάσει: ~η: επιδερμίδα/μπογιά. ~α: πόδια/χείλη/χέρια. Αυτοκίνητο με ~ο λάστιχο. 2. {κυρ. στο ουδ.} (οικ., ως χαρακτηρισμός σε έκφρ. αγανάκτησης) πολύ ενοχλητικός και κουραστικός: (για άνθρωπο, συνήθ. μωρό ή παιδί) Πάλι κλαίει το ~!|| (για μηχάνημα) Δεν δουλεύει το ~ο! Πβ. αναθεματισμένος. 3. (προφ.) πολύ στενοχωρημένος: Άσε με και είμαι ~ με αυτή την κατάσταση. Πβ. απηυδισμένος. ● βλ. σκάω
46014σκασμόςσκα-σμός ουσ. (αρσ.): (ως προσταγή) για να πάψει κάποιος να μιλά: ~ αναιδέστατε! ~, δεν θέλω σχόλια. ΣΥΝ. βούβα, μιλιά, μόκο, μούγγα, σιωπή, τσιμουδιά. ● ΦΡ.: βγάλε το(ν) σκασμό (υβριστ.): πάψε να μιλάς, σκάσε: ~ ~ να κοιμηθούμε επιτέλους!, ένα(ν) σκασμό ... (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): για να δηλωθεί πολύ μεγάλη ποσότητα: Δώσαμε ~ ~ λεφτά (= ένα μάτσο, σωρό). ΣΥΝ. ένα κάρο, τρώω του σκασμού/μέχρι σκασμού/το(ν) σκασμό {κυρ. στον αόρ.} (μτφ.-προφ.): τρώω πάρα πολύ, μέχρι κορεσμού. [< μτγν. σκασμός 'θλίψη']
46015σκαστός, ή, ό σκα-στός επίθ. (προφ.) 1. (συνήθ. για μαθητή, στρατιώτη ή εργαζόμενο) που απουσιάζει αδικαιολόγητα, συνήθ. χωρίς να γίνει αντιληπτός, από τον χώρο στον οποίο θα έπρεπε να βρίσκεται: Είναι ~. Έφυγε ~ από το γραφείο/σχολείο. Θα την κάνω ~. 2. (για μπαλιά) που χτυπά πρώτα με δύναμη στο έδαφος πριν κατευθυνθεί προς τον στόχο: (στο ποδόσφαιρο) ~ή: κεφαλιά. ~ό: σουτ.|| (στο μπάσκετ) ~ή: πάσα. 3. ηχηρός: ~ό: φιλί.|| (μτφ.) ~ή: παρανομία. ~ό: σκάνδαλο. ~ή περίπτωση απιστίας/εξαπάτησης. Πβ. καραμπινάτος. 4. (για χρηματικό ποσό) που πληρώνεται τοις μετρητοίς και συνήθ. μπροστά στον παραλήπτη: Δεν θα δώσω χίλια ευρώ ~ά, γι' αυτήν την αντίκα! ● επίρρ.: σκαστά
46016σκάστρασκά-στρα ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. βαλβίδα εκτόνωσης σε υπερτροφοδότη (τούρμπο) κυρ. αυτοκινήτου, ώστε να μην ξεπερνιέται η προβλεπόμενη πίεση και να μειώνεται η φθορά στον κινητήρα: ατμοσφαιρική/ρυθμιζόμενη ~. ~ διπλού εμβόλου/(ανοιχτού/κλειστού) τύπου.
46017σκατ{άκλ.}: ΜΟΥΣ. είδος τραγουδιού της τζαζ όπου ο ερμηνευτής τραγουδά ακατάληπτες λέξεις ή συλλαβές και χρησιμοποιεί τη φωνή του ως όργανο. [< αμερικ. scat, 1929, γαλλ. ~, 1934]
46018σκατάς[σκατᾶς] σκα-τάς ουσ. (αρσ.) & σκατιάς (υβριστ.): παλιάνθρωπος, καθίκι. Πβ. απόβρασμα, λέρα, λεχρίτης. Βλ. -άς.
46019σκατένιος, ια, ιο σκα-τέ-νιος επίθ. (υβριστ.): άθλιος, ελεεινός, αχρείος: ~ια: δουλειά (= σκατοδουλειά)/ζωή. ~ιες: συνθήκες. Πβ. βρόμικος, σιχαμερός. Βλ. -ένιος.
46020σκατής, -ιά, -ί σκα-τής επίθ. (προφ.-μειωτ.): που έχει το χρώμα των κοπράνων: (κ. ως ουσ.) Το ~ί. Πβ. καφετής, σκατουλής.
46021σκατιάρης, α, ικο σκα-τιά-ρης επίθ. (προφ.) 1. (υβριστ.) βρομιάρης. 2. (συνήθ. χαϊδευτ.) για μικρό παιδί που συνηθίζει να τα κάνει πάνω του. Βλ. -ιάρης.
46022σκατίλασκα-τί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): δυσοσμία που προέρχεται από κόπρανα: Βρομάει ~. Βλ. -ίλα.
46023σκατόσκα-τό ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} περιττώματα συνήθ. ανθρώπου ή ζώων· κατ' επέκτ. κάθε ακαθαρσία. ΣΥΝ. κακά, κόπρανα (1), κουράδα 2. (μτφ.-μειωτ.) όποιος ή ό,τι θεωρείται ότι δεν έχει αξία, σημασία, ποιότητα· (στον πληθ., ως επίρρ.) πολύ άσχημα, χάλια: Παντού τα ίδια ~ά. (υβριστ.) Τι θες, ρε ~; (για νέο και άπειρο άνθρωπο:) Για κοίτα ένα ~ που θα μας πει πώς θα το φτιάξουμε! (χαϊδευτ., για παιδάκι:) Ένα τόσο δα ~.|| Περάσαμε ~ά. Διάθεση ~ά. 3. {στον πληθ.} (υβριστ.) (σε ερωτήσεις, αναφωνήσεις, απαντήσεις) για έκφραση οργής, αγανάκτησης, έντονης αποδοκιμασίας, απαξίωσης: Τι ~ά έχει πάθει επιτέλους; Τι ~ά έγινε πάλι; Πώς ~ά τον λένε; Πβ. διάβολος.|| ~ά! Τσαντίστηκα βραδιάτικα!|| ~ά (= ξεράδια) ξέρεις! ● Υποκ.: σκατούλα (η), σκατουλάκι (το), σκατούλι (το), σκατουλίτσα (η) ● ΦΡ.: κάνω το σκατό μου παξιμάδι (προφ.): κάνω αιματηρές οικονομίες: Έκανε ~ του ~ και σπούδασε τρία παιδιά., τρώω σκατά (μτφ.-προφ.): υποφέρω τα πάνδεινα: (υβριστ.) ~ να φας! , όποιος νύχτα περπατεί, λάσπες και σκατά πατεί βλ. νύχτα, σαν τις μύγες στο σκατό βλ. μύγα, σκατά στα μούτρα σου! βλ. μούτρο, τα κάνω θάλασσα/σαλάτα/μαντάρα/μούσκεμα/σκατά/ρόιδο βλ. θάλασσα [< μεσν. σκατό(ν) < αρχ. σκῶρ, γεν. σκατός ‘κόπρανα’]
46024σκατο- & σκατό-α' συνθετικό λέξεων 1. με μειωτική, υβριστική σημασία ως έκφραση αποδοκιμασίας, αγανάκτησης: σκατο-χαρακτήρας. Σκατό-παιδο (πβ. κωλο-)/~φατσα (πβ. σκυλο-). Σκατό-ψυχος (βλ. κακο-, σκληρο-).|| Σκατό-καιρος. Βλ. βρομο-, παλιο-. 2. που αναφέρονται στα περιττώματα: (μτφ.) σκατο-λογία. Πβ. κοπρο-. [< μεσν. σκατο-]
46025σκατόγερος, σκατόγριασκα-τό-γε-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (υβριστ.): γέρος/γριά με κακό, δύστροπο χαρακτήρα και άσχημη ή ανήθικη συμπεριφορά. Πβ. κωλό-, παλιό-γερος. [< μεσν. σκατόγερος]
46026σκατοδουλειάσκα-το-δου-λειά ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): δυσάρεστη και συνήθ. κουραστική εργασία. ΣΥΝ. βρομοδουλειά (2), παλιοδουλειά (1)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.